| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24280 | κελτικός | , ή, ό κελ-τι-κός επίθ. & κέλτικος: που έχει σχέση με τους αρχαίους Κέλτες ή τους σύγχρονους απογόνους τους (Ιρλανδούς, Σκωτσέζους, Ουαλούς): ~ός: σταυρός (: το κέντρο του οποίου περιβάλλεται από κύκλο). ~ές: γλώσσες. [< μτγν. ἡ Κελτική 'η Γαλατία'] | |
| 24281 | κέλυφος | κέ-λυ-φος ουσ. (ουδ.) {κέλυφ-ους (συνήθ. λόγ.) -ύφους | -ύφη} 1. ΒΙΟΛ. το σκληρό προστατευτικό περίβλημα των αβγών (τσόφλι) και ορισμένων καρπών (περικάρπιο) ή ζώων (όστρακο, καβούκι): το ~ του αχινού/του καρυδιού/της χελώνας (= καύκαλο). Βλ. κοχύλι, φλοιός, φλούδα. 2. ΟΙΚΟΔ. η εξωτερική επιφάνεια μιας κατασκευής: ~ κτιρίου/σήραγγας. 3. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργούνται συνθήκες προστασίας ή απομόνωσης. Πβ. κλουβί, στη γυάλα. [< αρχ. κέλυφος] | |
| 24282 | κελυφωτός | , ή, ό κε-λυ-φω-τός επίθ.: που έχει κέλυφος: (ΒΟΤ.) ~οί: καρποί (π.χ. αμύγδαλα, καρύδια, φουντούκια). ~ά: φιστίκια (: Αιγίνης).|| (ΟΙΚΟΔ.) ~ή: κατασκευή. | |
| 24283 | κεμανές | κε-μα-νές ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. παραδοσιακή λύρα της Μικράς Ασίας (κυρ. της Καππαδοκίας) με τέσσερις ή έξι βασικές χορδές που παίζονται με δοξάρι και μια δεύτερη σειρά από τέσσερις έως έξι συμπαθητικές χορδές. Βλ. -ές, κεμεντζές. [< τουρκ. kemane] | |
| 24284 | κεμεντζές | κε-με-ντζές ουσ. (αρσ.) & κεμετζές & κεμεντζέ (η): ΜΟΥΣ. παραδοσιακή ποντιακή ή πολίτικη λύρα που έχει τρεις χορδές και παίζεται με δοξάρι. Βλ. -ές, κεμανές. [< τουρκ. kemençe] | |
| 24285 | κεμέρι | κε-μέ-ρι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λογοτ.): δερμάτινη ζώνη με θήκες συνήθ. για τοποθέτηση χρημάτων και κατ' επέκτ. πορτοφόλι: Τρύπησε το ~ με τις λίρες.|| Άδειο/γεμάτο το ~. Βλ. βαλάντιο, κομπόδεμα. [< τουρκ. kemer] | |
| 24286 | κεμπάπ | κε-μπάπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. ανατολίτικο φαγητό από καρυκευμένο κιμά, μοσχαρίσιο, χοιρινό ή/και αρνίσιο, πλασμένο σε μακρόστενα κομμάτια: καλαμάκι/πίτα ~. ~ μερίδα. Ντονέρ ~. Βλ. γιαουρτλού, σις ~, τας ~. [< τουρκ. kebap] | |
| 24288 | ΚΕΝ | (το): Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων. | |
| 24291 | κενό | κε-νό ουσ. (ουδ.) 1. μεγάλος ή μικρός χώρος, ο οποίος δεν περιέχει κάτι που μπορεί να γίνει αντιληπτό: Ο κασκαντέρ βρέθηκε/πήδηξε στο ~. Βλ. άπειρο, βάραθρο, χάος.|| Συμπληρώστε το ~ με το ονοματεπώνυμό σας. Προσοχή στο ~! Βλ. διάκενο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Άφησε μεταξύ των λέξεων ένα μόνο ~.|| (κατ' επέκτ., για χρονικό διάστημα) ~ σιωπής. 2. {συχνότ. στον πληθ.} ασυνέχεια ή έλλειψη: ~ εξουσίας. Γνωστικά/θεσμικά/ιδεολογικά/λογικά/μαθησιακά/νομοθετικά/πολιτισμικά ~ά. ~ά μνήμης (βλ. χάσμα). Παραλείψεις και ~ά. Γεφυρώνει το ~ ανάμεσα/μεταξύ ... Υπάρχουν ~ά στον έλεγχο/στην πληροφόρηση. Έχει ~ά στα Αρχαία. Η ομάδα παρουσίασε αμυντικά ~ά. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ασφαλείας σε λειτουργικό σύστημα. Πβ. αδυναμίες. 