Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [24980-25000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24215κέβλαρκέ-βλαρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ελαφρύ και εξαιρετικά ανθεκτικό υλικό από συνθετικές ίνες, που χρησιμοποιείται κυρ. για θωράκιση: αλεξίσφαιρο γιλέκο/θώρακας από ~. Κράνος/λάστιχα ~. Πλέγμα ενισχυμένο με ~. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. kevlar, 1972]
24216ΚΕΓ(το): Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
24217ΚΕΓΕ(η) (παλαιότ.): Κεντρική Επιτροπή Γενικών Εξετάσεων.
24218ΚΕΔ(η) Κεντρική Επιτροπή Διαιτησίας. (της ΕΠΟ).
24222ΚΕΔΕ(η): Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας.
24223ΚΕΔΚΕ(η) (παλαιότ.): Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος.
24224κέδρινος, η, ο κέ-δρι-νος επίθ.: που έχει κατασκευαστεί από ξύλο κέδρου: ~η: οροφή. ~ο: κουτί. ~α: δοκάρια.|| (σπάν.) ~ο: δάσος (= κεδρόδασος). [< αρχ. κέδρινος]
24225κεδρόδασοςκε-δρό-δα-σος ουσ. (ουδ.) & κεδροδάσος: δάσος με κέδρους. Βλ. -δασος.
24226κέδροςκέ-δρος ουσ. (αρσ.) & κέδρο (το) ΒΟΤ. 1. ψηλό, κωνοφόρο, αειθαλές δέντρο (οικογ. Pinaceae, γένος Cedrus), γνωστό για το ανθεκτικό και αρωματικό ξύλο του· συνεκδ. το ίδιο το ξύλο του: ο ~ της Κύπρου/του Λιβάνου.|| Καπάκι κιθάρας από ~ο. 2. (κατ' επέκτ.) δέντρο ή θάμνος που μοιάζει με κέδρο, κυρ. ως προς τις ιδιότητες του ξύλου του, π.χ. άρκευθος, κυπαρίσσι, τούγια: κόκκινος/λευκός ~. [< 1: μτγν. κέδρος, γαλλ. cèdre, αγγλ. cedar]
24227ΚΕΕ1. (το) Κέντρο Εκπαίδευσης Ενηλίκων. 2. (το) (παλαιότ.) Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας. Βλ. ΙΕΠ. 3. (η) Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων.
24228ΚΕΕΔ(το): Κέντρο Εκπαίδευσης Ειδικών Δυνάμεων.
24229ΚΕΕΕ(η): Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος.
24231ΚΕΕΜ1. (το) Κέντρο Εκπαίδευσης Εφοδιασμού - Μεταφορών. 2. (το) Κέντρο Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών. 3. (η) Κεντρική Επιτροπή Ειδικών Μαθημάτων.
24233κει& 'κει βλ. εκεί
24234κείθε

[κεῖθε] κεί-θε επίρρ. & εκείθε (λαϊκό) 1. εκεί: Όταν έρθεις από ~, ... Βλ. -θεν. 2. απέναντι: ~ από το ποτάμι (= πέρα). 3. προς τα εκεί: Το χωριό κατά την ~ μεριά το βρέχει η θάλασσα. ● ΦΡ.: δώθε-κείθε βλ. δώθε [< μεσν. κεῖθε, ἐκεῖθε(ν)]

24235κέικκέ-ικ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. (σπάν.) πληθ. -ς} & (σπάν.-προφ.) κεκ: ΖΑΧΑΡ. γλυκό το οποίο έχει ως κύρια συστατικά αλεύρι, ζάχαρη, αβγά, βούτυρο και ψήνεται στον φούρνο μέσα σε ειδική φόρμα: ~ βανίλιας/σοκολάτας (= σοκολατένιο ~, υγρό ~ σοκολάτας, πβ. καπριτσιόζα)/φρούτων/με σταφίδες. Βλ. μάφιν, μπράουνι, πουτίγκα.|| ~ καρότου. Αλμυρό ~ (: συνήθ. με τυρί και ζαμπόν). ● Υποκ.: κεκάκι (το) [< αγγλ. cake]
24236κείμαι[κεῖμαι] κεί-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ., συνήθ. στο γ' πρόσ. κεί-ται, -νται} (επίσ.): βρίσκομαι: (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Το οικόπεδo ~ται εκτός σχεδίου πόλεως. Βλ. αντίκειται, πρόσκειμαι, υπέρκειται.|| (ΓΕΩΜ.) Τρία σημεία που δεν ~νται στην ίδια ευθεία. ● ΦΡ.: ενθάδε κείται βλ. ενθάδε ● βλ. κείμενος [< αρχ. κεῖμαι]
24237κειμενικός, ή, ό κει-με-νι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ.-ΛΟΓΟΤ. που αναφέρεται στο κείμενο: ~ή: ανάλυση/δομή. ~ό είδος (π.χ. δοκίμιο, διήγημα).|| (ΓΛΩΣΣ.) ~οί δείκτες (ή δείκτες λόγου: λέξεις ή φράσεις με μεταβατική, σχολιαστική ή επικοινωνιακή λειτουργία, π.χ. άκου να δεις, βέβαια, δηλαδή, θα έλεγα, λοιπόν). Βλ. δια~, ενδο~, εξω~, συγ~, υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κειμενική λειτουργία: ΓΛΩΣΣ. καθεμία από τις επτά ιδιότητες που θεωρείται ότι χαρακτηρίζουν ένα κείμενο, γραπτό ή προφορικό. Βλ. αποδεκτ-, διακειμενικ-, καταστασιακ-, πληροφορητικ-, προθετικ-, συνεκτικ-ότητα, συνοχή. [< αγγλ. textual, γαλλ. textuel]
