| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24302 | κέντα | κέ-ντα ουσ. (θηλ.) : (στο πόκερ και στην πόκα) συνδυασμός από πέντε φύλλα οποιουδήποτε συμβόλου σε αριθμητική σειρά: ~ φλος ή ~ χρώμα (: όταν τα φύλλα έχουν και το ίδιο σύμβολο). Έκανε ~. Βλ. φουλ. | |
| 24303 | κενταύριο | κε-νταύ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & κενταύρια (η): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Centaurea) με λεπτά σωληνοειδή άνθη που ενώνονται ακτινωτά σε κοινό, συνήθ. ακανθώδη, κάλυκα· περιλαμβάνει αρκετά είδη που καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά ή χρησιμοποιούνται στη βοτανοθεραπεία. Βλ. γαϊδουράγκαθο. [< μτγν. κενταύριον] | |
| 24304 | Κένταυρος | Κέ-νταυ-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -αύρου} 1. ΑΣΤΡΟΝ. αστερισμός του Νότιου Ημισφαιρίου: το Άλφα του ~αύρου. Βλ. Αιγόκερως, εγγύτατος, Σταυρός του Νότου/Νότιος Σταυρός, Τοξότης. 2. ΜΥΘ. {συνήθ. στον πληθ.} ον με ανθρώπινο σώμα από τη μέση και πάνω και σώμα αλόγου από τη μέση και κάτω. [< αρχ. Κένταυρος, γαλλ. Centaure, αγγλ. Centaurus] | |
| 24305 | κεντάω | βλ. κεντώ | |
| 24306 | κέντημα | κέ-ντη-μα ουσ. (ουδ.) {κεντήμ-ατος | -ατα} 1. δημιουργία διακοσμητικών σχεδίων σε ύφασμα με τη χρήση βελόνας και κλωστών· συνεκδ. το αντίστοιχο εργόχειρο ή σχέδιο: Ασχολείται με το ~. Πβ. κεντητική. Βλ. βελονάκι, πλέξιμο, ράψιμο, υφαντική.|| Παραδοσιακά/χειροποίητα ~ατα. ~ μηχανής. Βλ. δαντέλα, υφαντό.|| Μπλούζα/τσάντα με ~ατα (= κεντίδια). Βλ. χρυσο~. 2. ΓΕΩΠ. χάραγμα του φλοιού μαστιχόδεντρου για τη συλλογή της μαστίχας και (συνεκδ. στον πληθ.) οι τομές που γίνονται για τον σκοπό αυτό. Πβ. κεντιά. 3. (μτφ.) εντυπωσιακό δημιούργημα που απαιτεί μεγάλη επιδεξιότητα και τέχνη: δουλειά-~. Όμορφο κάδρο, σωστό ~. Βλ. λεπτοδουλειά, ποίηση. 4. ΜΟΥΣ. χαρακτήρας ποσότητας της βυζαντινής σημειογραφίας που συμβολίζει το ανέβασμα της μελωδίας κατά δύο φθόγγους. Βλ. ολίγον, πεταστή. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκαρίτικο κέντημα βλ. λευκαρίτικος [< αρχ. κέντημα ‘πληγή, τρύπημα, βελονιά (στο πλέξιμο καλαθιών’] | |
| 24307 | κεντήστρα | κε-ντή-στρα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): ΛΑΟΓΡ. γυναίκα που ασχολείται συνήθ. επαγγελματικά με τη δημιουργία χειροποίητων κεντημάτων. Βλ. μοδίστρα, υφάντρα. | |
| 24308 | κεντητικός | , ή, ό κε-ντη-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο κέντημα: ~ή: μηχανή (βλ. ραπτομηχανή). ~ά: μοτίβα. ● Ουσ.: κεντητική (η): ΛΑΟΓΡ. ενν. τέχνη: ελληνική ~. Βλ. πλεκτ-, ραπτ-, υφαντ-ική, χρυσο~. [< μτγν. κεντητικός ‘που τσιμπά, κεντρίζει’] | |
| 24309 | κεντητός | , ή, ό κε-ντη-τός επίθ. 1. διακοσμημένος με κεντημένα σχέδια: ~ή: δαντέλα. ~ό: τούλι/τραπεζομάντιλο. ~ές: κουρτίνες. ~ά: σεντόνια. Πβ. ξομπλιαστός. Βλ. χρυσοκέντητος. 2. κεντημένος πάνω σε ύφασμα: ~ό: σήμα. [< 1: μτγν. κεντητός] | |