3. (μτφ.) αίσθημα που οφείλεται σε απώλεια σημαντικού προσώπου ή απουσία αξιών, ενδιαφερόντων: Νιώθω ένα ~. Πώς θα γεμίσει το ~ που προκάλεσε ο χαμός τους;|| Εσωτερικό/πλήρες/υπαρξιακό ~. Το ~ της ψυχής. 4. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. {συνηθέστ. στον πληθ.} θέση που δεν έχει καταληφθεί, καλυφθεί από κάποιον: λειτουργικά/οργανικά ~ά (: στις οργανικές θέσεις μιας υπηρεσίας).|| (μτφ.) Ο θάνατός της άφησε ένα δυσαναπλήρωτο ~ στο θέατρο. 5. ΦΥΣ. χώρος στον οποίο η πίεση είναι χαμηλότερη της ατμοσφαιρικής: διαστρικό/μερικό/τεχνητό ~. Χαμηλό/μέσο/υψηλό ~. Ταχύτητα του φωτός στο ~. Πτώση των σωμάτων στον αέρα ή στο ~. 6. ΦΥΣ. ιδανική κατάσταση χώρου στον οποίο δεν υπάρχουν σωματίδια ύλης και δυναμικά πεδία. ● ΣΥΜΠΛ.: κενό (αέρος) 1. περιοχή όπου υπάρχει διαφορά στην πυκνότητα του ατμοσφαιρικού αέρα: μεγάλο/μικρό ~ ~. Το αεροπλάνο έπεσε σε ~ ~. Βλ. αναταράξεις. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συνθήκες τεχνητής αφαίρεσης του αέρα: συσκευασία ~ού ~ (πβ. αεροστεγής). Επιμετάλλωση/ψύξη σε ~ ~. Δοχείο/σωλήνες με ~ ~. Απόσταξη υπό ~. Το προϊόν διατίθεται τυποποιημένο σε ~ ~., νομικό κενό: ΝΟΜ. έλλειψη των αναγκαίων νομικών διατάξεων για την αποτελεσματική διευθέτηση ενός θέματος: Διαπιστώνονται σοβαρά ~ά ~ά στη σύμβαση., τεχνολογία κενού: ΤΕΧΝΟΛ. που αφορά μετρήσεις και διαδικασίες οι οποίες γίνονται σε συνθήκες πίεσης χαμηλότερης της ατμοσφαιρικής: μέθοδος αποχέτευσης λυμάτων με την ~ ~., αντλία κενού βλ. αντλία, απόλυτο κενό βλ. απόλυτος, ερωτήσεις συμπλήρωσης κενού βλ. ερώτηση, ο φόβος/τρόμος του κενού βλ. τρόμος ● ΦΡ.: αισθάνομαι/έχω/νιώθω ένα κενό στο στομάχι: πεινώ., άλμα στο κενό 1. (για αυτοκτονία ή απόπειρα αυτοκτονίας) πτώση από σημείο που βρίσκεται σε μεγάλο ύψος από το έδαφος: ~ ~ από τον έκτο όροφο κτιρίου (= βουτιά θανάτου/στο κενό). 2. (μτφ.) για ενέργειες που εμπεριέχουν κίνδυνο, είναι μάταιες ή έχουν απρόβλεπτες, κυρ. αρνητικές, συνέπειες: τυχοδιωκτικό ~ ~., έχω/κάνω κενό (προφ.): (για φοιτητή, μαθητή ή διδάσκοντα) δεν έχω μάθημα: Είχαμε/κάναμε ~ την ώρα των μαθηματικών.|| Θα διορθώσω τα γραπτά την πέμπτη ώρα που ~ ~., πέφτει στο κενό & (σπάν.) καταλήγει στο κενό {συνηθέστ. στον αόρ.} 1. (για πρόσ.) πηδά από πολύ μεγάλο ύψος: Έπεσε ~ από τον τρίτο όροφο. 2. (μτφ.) (για ενέργεια, προσπάθεια) δεν ευοδώνεται: Οι διαπραγματεύσεις/οι πρωτοβουλίες/τα σχέδιά τους έπεσαν ~ (= απέτυχαν). Η διαμαρτυρία του έπεσε ~ (= δεν εισακούστηκε)., καλύπτω το κενό/τα κενά βλ. καλύπτω [< αρχ. κενόν, γαλλ. vide] | |
| 24292 | κενο- & κενό- | : α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του άδειου ή ανούσιου: κενο-τάφιο.|| Kενο-λόγος. Kενό-δοξος. | |
| 24293 | κενοδοξία | κε-νο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ματαιοδοξία: Συμπεριφέρεται με ~ και αλαζονεία/αυταρέσκεια. Βλ. επιδειξιο-, δοξο-, μεγαλο-μανία, μωροφιλοδοξία. ΣΥΝ. ματαιοφροσύνη [< μτγν. κενοδοξία] | |
