| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24245 | κείμενος | , η, ο κεί-με-νος επίθ.: ΝΟΜ. ισχύων: ~η: νομοθεσία. ~ες: διατάξεις. Βλ. επι~, παρα~, προ~, υπάρχων. ● ΦΡ.: τα κακώς κείμενα/έχοντα (επίσ.): τα αρνητικά φαινόμενα, στοιχεία: Θίγει/καυτηριάζει/στηλιτεύει/προσπαθεί να διορθώσει ~ ~ (της κοινωνίας/της χώρας/του παρελθόντος). ● βλ. κείμαι [< αρχ. κείμενος] | |
| 24246 | κειμήλιο | κει-μή-λι-ο ουσ. (ουδ.) {κειμηλίων, συνήθ. στον πληθ.}: παλιό αντικείμενο που φυλάσσεται λόγω μεγάλης εθνικής, θρησκευτικής ή συναισθηματικής αξίας: ιερά/ιστορικά/οικογενειακά ~α (π.χ. εικόνες, όπλα, οικιακά σκεύη). Πβ. θησαυρός1. Βλ. αντίκα, ενθύμιο. [< αρχ. κειμήλιον] | |
| 24247 | κείνος | βλ. εκείνος | |
| 24248 | κεϊνσιανισμός | κε-ϊν-σι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. θεωρία που υποστηρίζει ότι η καταπολέμηση της ανεργίας και η σταθερή οικονομική ανάπτυξη μπορούν να επιτευχθούν με κρατικές παρεμβάσεις στη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς προς την κατεύθυνση της αναθέρμανσης της ζήτησης και της ενίσχυσης της εμπορικής δραστηριότητας: Βασικές θέσεις του ~ού είναι η μείωση των επιτοκίων και η αύξηση των δημοσίων δαπανών. Βλ. κρατισμός, μονεταρισμός. ΑΝΤ. νεοφιλελευθερισμός [< αγγλ. Keynesianism, 1942] | |
| 24249 | κεϊνσιανός | , ή, ό κε-ϊν-σι-α-νός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται στις απόψεις του Άγγλου οικονομολόγου Τζον Κέινς ή των συνεχιστών του: ~ός σταυρός (: διάγραμμα που απεικονίζει το ~ό μοντέλο). ~ή: θεωρία (= κεϊνσιανισμός)/σχολή. ~ό: υπόδειγμα. ~ές: πολιτικές. ΑΝΤ. νεοφιλελεύθερος ● Ουσ.: κεϊνσιανός (ο): οπαδός του κεϊνσιανισμού: Οι ~οί είναι υπέρμαχοι του κρατικού παρεμβατισμού. Βλ. κρατ-, μονεταρ-ιστής. [< αγγλ. Keynesian, 1937] | |
| 24250 | κείτομαι | κεί-το-μαι ρ. (αμτβ.) {-όταν (λόγ.) εκείτετο, -oνταν | μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: {συνήθ. στο γ' πρόσ.} είμαι πεσμένος ή ξαπλωμένος: Νεκροί και τραυματίες ~ονταν στους δρόμους.|| ~εται στο κρεβάτι βαριά άρρωστος.|| Οι κολόνες του αρχαίου ναού ~ονταν στο χώμα. [< μεσν. κείτομαι] | |
| 24251 | κεκ | ουσ. (ουδ.) βλ. κέικ | |
| 24252 | ΚΕΚ | 1. (το) Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης. 2. (η) Κάρτα Ελέγχου Καυσαερίων. | |
| 24253 | κεκαλυμμένος | , η, ο κε-κα-λυμ-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): συγκαλυμμένος: ~η: αναφορά/απειλή (= έμμεση). ● επίρρ.: κεκαλυμμένα ● βλ. καλύπτω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. καλύπτω] | |
| 24254 | κεκαμμένος | , η, ο κε-καμ-μέ-νος επίθ. (επιστ.): λυγισμένος: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ος: σωλήνας.|| (ΙΑΤΡ.) ~ο: άκρο (του σώματος). Πβ. κυρτός, ραιβός. ● βλ. κάμπτω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. κάμπτω] | |
| 24255 | κεκαρμένος | , η, ο κε-καρ-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: εν χρω κεκαρμένος [ἐν χρῷ]: κουρεμένος γουλί, σύρριζα. ● βλ. εκάρη [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. κείρω] | |
