Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25020-25040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24260κεκλιμένος, η, ο κε-κλι-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει κλίση: ~ος: πάγκος (γυμναστικής). ~η: επιφάνεια. ~ο: έδαφος. Ο ~ πύργος της Πίζας. Πβ. γερτός, επικλινής, πλάγιος. Βλ. κατηφορικός. ● ΣΥΜΠΛ.: κεκλιμένο επίπεδο: ΦΥΣ. επιφάνεια που σχηματίζει γωνία με το οριζόντιο επίπεδο και διευκολύνει την ανύψωση ή το κατέβασμα μεγάλων φορτίων. Πβ. ράμπα. [< γαλλ. plan incliné] ● βλ. κλίνω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. κλίνω]
24261κεκοιμημένος, η, ο κε-κοι-μη-μέ-νος επίθ. {συνήθ. στο αρσ.}: ΕΚΚΛΗΣ. αποθανών: Μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του ~ου δούλου του Θεού ... ~οι: Άγιοι/αδελφοί. Πβ. εκλιπών, μακαριστός, μεταστάς, πεθαμένος. ● Ουσ.: κεκοιμημένος (ο): Ζώντες και ~οι. Προσευχή για τους ~ους. Πβ. μακαρίτης, συγχωρεμένος. ● βλ. κοιμάμαι [< μτχ. παθ. παρακ. του μτγν. ρ. κοιμῶ]
24262κεκορεσμένος, η, ο βλ. κορεσμένος
24263κεκράκτεςκε-κρά-κτες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. κεκράκτης} & κεκράχτες (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) 1. αυτοί που κάνουν πολιτική κυρ. προπαγάνδα, ενεργώντας συνήθ. ως προβοκάτορες: ~ της εξουσίας. Κομματικοί ~. Πβ. βαλτός, εγκάθετος, παπαγαλάκι, φερέφωνο. 2. φανατικοί υποστηρικτές: ~ της παγκοσμιοποίησης. Πβ. ζηλωτής, θιασώτης. 3. πρόσωπα που προκαλούν θόρυβο για λόγους δημοσιότητας: ~ των τηλεοπτικών παραθύρων. [< αρχ. κεκράκτης ‘αυτός που κραυγάζει’]
24264κεκτημένοκε-κτη-μέ-νο ουσ. (ουδ.): κατοχυρωμένο δικαίωμα ή συλλογικό αγαθό: αδιαπραγμάτευτο/πολιτιστικό ~ (της Ευρώπης). Κοινωνικό ~ (: κατοχυρωμένες κοινωνικές παροχές). Θεσμικό ~ (της Μεταπολίτευσης/της Τοπικής Αυτοδιοίκησης).κεκτημένα (τα): πλεονεκτήματα που έχουν εξασφαλιστεί στο παρελθόν: Νομοσχέδιο που θίγει τα (εργασιακά) ~ αρκετών επαγγελματικών ομάδων. Οι μετοχές της εταιρείας διατήρησαν τα ~ τους στο χρηματιστήριο. [< γαλλ. les acquis, περ. 1960] ● ΣΥΜΠΛ.: ευρωπαϊκό/κοινοτικό κεκτημένο: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. το σύνολο της νομοθεσίας που καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Κάθε υποψήφια προς ένταξη χώρα οφείλει να υιοθετήσει το ~ ~. [< γαλλ. acquis communautaire]
24265κεκτημένος, η, ο κε-κτη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει αποκτηθεί, που είναι κατοχυρωμένος: ~η: εμπειρία. ~ες: γνώσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: κεκτημένη ταχύτητα 1. (μτφ.) παρορμητική τάση που οφείλεται σε προηγούμενη εμπειρία ή δραστηριότητα και οδηγεί συνήθ. σε ακούσιες και εσφαλμένες ενέργειες: Από ~ ~/λόγω ~ης ~ας ακολούθησα τον δρόμο που οδηγεί στο παλιό μου σπίτι (= από συνήθεια). Ορθογραφικά λάθη από ~ ~ (βλ. εκ παραδρομής). 