| 24294 | κενόδοξος | , η, ο κε-νό-δο-ξος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): ματαιόδοξος: ~ και εγωιστής/υπερόπτης. Βλ. επιδειξιο-, δοξο-, μεγαλο-μανής, φαντασμένος. ΣΥΝ. ματαιόφρων [< μτγν. κενόδοξος] | |
| 24295 | κενολογία | κε-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ανούσια λόγια διατυπωμένα συνήθ. με πομπώδες ύφος: πολιτική ~. Λόγος γεμάτος ~ες. Πβ. αερολογίες. Βλ. άρες μάρες (κουκουνάρες), κοινοτοπία, μωρο-, περιττο-λογία. ΣΥΝ. ματαιολογία [< μτγν. κενολογία] | |
| 24296 | κενολόγος | , ος, ο κε-νο-λό-γος επίθ./ουσ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που λέει ή περιέχει κενολογίες: ~οι και δημαγωγοί. Πβ. αερολόγος. Βλ. μεγαλόστομος, -λόγος. [< μτγν. κενολόγος] | |
| 24297 | κενός | , ή, ό κε-νός επίθ. 1. που δεν περιέχει τίποτα ή δεν έχει καλυφθεί: ~ός: θάλαμος/κάδος/φάκελος/χώρος. ~ή: αίθουσα/λίστα/σελίδα/συσκευασία/φιάλη. Πβ. αδειανός, άδειος. ΑΝΤ. γεμάτος.|| ~ά: διαστήματα. Στείλτε ~ μήνυμα/SMS. ~ κωδικός πρόσβασης (: δεν έχει συμπληρωθεί). (στο ποδόσφαιρο) Πλάσαρε άουτ προ ~ής εστίας. 2. διαθέσιμος, ελεύθερος, που δεν έχει καταληφθεί από κάποιον: ~ές: κλίνες. ~ά: δωμάτια ξενοδοχείου. (στο θέατρο:) Υπάρχουν λίγες ~ές θέσεις. (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Θα πληρωθούν οι ~ές (οργανικές) θέσεις.|| ~ός: χρόνος. ~ή: εβδομάδα/ώρα (: χωρίς υποχρεώσεις, δουλειά). 3. (μτφ.) που δεν έχει αξία, νόημα, σκοπό· ανούσιος, μάταιος: ~ή: άποψη/συζήτηση. ~ές: ελπίδες (= φρούδες)/υποσχέσεις. ~ά: λόγια.|| (για πρόσ.) ~ός: άνθρωπος (: χωρίς αισθήματα, πβ. αναίσθητος, ασυγκίνητος). ~ή: ύπαρξη. Νιώθει ~ός (: δεν έχει συναισθηματική πληρότητα). Πβ. επιφανειακός, κούφιος, ρηχός. ● επίρρ.: κενά ● ΣΥΜΠΛ.: κενός χαρακτήρας & (σπάν.) χαρακτήρας διαστήματος: ΠΛΗΡΟΦ. που αφήνει ένα διάστημα στην οθόνη του υπολογιστή ή στην εκτύπωση: Οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις δεν περιέχουν ~ούς ~ες., κενή συμβολοσειρά βλ. συμβολοσειρά, κενό/νεκρό γράμμα βλ. γράμμα ● ΦΡ.: κενός περιεχομένου & (σπάν.) νοήματος/ουσίας (λόγ.): που στερείται περιεχομένου, νοήματος, ουσίας: Όρος ~ περιεχομένου. Έννοια ~ή νοήματος. Αντιπαράθεση ~ή ουσίας. [< αρχ. κενός, γαλλ. vide] | |
| 24298 | κενοτάφιο | κε-νο-τά-φι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ταφικό μνημείο προς τιμήν ενός ή περισσότερων ανθρώπων, συνήθ. πεσόντων σε πόλεμο, η σορός των οποίων δεν έχει βρεθεί ή έχει ταφεί αλλού: ~ με ανδριάντα/επιτύμβια στήλη. Κατάθεση στεφάνου/τέλεση τρισάγιου στο ~ των ηρώων. Βλ. Άγνωστος Στρατιώτης, μαυσωλείο, τύμβος. [< αρχ. κενοτάφιον] | |
| 24299 | κενότητα | κε-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & κενότης (λόγ.) 1. έλλειψη ουσίας, ευτέλεια· (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) οτιδήποτε χαρακτηρίζεται από αυτή: ~ των επιχειρημάτων/των λόγων/της πολιτικής. Η ~ της εποχής μας. Πβ. ρηχότητα. Βλ. γύμνια, ελαφρότητα.|| Βαρύγδουπες ~ες (= κενολογίες). ΣΥΝ. μηδαμινότητα ΑΝΤ. σπουδαιότητα 2. (για πρόσ.) απουσία σκοπού, ενδιαφερόντων και αξιών: εσωτερική/συναισθηματική/υπαρξιακή ~. Βλ. -ότητα. [< αρχ. κενότης] | |