| 24310 | κέντια | κέ-ντι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. είδος φοίνικα (επιστ. ονομασ. Howea forsteriana, H. belmoriana) που αναπτύσσεται σε θερμά κλίματα, αλλά καλλιεργείται ευρύτερα ως καλλωπιστικό φυτό εσωτερικού χώρου. [< γαλλ.-αγγλ. kentia < ολλανδικό ανθρ. W. Kent] | |
| 24311 | κεντιά | κε-ντιά ουσ. (θηλ.) 1. (ποιητ.) κέντρισμα: ~ στην καρδιά (= συναισθηματικός πόνος). Πβ. τσίμπημα. 2. ΓΕΩΠ. {συνήθ. στον πληθ.} καθεμιά από τις κάθετες ή οριζόντιες τομές που γίνονται με τη χρήση αιχμηρού και αυλακωτού εργαλείου στο μαστιχόδεντρο με σκοπό τη συλλογή της μαστίχας. Πβ. εντομή, κέντημα, χαραγματιά. | |
| 24312 | κεντίδια | κε-ντί-δια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. κεντίδι} (παλαιότ.): ΛΑΟΓΡ. κεντητά διακοσμητικά σχέδια: παραδοσιακές στολές με (χρυσά) ~. Πβ. κέντημα, ξόμπλι, πλουμίδι. | |
| 24313 | κέντο | κέ-ντο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. είδος ιαπωνικής ξιφασκίας κατά την οποία οι αθλητές αγωνίζονται με ξίφη από μπαμπού. Βλ. καράτε, σούμο, τζούντο. [< αγγλ. kendo, 1921, γαλλ. ~, περ. 1970 < ιαπων. Kendō < ken ‘ξίφος’ + dō ‘τέχνη’] | |
| 24314 | κεντράρισμα | κε-ντρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κεντράρω. Πβ. εστίαση, ζουμ(άρισμα). Βλ. επικέντρωση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εικόνας/κειμένου. Βλ. -ισμα. | |
| 24315 | κεντράρω | κε-ντρά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κέντρα-ρα κ. κεντράρι-σα, κεντραρί-στηκε, -στεί, -σμένος, κεντράρ-οντας, συνήθ. στην ενεργ. φωνή} 1. σημαδεύω με το σκόπευτρο (τηλεσκοπίου, κάμερας, όπλου) στο κέντρο ενός αντικειμένου: Ο καμεραμάν/ο φακός ~ει στο πρόσωπο (του ηθοποιού). Πβ. εστιάζω, ζουμάρω. Βλ. επικεντρώνω. 2. τοποθετώ στο κέντρο: (στον επεξεργαστή κειμένου) ~ την επικεφαλίδα. ~σμένη παράγραφος. [< γαλλ. centrer, αγγλ. center] | |
| 24316 | κεντρί | κε-ντρί ουσ. (ουδ.) {κεντρ-ιού} 1. ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. αιχμηρό όργανο ορισμένων ζώων με το οποίο τσιμπούν το θύμα τους και εγχέουν δηλητήριο στο σώμα του: ~ σαλαχιού/σκορπιού/σφήκας. Αφαίρεση ~ιού μέλισσας από το δέρμα. 2. (μτφ.) καυστικό σχόλιο: το ~ της κριτικής. Πβ. αιχμή, καρφί. Βλ. μπηχτή. [< μτγν. κεντρίον] | |
| 24317 | κεντρίζω | κε-ντρί-ζω ρ. (μτβ.) {κέντρι-σε, κεντρί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, κεντρίζ-οντας, συνήθ. στην ενεργ. φωνή} 1. (μτφ.) κινητοποιώ κάποια νοητική λειτουργία: Εικόνες που (μας) ~ουν το ενδιαφέρον/την περιέργεια/την προσοχή/τη φαντασία. Πβ. διεγείρω, εξάπτω, προκαλώ. 2. (σπάν.) τσιμπώ με αιχμηρό αντικείμενο συνήθ. υποζύγιο για να ξεκινήσει ή να κινηθεί πιο γρήγορα: Ο αναβάτης ~σε το άλογο με τα σπιρούνια. Πβ. σπιρουνίζω. ● κεντρίζει: (για ζώο) τρυπά με το κεντρί: Τον ~σε μέλισσα. Πβ. τσιμπά. [< αρχ. κεντρίζω] | |
