| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24323 | κεντρο- & κεντρό- | : το ουσιαστικό κέντρο ως α' συνθετικό λέξεων: κεντρο-μόλος. Κεντρό-σωμα. Κεντρο-αριστερός/~δεξιός. | |
| 24324 | κεντροαριστερός | , ή, ό κε-ντρο-α-ρι-στε-ρός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που βρίσκεται ιδεολογικά μεταξύ Κέντρου και Αριστεράς ή αποτελείται από δυνάμεις αυτού του χώρου: ~ή: πολιτική.|| ~ός: συνασπισμός. ~ή: κυβέρνηση. Βλ. ακροαριστερός, κεντρώος. ● Ουσ.: Κεντροαριστερά (η): ο κεντροαριστερός πολιτικός χώρος· ειδικότ. τα κεντροαριστερά κόμματα: ο κόσμος (= οι υποστηρικτές) της ~άς.|| Αρχηγός/υποψήφιος της ~άς. ΑΝΤ. Κεντροδεξιά, κεντροαριστεροί (οι) {σπανιότ. στον εν.}: οπαδοί της Κεντροαριστεράς. ΑΝΤ. κεντροδεξιοί [< γαλλ. de centre gauche] | |
| 24325 | κεντροβαρής | , ής, ές κε-ντρο-βα-ρής επίθ. {κεντροβαρ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) σημαντικός: Το λιμάνι/η πόλη κατέχει ~ή (= καίρια) θέση στην περιοχή. Πβ. κεντρικός, σημαίνων. 2. ΦΩΤΟΓΡ. που εστιάζεται στο κέντρο: ~ής: φωτομέτρηση. [< μεσν. κεντροβαρής, γαλλ. centrobarique, αγγλ. centrobaric] | |
| 24326 | κεντροδεξιός | , ά, ό κε-ντρο-δε-ξι-ός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που βρίσκεται ιδεολογικά μεταξύ Κέντρου και Δεξιάς ή αποτελείται από δυνάμεις αυτού του χώρου: ~ά: παράταξη.|| ~ά: συμμαχία. Βλ. ακροδεξιός, κεντρώος. ● Ουσ.: Κεντροδεξιά (η): ο κεντροδεξιός πολιτικός χώρος· ειδικότ. τα κεντροδεξιά κόμματα. ΑΝΤ. Κεντροαριστερά, κεντροδεξιοί (οι) {σπανιότ. στον εν.}: οι οπαδοί της Κεντροδεξιάς. ΑΝΤ. κεντροαριστεροί [< γαλλ. de centre droit] | |
| 24327 | κεντροευρωπαϊκός | , ή, ό κε-ντρο-ευ-ρω-πα-ϊ-κός επίθ.: που ανήκει ή αναφέρεται στην Κεντρική Ευρώπη: ~ή: αρχιτεκτονική/κουλτούρα/μουσική. ~ά: κράτη. Πβ. μεσευρωπαϊκός. | |
| 24328 | κεντρομήχανος | , η, ο κε-ντρο-μή-χα-νος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. (για αυτοκίνητο) που ο κινητήρας του βρίσκεται ανάμεσα στους μπροστινούς και τους πίσω τροχούς, συνήθ. πίσω από τον χώρο των επιβατών: ~o: μοντέλο/όχημα. [< αγγλ. mid-engine] | |
| 24329 | κεντρομόλος | , ος/α, ο κε-ντρο-μό-λος επίθ.: που έχει κατεύθυνση από την περιφέρεια προς το κέντρο: (ΦΥΣ.) ~ος: επιτάχυνση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ες: (νευρικές) ίνες. Πβ. προσαγωγός.|| (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) ~ο μοντέλο διοίκησης (= συγκεντρωτικό). ~ες: τάσεις (πβ. συσπειρωτικές). ΑΝΤ. φυγόκεντρος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κεντρομόλος δύναμη & κεντρομόλος (η): ΦΥΣ. που συγκρατεί ένα σώμα σε κυκλική τροχιά και κατευθύνεται προς το κέντρο της περιστροφής: Η βαρύτητα λειτουργεί ως ~ ~ για την κίνηση των δορυφόρων γύρω από τη Γη.|| (μτφ.) ~ες δυνάμεις που ενισχύουν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση (= συνεκτικές). ΑΝΤ. φυγόκεντρος δύναμη [< γαλλ. centripète] | |
| 24330 | κεντρόσωμα | κε-ντρό-σω-μα ουσ. (ουδ.) & κεντροσωμάτιο: ΒΙΟΛ. σχηματισμός κοντά στον πυρήνα του κυττάρου ο οποίος αποτελείται από δύο κυλινδρικά οργανίδια σε ορθή γωνία μεταξύ τους και παίζει βασικό ρόλο στην κυτταρική διαίρεση. [< γαλλ.-αγγλ. centrosome] | |