| 10202 | κενοτισ | γε-μί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {γέμι-σα, γεμί-σει, γεμίζ-εται, -οντας, γεμι-σμένος} & (λαϊκό) γιομίζω 1. κάνω κάτι να είναι γεμάτο ή είμαι, γίνομαι πλήρης από κάτι: ~ το ποτήρι με νερό/το πιάτο με φαγητό. ~ το συρτάρι. ~ το ρεζερβουάρ με βενζίνη. ~ την κοιλιά μου (: τρώω πολύ, χορταίνω). ~ την μπαταρία (= φορτίζω). ~ το όπλο (= βάζω σφαίρες). Το δοχείο ~εται με λάδι. ~σε το ψυγείο με φαγητά.|| Η δεξαμενή/το στάδιο ~σε. Το αμφιθέατρο ~σε ασφυκτικά. Η πλατεία είχε ~σει (με) κόσμο/παιδιά. (ΜΑΓΕΙΡ.) Πατάτα/πιπεριά ~σμένη με τυρί (πβ. γεμιστός). Βλ. ξανα~.|| (μτφ.) ~ το κενό/τις σελίδες/το ταμείο/το χρόνο/τις ώρες μου. Το βουνό ~ει (με) δέος την ψυχή του επισκέπτη. Τα παιδιά ~ουν με φωνές τους δρόμους. ~σε (από) αισιοδοξία/αυτοπεποίθηση/πίκρα/υπερηφάνεια/χαρά. Με ~σε δώρα (: μου έκανε πολλά δώρα). Η είδηση τούς ~σε με αγωνία/ανησυχία. Δεν ξέρει τι να κάνει, για να ~σει τη ζωή του.|| ~σες σπυριά/ψίχουλα το πάτωμα!|| Το φεγγάρι ~σε (: έχει πανσέληνο). ΑΝΤ. αδειάζω (1), εκκενώνω (2) 2. (μτφ.) ικανοποιώ ψυχικά, δημιουργώ αίσθημα πληρότητας: Η δουλειά της/η ζωή στην πόλη την ~ει. Τίποτα δεν με ~ει. Η σχέση αυτή δεν με ~ει πια.|| Η αγάπη ~ει την καρδιά μου. Η μουσική ~ει τη ζωή μας. ● γεμίζει: (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) για κάτι που υπάρχει σε πλήθος, σε αφθονία: ~σε ο τόπος αυτοκίνητα/σκουπίδια. Οι δρόμοι ~σαν νερά (= πλημμύρισαν). Η παραλία ~σε με παράνομες διαφημιστικές πινακίδες. Τα παπούτσια μου ~σαν (= καλύφθηκαν από) λάσπες. ● ΦΡ.: γεμίζει/γέμισε το κεφάλι (με) ... (προφ.): σκέφτομαι έντονα, φέρνω στον νου μου, εστιάζω την προσοχή μου: ~ ~ μου (με) αναμνήσεις/αριθμούς/σκέψεις/στενοχώριες. Πβ. μπουχτίζω, πήζω.|| Κάποιος του γέμισε ~ μ' αυτές τις αηδίες (: του έβαλε ιδέες, τον έπεισε για κάτι)., γεμίζω τη μπάλα (προφ.): ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) κάνω μακρινή και ψηλοκρεμαστή μπαλιά προς την αντίπαλη περιοχή. Πβ. σεντράρω., δεν μου γεμίζει το μάτι (προφ.): δεν μου εμπνέει εμπιστοσύνη, δεν φαίνεται να έχει τα κατάλληλα προσόντα, χαρακτηριστικά: Από την αρχή δεν μου γέμισε ~. Με την πρώτη ματιά δεν σου γεμίζει ~, αλλά είναι πολύ χρήσιμη συσκευή., γεμίζω/φορτίζω τις μπαταρίες (μου) βλ. μπαταρία, το λέω και γεμίζει το στόμα μου βλ. στόμα, φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι βλ. φασούλι [< αρχ. γεμίζω] | |
| 24300 | κενοτόπιο | κε-νο-τό-πι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ. καθένα από τα κυστίδια του κυτταροπλάσματος, που περιβάλλονται από στοιχειώδη μεμβράνη και περιέχουν υδατικά διαλύματα ποικίλης σύστασης: πεπτικά ~α (βλ. φαγοκύτταρο). Βλ. χυμοτόπιο. [< γαλλ. vacuole] | |
| 24301 | κενούμενος | , η, ο κε-νού-με-νος επίθ. (επίσ.): που μένει κενός, άδειος: ~ες: θέσεις διευθυντών σχολικών μονάδων. [< μτχ. παθ. ενεστ. του ρ. κενῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