| 24319 | κεντρικός | , ή, ό κε-ντρι-κός επίθ. {κεντρικότ-ερος, κεντρικότ-ατος} 1. που βρίσκεται στο κέντρο ή κοντά σε αυτό: ~ός: δρόμος (βλ. πολυσύχναστος)/σιδηροδρομικός σταθμός. ~ή: αγορά/βιβλιοθήκη/είσοδος/πλατεία. ~ό: κτίριο/λιμάνι/ξενοδοχείο. Το ~ό πάρκο/στο ~ερο σημείο μιας πόλης. Ενοικιάζεται ~ό κατάστημα. Η στέγη στηρίζεται σε τέσσερις ~ούς κίονες (πβ. μεσαίος. ΑΝΤ. ακριανός). ΑΝΤ. απόκεντρος, απόμερος.|| (ΓΕΩΓΡ.) ~ή: Αμερική/Ευρώπη. Βλ. γεω~.|| (για ποδοσφαιριστή) ~ός: αμυντικός/επιθετικός/μέσος (πβ. χαφ). ΑΝΤ. απόκεντρος, απόμερος 2. που αποτελεί το οργανωτικό και συντονιστικό τμήμα ενός συνόλου: ~ός: φορέας. ~ή: διεύθυνση/εξουσία/κεραία. ~ό: αρχηγείο/επιτελείο/λιμεναρχείο/όργανο/σύστημα. ~ές: εγκαταστάσεις (εταιρείας). ~ά: γραφεία (πβ. έδρα). ~ή Επιτροπή/Υπηρεσία. ~ό Συμβούλιο. (ΟΙΚΟΔ.) ~ αποχετευτικός αγωγός. (ΙΑΤΡ.) ~ό: νευρικό σύστημα (: εγκέφαλος, νωτιαίος μυελός). ΑΝΤ. περιφερειακός. 3. βασικός, κύριος, σημαντικός: ~ός: εισηγητής/ήρωας/ομιλητής/ρόλος/χαρακτήρας. ~ή: διάλεξη/ιδέα (πβ. δεσπόζουσα)/ομιλία. ~ό: πρόβλημα. ~ά: αιτήματα/συμπεράσματα. Τα ~ά σημεία μιας διδασκαλίας/ενός μαθήματος. ~οί στόχοι ενός προγράμματος. Πβ. εξέχων, θεμελιώδης, πρωτεύων.|| ~ό: δελτίο ειδήσεων. ~ές: φυλακές (: για ποινή φυλάκισης από ένα έτος και πάνω· βλ. αγροτ-, δικαστ-ικός). ● Ουσ.: κεντρικά (τα) 1. ενν. γραφεία επιχείρησης, οργανισμού: Για περισσότερες πληροφορίες απευθυνθείτε στα ~ μας. 2. γεωγραφική περιοχή που βρίσκεται στο κέντρο χώρας ή ηπείρου: (σε δελτίο καιρού) Στα ~ και στα βόρεια θα πνέουν πολύ ισχυροί άνεμοι. ● επίρρ.: κεντρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: κεντρική τράπεζα: ΟΙΚΟΝ. χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κράτους που εποπτεύει και ελέγχει τις εγχώριες τράπεζες, ρυθμίζει την πολιτική τους και εκδίδει το εθνικό νόμισμα: Ευρωπαϊκή ~ ~ (ακρ. ΕΚΤ). Βλ. δημοσιονομική πολιτική., κεντρικό κλείδωμα: ΤΕΧΝΟΛ. (σε αυτοκίνητα) σύστημα για ταυτόχρονο κλείδωμα ή ξεκλείδωμα όλων των θυρών με κατάλληλο κλειδί ή ηλεκτρονική συσκευή: ~ ~ με τηλεχειριστήριο., κεντρικός αγωγός ύδρευσης: σωλήνας με μεγάλη διάμετρο, τοποθετημένος κάτω από την επιφάνεια του εδάφους αστικής περιοχής, που τροφοδοτεί με νερό το δίκτυο και τις κατοικίες της., κεντρικός άξονας 1. (μτφ.) βασικό σημείο, κατευθυντήρια γραμμή: ~ ~ της ιστορίας/της ομιλίας/του προβληματισμού. ~ ~ της πολιτικής/στρατηγικής μας είναι ... Οι ~οί ~ες του νομοσχεδίου. Το συνέδριο έχει (ως) ~ό άξονα … 2. ΤΕΧΝΟΛ. στενόμακρο μεταλλικό εξάρτημα που είναι τοποθετημένο εγκάρσια στο κάτω μέρος του αυτοκινήτου και μεταδίδει την κίνηση στους τροχούς: ~ ~ μετάδοσης. Βλ. ημιαξόνιο., αρχική/κεντρική σελίδα βλ. σελίδα, κεντρική θέρμανση βλ. θέρμανση, κεντρική μονάδα επεξεργασίας βλ. μονάδα, κεντρικός κλιματισμός βλ. κλιματισμός, κεντρικός υπολογιστής βλ. υπολογιστής, κύρια/κεντρική μνήμη βλ. μνήμη, οικονομικός/κεντρικός προγραμματισμός/σχεδιασμός βλ. οικονομικός [< μτγν. κεντρικός, γαλλ. central] | |