2. ΦΥΣ. που εξακολουθεί να υπάρχει σε ένα σώμα, όταν σταματήσει να επιδρά σε αυτό η δύναμη που το έθεσε σε κίνηση. || (μτφ.) Με ~ ~ η ομάδα στον τελικό. [< 2: γαλλ. vitesse acquise] , κεκτημένο δικαίωμα (επίσ.): που έχει κατοχυρωθεί νομικά: Η κοινωνική ασφάλιση αποτελεί ~ ~ των εργαζομένων. Οι απεργοί θέλουν να διαφυλάξουν τα ~α ~ατά τους (= τα κεκτημένα τους). [< γαλλ. droit acquis] [< μτχ. παθ. παρακ. του μτγν. ρ. κτῶμαι]
24266κελάδακε-λά-δα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό ωδικό πτηνό (οικογ. Motacillidae Anthus) με καστανωπές ραβδώσεις, λεπτό μυτερό ράμφος και μακριά πίσω δάκτυλα και νύχια, το οποίο περπατά και τρέχει. Βλ. σουσουράδα, στρουθιόμορφα.[< αρχ. κέλαδος (ὁ) ‘τραγούδι (για πουλιά)’]
24267κελαηδάεικε-λαη-δάει ρ. (αμτβ.) {κελάηδ-ησε, κελαηδ-ήσει, -ώντας} & κελαηδά & κελαηδεί & (σπάν.) κελαϊδά(ει): (για πουλί) βγάζει ευχάριστη, μελωδική φωνή. Πβ. λαλεί, τερετίζει, τιτιβίζει.κελαηδάω & κελαηδώ (μτφ.-ειρων.): αποκαλύπτω μυστικά: Άρχισε να ~άει στους δημοσιογράφους. [< αρχ. κελαδῶ]
24268κελάηδημακε-λάη-δη-μα ουσ. (ουδ.) & κελάηδισμα & (σπάν.) κελάιδισμα & (σπανιότ.) κελαηδισμός: το αποτέλεσμα ή/και η ενέργεια του κελαηδάει: γλυκό/μελωδικό ~ (των αηδονιών). Το ~ της καρδερίνας. Πβ. τρίλια1. Βλ. λάλημα, τερέτ-, τιτίβ-ισμα. [< μτγν. κελάδημα]
24269κελάρικε-λά-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αποθηκευτικός χώρος, συνήθ. υπόγειος, με συνθήκες σταθερής θερμοκρασίας και υγρασίας για την ωρίμανση οινοπνευματωδών ποτών σε βαρέλια ή τη διατήρησή τους σε φιάλες: ~ κρασιού. Πβ. κάβα, οιναποθήκη. Βλ. παλαίωση.|| (παλαιότ.) ~ με τρόφιμα. Πβ. κατώγι. [< μεσν. κελλάριν]
24270κελαρύζεικε-λα-ρύ-ζει ρ. (αμτβ.) {κελάρυζε, κελαρύζοντας, συνήθ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (λογοτ.): (για νερό) βγάζει ευχάριστο και γάργαρο ήχο, καθώς ρέει στη φύση: Πηγή/ποτάμι/ρυάκι που ~. Βλ. παφλάζει. [< αρχ. κελαρύζω, εσφαλμ. ορθογρ. κελαρίζει]
24271κελάρυσμακε-λά-ρυ-σμα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): ο ήχος του κελαρυστού νερού. Βλ. παφλασμός, φλοίσβος. [< μτγν. κελάρυσμα, εσφαλμ. ορθογρ. κελάρισμα]
24272κελαρυστός, ή, ό κε-λα-ρυ-στός επίθ. (λογοτ.): που κελαρύζει: Το νερό της πηγής αναβλύζει ~ό.|| (μτφ.) ~ή: φωνή. ~ό: γέλιο. Πβ. γάργαρος. ● επίρρ.: κελαρυστά [εσφαλμ. ορθογρ. κελαριστός, κελαριστά]
24273κελεμπέκικε-λε-μπέ-κι ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. το ξύλο από το δέντρο σφένδαμος, συνήθ. όταν χρησιμοποιείται για την κατασκευή μουσικών οργάνων: ηλεκτρική κιθάρα με ταστιέρα από ~. [< τουρκ. kelebek]