24238κειμενικότητακει-με-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. το σύνολο των κειμενικών λειτουργιών. Βλ. δια~, υπερ~, -ότητα. [< αγγλ. textuality, 1970]
24239κείμενοκεί-με-νο ουσ. (ουδ.) {κειμέν-ου | -ων} 1. αυτοτελής συνήθ. ενότητα γραπτού λόγου: αυθεντικό/εισαγωγικό/ενημερωτικό/επισυναπτόμενο/έτοιμο/καλογραμμένο/λογοτεχνικό/νομικό/ξενόγλωσσο/πεζό/ποιητικό/πολιτικό/σατιρικό/τυπωμένο/χειρόγραφο ~. Εκκλησιαστικά/κλασικά ~α (: της κλασικής περιόδου). Ανάγνωση/δημοσίευση/διόρθωση/κατανόηση/μετάφραση/παραγωγή/περίληψη/συγγραφή ~ου. Δημιουργός (βλ. συγγραφέας)/παράγραφοι/συντάκτης/τίτλος του ~ου. ~ γεμάτο αντιφάσεις/λάθη. Το ~ της αγγελίας/της διαθήκης/της επιστολής/της ομιλίας/της όπερας (= λιμπρέτο)/της πρόσκλησης/της συνέντευξης/του τραγουδιού (: οι στίχοι). Εικονογράφηση/επιμέλεια ~ου. ~ αναφοράς/αρχών/διαμαρτυρίας. Υπογράφω ~ συμπαράστασης. Διαβάστε το παρακάτω/παραπάνω ~. Βλ. έγγραφο.|| (ΠΟΛΙΤ.-ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ εργασίας. Το ~ της απόφασης/της παραίτησης/της συνθήκης/του Συντάγματος/του σχεδίου νόμου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ηλεκτρονικό/πρότυπο (βλ. σχεδιότυπο)/ψηφιακό ~. Αρχείο/επεξεργασία ~ου. Βλ. υπερ~.|| Προφορικό ~. Οπτικό ~ (= εικόνα). Βλ. τηλε~. 2. ΦΙΛΟΛ. (& πρωτότυπο κείμενο) γραπτό έργο στην αρχική του μορφή, όπως γράφτηκε από τον δημιουργό του, σε αντιδιαστολή προς τα αντίγραφα ή τις μεταφράσεις του: έκδοση/ερμηνεία/παραλλαγές/σχολιασμός του ~ου. Διασκευή ~ων. Πβ. αυτόγραφο. 3. ΓΛΩΣΣ. απόσπασμα προφορικού ή γραπτού λόγου που χρησιμοποιείται στην επικοινωνία και χαρακτηρίζεται από τις κειμενικές λειτουργίες: αφηγηματικό/διαλογικό/επιχειρηματολογικό/περιγραφικό ~. Βλ. δια~, μικρο~, περι~, συγ~. ● Υποκ.: κειμενάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αδίδακτο/άγνωστο, διδαγμένο/γνωστό (κείμενο): (σε εξετάσεις, για απόσπασμα αρχαιοελληνικού συνήθ. έργου) που δεν έχουν ή έχουν διδαχθεί, αντίστοιχα, οι εξεταζόμενοι: μετάφραση ~ου ~ου., κριτική του κειμένου: ΦΙΛΟΛ. συγκριτική μελέτη των αντιγράφων που σώζονται από ένα έργο με σκοπό την αποκατάσταση της αρχικής, αυθεντικής του μορφής· ο αντίστοιχος κλάδος: η ~ ~ της Καινής/Παλαιάς Διαθήκης. Βλ. παλαιογραφία, παπυρολογία., παράλληλο κείμενο: (στην εκπαίδευση, συνήθ. στο μάθημα της λογοτεχνίας, της γλώσσας και της ιστορίας) που διδάσκεται, μελετάται ή εξετάζεται συγκριτικά με κάποιο άλλο βασικό, για να γίνει περισσότερο κατανοητό, να εμπλουτιστεί ή να αντικρουστεί το περιεχόμενο του δευτέρου., πολυτροπικό κείμενο: που περιλαμβάνει συνδυασμό σημειωτικών τρόπων (π.χ. γλώσσα, εικόνα, μουσική) για τη μετάδοση μηνύματος: Το ~ ~ στη διδασκαλία της γλώσσας. Βλ. Νέες Τεχνολογίες, πολυμέσα. [< αγγλ. multimodal text] , σώμα κειμένων {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΓΛΩΣΣ. ευρεία συστηματική συλλογή αυθεντικών γραπτών, συνήθ. αποθηκευμένων σε ηλεκτρονική μορφή, ή ηχογραφημένων προφορικών κειμένων, που αντιπροσωπεύουν παραδείγματα χρήσης μιας γλώσσας ή των ποικιλιών της και συλλέγονται ή είναι διαθέσιμα για γλωσσική και γλωσσολογική ανάλυση. Βλ. θησαυρός. ΣΥΝ. κόρπους, επεξεργαστής κειμένου βλ. επεξεργαστής, Ιερό Βιβλίο/Κείμενο βλ. ιερός, συνεργατική συγγραφή κειμένων βλ. συνεργατικός ● ΦΡ.: εκτός κειμένου 1. για υλικό που δεν περιλαμβάνεται στη σελιδαρίθμηση εντύπου: εικόνες/πίνακες/σχέδια/φωτογραφίες/χάρτες ~ ~. 2. για κάτι που λέγεται προφορικά και δεν περιέχεται σε γραπτό: ~ ~ τόνισε τα εξής ... [< μτγν. κείμενον < κεῖμαι ‘βρίσκομαι, είμαι’, αγγλ. text, γαλλ. texte]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.