| 24320 | κεντρικότητα | κε-ντρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του κεντρικού: η ~ μιας περιοχής. Πβ. κομβικότητα.|| (μτφ.) Ανάδειξη της ~ας του οικολογικού ζητήματος. Πβ. κρισιμ-, σημαντικ-, σπουδαι-ότητα. Βλ. εκ~, ελληνο~. [< γαλλ. centralité] | |
| 24321 | κέντρισμα | κέ-ντρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κεντρίζω: (μτφ.) ~ του ενδιαφέροντος. Πβ. αφύπνιση, διέγερση, ξύπνημα.|| ~ μέλισσας. Πβ. δάγκωμα, δήγμα, νυγμός, νύξη, τσίμπημα. [< μεσν. κέντρισμα] | |
| 24322 | κέντρο | κέ-ντρο ουσ. (ουδ.) 1. μέρος, περιοχή συγκέντρωσης πληθυσμού και εκδήλωσης ιδιαίτερης κινητικότητας· χώρος ανάπτυξης δραστηριοτήτων, παροχής υπηρεσιών ή ελέγχου και συντονισμού δράσεων· (κυρ. σε ακρ.) ίδρυμα, οργανισμός, υπηρεσία: οικιστικό/παραθεριστικό/τουριστικό ~. Ζω/κατεβαίνω/μένω στο ~ (ενν. της πόλης).|| Διοικητικό/ενεργειακό/επιστημονικό/οικονομικό/πολιτιστικό ~. Η γενέτειρά του αποτελεί διεθνές/σημαντικό βιομηχανικό/καλλιτεχνικό/ναυτιλιακό ~. Τα ~α του Ελληνισμού/της Ορθοδοξίας. Πβ. πυρήνας.|| Αθλητικό/διαγνωστικό/εκθεσιακό/ερευνητικό (: ~ Ερευνών)/θεραπευτικό/συμβουλευτικό/υγειονομικό/φωτογραφικό/χιονοδρομικό ~. ~ αδυνατίσματος/αισθητικής/απεξάρτησης/εκπαίδευσης/επαγγελματικής κατάρτισης/λογοθεραπείας/ξένων γλωσσών/πληροφόρησης/τύπου/φυσικοθεραπείας (πβ. ινστιτούτο). Μηχανογραφικό/τηλεφωνικό/υπολογιστικό ~. ~ διαλογής (των ΕΛ.ΤΑ.)/εξουσίας/επιχειρήσεων. Βλ. τηλε~.|| Εξειδικευμένο ~ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. 2. σημείο στο μέσο (περίπου) ενός χώρου: το ~ της αίθουσας/της Γης/της πλατείας/του στόχου. Πβ. μέση. ΑΝΤ. άκρο.|| (ΓΕΩΜ.) ~ κύκλου/σφαίρας (: που ισαπέχει από όλα τα σημεία της περιφέρειας). ~ συμμετρίας (ενός σχήματος). Βλ. έκ-, ορθό-, παρά-, περί-κεντρο.|| (ΦΥΣ.) ~ αιώρησης/άνωσης (βλ. μετάκεντρο)/δύναμης/έλξης/μάζας/ταλάντωσης. 3. (μτφ.) επίκεντρο: το ~ της συζήτησης. Νομίζει ότι είναι το ~ του κόσμου/Σύμπαντος. 4. ΠΟΛΙΤ. (με κεφαλ. Κ) ο πολιτικός και ιδεολογικός χώρος μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. Βλ. κεντρώος. 5. ΙΑΤΡ. τμήμα του εγκεφάλου όπου εδράζεται κάποια λειτουργία του οργανισμού: ακουστικό/αναπνευστικό/κινητικό/νευρικό ~. Το ~ του λόγου/της όρασης. Το ~ της συνείδησης. ΣΥΝ. έδρα (8) 6. ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) το μεσαίο τμήμα του γηπέδου· συνεκδ. οι παίκτες που παίζουν κοντά στη μεσαία γραμμή: Σούταρε από το ~ (πβ. σέντρα). Παίζει ~ (βλ. μέσος, χαφ).|| Η ομάδα έχει δυνατό ~. 