ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η πέμπτη νότα της βυζαντινής μουσικής κλίμακας, αντίστοιχη με το λα της ευρωπαϊκής. Βλ. πα2. [< (ευφωνικό) κ + ε (δηλωτικό 5ης θέσης)]
24212
ΚΕ
(η): Κεντρική Επιτροπή.
24219
ΚΕ.Δ.Α.Κ.
(το): Κέντρο Διαφύλαξης Αγιορείτικης Κληρονομιάς.
24221
ΚΕ.Δ.Δ.Υ.
(το): Κέντρο Διαφοροδιάγνωσης, Διάγνωσης και Υποστήριξης (για μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες).
24232
ΚΕ.Θ.Ε.Α.
(το): Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων.
24341
ΚΕ.Π.Α.
(το): Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (2010).
24343
ΚΕ.Π.Ε.
(το): Kέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών. ΚΕΠΕ
24344
ΚΕ.Π.Ε.Κ.
(το): Κέντρο Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου.
24346
ΚΕ.Π.ΚΑ.
(το): Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών.
24442
ΚΕ.Σ.Υ.
(το): Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας. ΚΕΣΥ
24213
ΚΕΑ
(το): Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης.
24214
ΚΕΑΤ
1. (το) Κέντρο Εκπαιδεύσεως και Αποκαταστάσεως Τυφλών. 2. (το) Κέντρο Αεροπορικής Τακτικής.
24215
κέβλαρ
κέ-βλαρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ελαφρύ και εξαιρετικά ανθεκτικό υλικό από συνθετικές ίνες, που χρησιμοποιείται κυρ. για θωράκιση: αλεξίσφαιρο γιλέκο/θώρακας από ~. Κράνος/λάστιχα ~. Πλέγμα ενισχυμένο με ~. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. kevlar, 1972]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.