Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25000-25020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24240κειμενογλωσσολογίακει-με-νο-γλωσ-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κλάδος που αναλύει το κείμενο σε επίπεδο που υπερβαίνει τα όρια της πρότασης. ΣΥΝ. κειμενολογία [< αγγλ. text linguistics, 1973]
24241κειμενογλωσσολογικός, ή, ό κει-με-νο-γλωσ-σο-λο-γι-κός επίθ. {συνήθ. στο θηλ.}: ΓΛΩΣΣ. που βασίζεται στις αρχές και τις μεθόδους της κειμενογλωσσολογίας: ~ή: ανάλυση/προσέγγιση. [< αγγλ. text linguistic]
24242κειμενογράφοςκει-με-νο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. (κ. θηλ.) πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη συγγραφή διαφημιστικών κειμένων ή σπανιότ. άρθρων: (σε αγγελία) Ζητείται ~. Βλ. -γράφος. 2. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα για τη δημιουργία αρχείων κειμένου, το οποίο διαθέτει περιορισμένες δυνατότητες επεξεργασίας και μορφοποίησης: λειτουργία/ρυθμίσεις/χρήση του ~ου. Βλ. επεξεργαστής κειμένου. ● ΣΥΜΠΛ.: φωνητικός κειμενογράφος: ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα δημιουργίας αρχείων κειμένου στον υπολογιστή μέσω υπαγόρευσης. [< 1: αγγλ. copywriter, 1911 2: αγγλ. text editor, 1975]
24243κειμενοκεντρικός, ή, ό κει-με-νο-κε-ντρι-κός επίθ. {συνήθ. στο θηλ.} (επιστ.): που έχει ως επίκεντρο το κείμενο: ~ή: διδασκαλία/προσέγγιση. Βλ. -κεντρικός.|| (ΛΟΓΟΤ.) ~ές: θεωρίες (: που βασίζονται κυρ. στο κείμενο για την κατανόηση και την ερμηνεία του· βλ. αναγνωστικός, φορμαλισμός).
24244κειμενολογίακει-με-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κειμενογλωσσολογία.
24245κείμενος, η, ο κεί-με-νος επίθ.: ΝΟΜ. ισχύων: ~η: νομοθεσία. ~ες: διατάξεις. Βλ. επι~, παρα~, προ~, υπάρχων. ● ΦΡ.: τα κακώς κείμενα/έχοντα (επίσ.): τα αρνητικά φαινόμενα, στοιχεία: Θίγει/καυτηριάζει/στηλιτεύει/προσπαθεί να διορθώσει ~ ~ (της κοινωνίας/της χώρας/του παρελθόντος). ● βλ. κείμαι [< αρχ. κείμενος]
24246κειμήλιοκει-μή-λι-ο ουσ. (ουδ.) {κειμηλίων, συνήθ. στον πληθ.}: παλιό αντικείμενο που φυλάσσεται λόγω μεγάλης εθνικής, θρησκευτικής ή συναισθηματικής αξίας: ιερά/ιστορικά/οικογενειακά ~α (π.χ. εικόνες, όπλα, οικιακά σκεύη). Πβ. θησαυρός1. Βλ. αντίκα, ενθύμιο. [< αρχ. κειμήλιον]
24247κείνοςβλ. εκείνος
24248κεϊνσιανισμόςκε-ϊν-σι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. θεωρία που υποστηρίζει ότι η καταπολέμηση της ανεργίας και η σταθερή οικονομική ανάπτυξη μπορούν να επιτευχθούν με κρατικές παρεμβάσεις στη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς προς την κατεύθυνση της αναθέρμανσης της ζήτησης και της ενίσχυσης της εμπορικής δραστηριότητας: Βασικές θέσεις του ~ού είναι η μείωση των επιτοκίων και η αύξηση των δημοσίων δαπανών. Βλ. κρατισμός, μονεταρισμός. ΑΝΤ. νεοφιλελευθερισμός [< αγγλ. Keynesianism, 1942]
24249κεϊνσιανός, ή, ό κε-ϊν-σι-α-νός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται στις απόψεις του Άγγλου οικονομολόγου Τζον Κέινς ή των συνεχιστών του: ~ός σταυρός (: διάγραμμα που απεικονίζει το ~ό μοντέλο). ~ή: θεωρία (= κεϊνσιανισμός)/σχολή. ~ό: υπόδειγμα. ~ές: πολιτικές. ΑΝΤ. νεοφιλελεύθερος ● Ουσ.: κεϊνσιανός (ο): οπαδός του κεϊνσιανισμού: Οι ~οί είναι υπέρμαχοι του κρατικού παρεμβατισμού. Βλ. κρατ-, μονεταρ-ιστής. [< αγγλ. Keynesian, 1937]
24250κείτομαικεί-το-μαι ρ. (αμτβ.) {-όταν (λόγ.) εκείτετο, -oνταν | μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: {συνήθ. στο γ' πρόσ.} είμαι πεσμένος ή ξαπλωμένος: Νεκροί και τραυματίες ~ονταν στους δρόμους.|| ~εται στο κρεβάτι βαριά άρρωστος.|| Οι κολόνες του αρχαίου ναού ~ονταν στο χώμα. [< μεσν. κείτομαι]
24251κεκουσ. (ουδ.) βλ. κέικ
24252ΚΕΚ1. (το) Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης. 2. (η) Κάρτα Ελέγχου Καυσαερίων.
24253κεκαλυμμένος, η, ο κε-κα-λυμ-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): συγκαλυμμένος: ~η: αναφορά/απειλή (= έμμεση). ● επίρρ.: κεκαλυμμένα ● βλ. καλύπτω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. καλύπτω]
24254κεκαμμένος, η, ο κε-καμ-μέ-νος επίθ. (επιστ.): λυγισμένος: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ος: σωλήνας.|| (ΙΑΤΡ.) ~ο: άκρο (του σώματος). Πβ. κυρτός, ραιβός. ● βλ. κάμπτω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. κάμπτω]
24255κεκαρμένος, η, ο κε-καρ-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: εν χρω κεκαρμένος [ἐν χρῷ]: κουρεμένος γουλί, σύρριζα. ● βλ. εκάρη [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. κείρω]
24256κεκεδίζωκε-κε-δί-ζω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ' εν.} (προφ.): τραυλίζω. Βλ. ψευδίζω.
24257κεκέδισμακε-κέ-δι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): τραύλισμα: τρέμουλο και ~ στη φωνή.
24258κεκέςκε-κές ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): τραυλός. Βλ. -ές. [< τουρκ. keke]
24259κεκλεισμένος, η, ο κε-κλει-σμέ-νος μτχ. (λόγ.): στη ● ΦΡ.: κεκλεισμένων των θυρών (ΚΔ): (επίσ.) (κυρ. για δίκη ή αθλητικό αγώνα) χωρίς ακροατήριο ή θεατές: Η συζήτηση/συνεδρίαση διεξήχθη/έγινε ~ ~. Αγωνίστηκαν/έπαιξαν ~ ~. ● βλ. κλεισμένος [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. κλείω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.