7. & κέντρο διασκέδασης/διασκεδάσεως: μαγαζί που λειτουργεί συνήθ. νύχτα και προσφέρει ψυχαγωγία με μουσική, ποτό ή/και φαγητό: νυχτερινό ~. Γλέντι/εκδήλωση σε ~ με ζωντανό πρόγραμμα. Πβ. διασκεδαστήριο. Βλ. μπαρ, μπουζούκια, ξενυχτάδικο, πίστα, ρεμπετάδικο. ● Υποκ.: κεντράκι (το): στη σημ. 7. ● ΣΥΜΠΛ.: αστικό κέντρο {συνήθ. στον πληθ.}: μεγάλη και πυκνοκατοικημένη περιοχή, στην οποία ανήκουν διοικητικά μικρότερες περιφέρειες. Πβ. πόλη. [< γαλλ. centre urbain] , εμπορικό κέντρο 1. κτιριακό συγκρότημα όπου συστεγάζονται κυρ. καταστήματα. Πβ. εμπορικό πάρκο. 2. πόλη ή περιοχή με μεγάλη εμπορική δραστηριότητα. Βλ. αγορά. [< γαλλ. centre commercial , 1960] , Εργατικό Κέντρο: δευτεροβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο στο οποίο ανήκουν τα εργατικά σωματεία μιας πόλης, ενός νομού., ιστορικό κέντρο: το παλαιότερο τμήμα μιας πόλης που βρίσκεται συνήθ. στο κέντρο της: ανάδειξη/ανάπλαση του ~ού ~ου., κέντρα λήψης αποφάσεων & κέντρα αποφάσεων: ΠΟΛΙΤ. όργανα εξουσίας με αρμοδιότητα τον καθορισμό της δράσης ποικίλων φορέων σε τοπικό, εθνικό ή διεθνές επίπεδο: ξένα/οικονομικά/πολιτικά ~ ~. ~ ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης., κέντρο απόκεντρο: τοποθεσία που βρίσκεται κοντά στο κέντρο πόλης, αλλά δεν επηρεάζεται από τα μειονεκτήματά του (κίνηση, θόρυβο, νέφος): διαμέρισμα/οικόπεδο ~ ~., κέντρο βάρους 1. ΦΥΣ. το σημείο εφαρμογής της συνισταμένης των ελκτικών δυνάμεων που ασκούνται από τη Γη σε όλα τα σημεία ενός σώματος: υψηλό/χαμηλό ~ ~. ~ ~ οχήματος/πλοίου. Βλ. βαρύκεντρο, βαρύτητα. 2. (μτφ.) πεδίο, τομέας στον οποίο δίνεται πολύ μεγάλη βαρύτητα: το ~ ~ της ανάπτυξης/της έρευνας/της ομιλίας/του προβληματισμού/της προσπάθειας/της συζήτησης. Μετατόπισε/μετέφερε το ~ ~ από ... στο ... Πβ. επίκεντρο., παιχνίδι κέντρου: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) όταν η μπάλα παίζεται κοντά στη μεσαία γραμμή του γηπέδου: Με ~ ~ κράτησαν το υπέρ τους αποτέλεσμα., πνευματικό κέντρο 1. ίδρυμα που οργανώνει και διεξάγει επιμορφωτικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις· συνεκδ. το κτίριο που στεγάζεται: ενοριακό/καλλιτεχνικό ~ ~. Αθλητικό και ~ ~.|| Μουσική εκδήλωση στο ~ ~ του δήμου ... 2. πόλη με πολιτιστική ακτινοβολία., βλαβοληπτικό κέντρο βλ. βλαβοληπτικός, εκλογικό κέντρο βλ. εκλογικός, εξεταστικό κέντρο βλ. εξεταστικός, Κέντρο (Εκπαίδευσης) Νεοσυλλέκτων βλ. νεοσύλλεκτος, κέντρο αναφοράς βλ. αναφορά, Κέντρο Διερχομένων βλ. διέρχομαι, Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών βλ. εξυπηρέτηση, Κέντρο Υγείας βλ. υγεία ● ΦΡ.: χτύπησε κέντρο (μτφ.-προφ.): πέτυχε τον στόχο, είχε επιτυχία: ~ ~ με αυτή του τη δουλειά. Πβ. ευστοχώ., στο επίκεντρο/στο κέντρο του ενδιαφέροντος/της προσοχής βλ. ενδιαφέρον [< μτγν. κέντρον, γαλλ. centre, αγγλ. center, γερμ. Zentrum] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