| 24256 | κεκεδίζω | κε-κε-δί-ζω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ' εν.} (προφ.): τραυλίζω. Βλ. ψευδίζω. | |
| 24257 | κεκέδισμα | κε-κέ-δι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): τραύλισμα: τρέμουλο και ~ στη φωνή. | |
| 24258 | κεκές | κε-κές ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): τραυλός. Βλ. -ές. [< τουρκ. keke] | |
| 24259 | κεκλεισμένος | , η, ο κε-κλει-σμέ-νος μτχ. (λόγ.): στη ● ΦΡ.: κεκλεισμένων των θυρών (ΚΔ): (επίσ.) (κυρ. για δίκη ή αθλητικό αγώνα) χωρίς ακροατήριο ή θεατές: Η συζήτηση/συνεδρίαση διεξήχθη/έγινε ~ ~. Αγωνίστηκαν/έπαιξαν ~ ~. ● βλ. κλεισμένος [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. κλείω] | |
| 24260 | κεκλιμένος | , η, ο κε-κλι-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει κλίση: ~ος: πάγκος (γυμναστικής). ~η: επιφάνεια. ~ο: έδαφος. Ο ~ πύργος της Πίζας. Πβ. γερτός, επικλινής, πλάγιος. Βλ. κατηφορικός. ● ΣΥΜΠΛ.: κεκλιμένο επίπεδο: ΦΥΣ. επιφάνεια που σχηματίζει γωνία με το οριζόντιο επίπεδο και διευκολύνει την ανύψωση ή το κατέβασμα μεγάλων φορτίων. Πβ. ράμπα. [< γαλλ. plan incliné] ● βλ. κλίνω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. κλίνω] | |
| 24261 | κεκοιμημένος | , η, ο κε-κοι-μη-μέ-νος επίθ. {συνήθ. στο αρσ.}: ΕΚΚΛΗΣ. αποθανών: Μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του ~ου δούλου του Θεού ... ~οι: Άγιοι/αδελφοί. Πβ. εκλιπών, μακαριστός, μεταστάς, πεθαμένος. ● Ουσ.: κεκοιμημένος (ο): Ζώντες και ~οι. Προσευχή για τους ~ους. Πβ. μακαρίτης, συγχωρεμένος. ● βλ. κοιμάμαι [< μτχ. παθ. παρακ. του μτγν. ρ. κοιμῶ] | |
| 24262 | κεκορεσμένος | , η, ο βλ. κορεσμένος | |
| 24263 | κεκράκτες | κε-κρά-κτες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. κεκράκτης} & κεκράχτες (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) 1. αυτοί που κάνουν πολιτική κυρ. προπαγάνδα, ενεργώντας συνήθ. ως προβοκάτορες: ~ της εξουσίας. Κομματικοί ~. Πβ. βαλτός, εγκάθετος, παπαγαλάκι, φερέφωνο. 2. φανατικοί υποστηρικτές: ~ της παγκοσμιοποίησης. Πβ. ζηλωτής, θιασώτης. 3. πρόσωπα που προκαλούν θόρυβο για λόγους δημοσιότητας: ~ των τηλεοπτικών παραθύρων. [< αρχ. κεκράκτης ‘αυτός που κραυγάζει’] | |
| 24264 | κεκτημένο | κε-κτη-μέ-νο ουσ. (ουδ.): κατοχυρωμένο δικαίωμα ή συλλογικό αγαθό: αδιαπραγμάτευτο/πολιτιστικό ~ (της Ευρώπης). Κοινωνικό ~ (: κατοχυρωμένες κοινωνικές παροχές). Θεσμικό ~ (της Μεταπολίτευσης/της Τοπικής Αυτοδιοίκησης). ● κεκτημένα (τα): πλεονεκτήματα που έχουν εξασφαλιστεί στο παρελθόν: Νομοσχέδιο που θίγει τα (εργασιακά) ~ αρκετών επαγγελματικών ομάδων. Οι μετοχές της εταιρείας διατήρησαν τα ~ τους στο χρηματιστήριο. [< γαλλ. les acquis, περ. 1960] ● ΣΥΜΠΛ.: ευρωπαϊκό/κοινοτικό κεκτημένο: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. το σύνολο της νομοθεσίας που καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Κάθε υποψήφια προς ένταξη χώρα οφείλει να υιοθετήσει το ~ ~. [< γαλλ. acquis communautaire] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