24274κελεμπίακε-λε-μπί-α ουσ. (θηλ.): αραβικό ένδυμα, ανδρικό ή γυναικείο, με μακριά και πλατιά μανίκια που πέφτει χαλαρά στο σώμα σαν φουστάνι, φτάνοντας ως τον αστράγαλο και κατ' επέκτ. κάθε παρόμοιο φαρδύ ρούχο: λευκή/μαύρη/παραδοσιακή ~. Βλ. καφτάνι, μπούρκα. [< αραβ. kelebia]
24275κελεπούρικε-λε-πού-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. πρόσωπο με σπάνια προσόντα ή ικανότητες: Το νέο απόκτημα της ομάδας αποδείχτηκε ~.|| (συχνά ειρων.) Σιγά μη χάσουμε το ~! 2. προϊόν που η τιμή του είναι αρκετά χαμηλή σε σχέση με την αξία ή τη χρησιμότητά του: πραγματικό/σωστό ~. Το κινητό μου είναι ~ για τα λεφτά του. Πβ. ευκαιρία, προσφορά, τεφαρίκι. Βλ. τσάμπα/τζάμπα πράμα. [< τουρκ. kelepir]
24276κελεύεικε-λεύ-ει ρ. (μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} (λόγ.): προστάζει: (μτφ.-ειρων.) Φέτος η μόδα ~ ... (= επιτάσσει). ● ΦΡ.: άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει βλ. βουλή [< αρχ. κελεύω]
24277κέλευσμακέ-λευ-σμα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) εντολή ή απαίτηση: κομματικά ~ατα. Υποκύπτουν στα ~ατα των ισχυρών.|| Ανταποκρίνεται στα ~ατα των καιρών. Πβ. επιταγή, προσταγή. 2. ΝΑΥΤ. διαταγή για εκτέλεση άσκησης ή υπηρεσίας στο Πολεμικό Ναυτικό: Κατά την πρόσδεση των πλοίων δίνεται στους ναύτες το ~ αγάντα. Πβ. παράγγελμα, πρόσταγμα. [< αρχ. κέλευσμα]
24278κελευστήςκε-λευ-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κλητ. εν. κελευστά} 1. ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, ανώτερος από τον δίοπο και κατώτερος από τον επικελευστή κατά έναν βαθμό. Βλ. αρχι~, λοχίας, σμηνίας. 2. υπαξιωματικός του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον λιμενοφύλακα και κατώτερος από τον επικελευστή κατά έναν βαθμό. [< πβ. αρχ. κελευστής ‘αυτός που δίνει το(ν) ρυθμό στοςυ κωπηλάτες’]
24279κελίκε-λί ουσ. (ουδ.) {κελ-ιού | -ιών} 1. μικρός χώρος όπου κάποιος εκτίει ποινή φυλάκισης ή βρίσκεται υπό κράτηση. Βλ. δεσμω-, κρατη-τήριο. 2. ΕΚΚΛΗΣ. μικρό, λιτό δωμάτιο για έναν μοναχό ή οίκημα για περισσότερους σε μοναστήρι: ασκητικό ~. 3. ΠΛΗΡΟΦ. ορθογώνιος ή σπανιότ. τετράγωνος χώρος σε υπολογιστικό φύλλο, ο οποίος έχει μεταβλητό μέγεθος και περιλαμβάνει συνήθ. αριθμητικά δεδομένα: τα ~ιά του πίνακα. Εισαγωγή/διαγραφή/διαίρεση ~ιών. Βλ. στήλη. 4. ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. καθένας από τους πολλούς, μικρούς εξαγωνικούς σχηματισμούς από τους οποίους αποτελείται η κηρήθρα: βασιλικά ~ιά (: στα οποία εκκολάπτονται οι βασίλισσες). ● ΣΥΜΠΛ.: λευκό κελί: ατομικό κελί πλήρους απομόνωσης, χωρίς παράθυρο, με διαρκές τεχνητό φως και ηχομόνωση, όπου οι (συνήθ. πολιτικοί) κρατούμενοι δεν επικοινωνούν με τον έξω κόσμο και είναι υπό συνεχή παρακολούθηση με κάμερες. [< 1: γαλλ. cellule 2: μεσν. κελλί < λατ. cella ‘αποθήκη, κάβα, μικρό δωμάτιο’ 3: αγγλ. cell]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.