| 24331 | κεντροφόρος | , ος, ο κε-ντρο-φό-ρος επίθ.: ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. που έχει κεντρί: ~α: έντομα (: μέλισσα, σφήκα). Βλ. -φόρος. [< μτγν. κεντροφόρος] | |
| 24332 | κεντρόφυγος | , η, ο βλ. φυγόκεντρος | |
| 24333 | κέντρωμα | κέ-ντρω-μα ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΠ. μπόλιασμα. ΣΥΝ. εμβολιασμός (2), ενοφθαλμισμός (1), μεταμόσχευση (2) | |
| 24334 | κεντρώνω | κε-ντρώ-νω ρ. (μτβ.) {κέντρω-σε, κεντρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (σπάν.): ΓΕΩΠ. μπολιάζω. ΣΥΝ. εμβολιάζω (2), μεταμοσχεύω (2) [< μεσν. κεντρώνω] | |
| 24335 | κεντρώος | , α, ο [κεντρῷος] κε-ντρώ-ος επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που ανήκει ιδεολογικά στο Κέντρο: ~ος: ψηφοφόρος. ~α: κυβέρνηση. ~ες: (πολιτικές) δυνάμεις. Κινείται στον ~ο χώρο (= μεσαίο). Βλ. -ώος. ● Ουσ.: κεντρώοι (οι): ΠΟΛΙΤ. τα κεντρώα κόμματα ή οι υποστηρικτές τους., κεντρώος (ο): ΑΘΛ. (σπάν., για ποδοσφαιριστή) μέσος. Πβ. χαφ. [< γαλλ.-αγγλ. central] | |
| 24336 | κεντώ | [κεντῶ] κε-ντώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κεντ-άς ..., -ώντας | κέντ-ησε, -ήσει, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & κεντάω 1. δημιουργώ διακοσμητικά σχέδια σε ύφασμα με τη χρήση βελόνας και κλωστών: ~ησε σεμεδάκια/τραπεζομάντιλα.|| ~άει σταυροβελονιά. Νυφικό ~ημένο (= κεντητό) στο χέρι. Βλ. πλέκω, ράβω, υφαίνω. ΣΥΝ. ξομπλιάζω (1) 2. (μτφ.-προφ.) επιτυγχάνω ή δημιουργώ κάτι εντυπωσιακό, προϊόν λεπτής και επιδέξιας τεχνικής: Η ομάδα ~ούσε στον αγωνιστικό χώρο (: έκανε εντυπωσιακή εμφάνιση). ~ησε με τις πενιές του τα τραγούδια. Καλά, πάλι ~ησε! (πβ. έγραψε)! Πβ. ζωγραφίζω. 3. (σπάν.-λόγ.) διατρυπώ με αιχμηρό αντικείμενο. [< 1,2 : μεσν. κεντώ 3: αρχ. κεντῶ] | |
| 24337 | κενώνω | κε-νώ-νω ρ. (μτβ.) {κένω-σε, κενώ-σει, -θηκε (λόγ. μτχ. θηλ. -θείσα), -θεί, συνήθ. μεσοπαθ.} (επίσ.): 1. αδειάζω. Βλ. εκ~, μετα~. 2. ουρώ ή αφοδεύω. ● Παθ.: κενώνεται: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για θέση) μένει κενή: πλήρωση ~θείσας βουλευτικής έδρας. || (ΘΕΟΛ.) Ο Θεός/Χριστός ~θηκε (: ενανθρώπησε, απαρνήθηκε τη θεϊκή του φύση. ● κενούμενος [< αρχ. κενῶ] | |
| 24338 | κένωση | κέ-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. {συνήθ. στον πληθ.} αποβολή περιττωμάτων· συνεκδ. περιττώματα: μέλαινα ~. ~ώσεις μωρού.|| Διαρροϊκές/υδαρείς ~ώσεις. Βλ. δυσκοιλιότητα, καθαρτικό. 2. ΙΑΤΡ. (γενικότ.) άδειασμα του περιεχομένου εσωτερικού οργάνου του σώματος: γαστρική ~ (: του στομάχου). ~ εντέρου (= αφόδευση). ~ της κύστης. Βλ. εκ~, μετα~. 3. ΘΕΟΛ. η ενανθρώπηση του Χριστού. ● ΣΥΜΠΛ.: κένωση (της) θέσης/(των) θέσεων: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. το κενό που προκύπτει σε φορέα, οργανισμό ή υπηρεσία μετά την αποχώρηση υπαλλήλου. ΑΝΤ. πλήρωση (της) θέσης/(των) θέσεων [< αρχ. κένωσις] | |
| 24340 | ΚΕΠ | 1. (το) Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών. 2. (το) Κέντρο Ελέγχου Περιοχής (για έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας). | |
| 24347 | ΚΕΠΠΑ | 1. (η) Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας (της Ευρωπαϊκής Ένωσης). 2. (το) Κέντρο Έρευνας και Πρόληψης Παιδικών Ατυχημάτων. | |
| 24348 | κερά | βλ. κυρά | |
| 24349 | κερα- | βλ. κυρα- |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