| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24350 | κεραία | κε-ραί-α ουσ. (θηλ.) {κεραι-ών} 1. ΤΕΧΝΟΛ. εναέριος αγωγός (μεταλλική συσκευή ή ράβδος) για λήψη ή εκπομπή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων: διπολική/εξωτερική/επίγεια/επίπεδη/εσωτερική/καλωδιακή/κατευθυντική/παραβολική/περιστρεφόμενη/σταθερή/τηλεσκοπική ~. ~ αεροπλάνου/(οροφής) αυτοκινήτου/ραδιοφώνου/ραντάρ/τηλεόρασης. Ακτινοβολία/αντίσταση/βάση/ενισχυτής/σύνδεσμος ~ας. Οι ~ες της κινητής τηλεφωνίας. ΣΥΝ. αντένα (1) 2. ΝΑΥΤ. αντένα ιστιοφόρου. 3. ΓΡΑΜΜ. η μεγάλη παύλα που χρησιμοποιείται για να δηλώσει εναλλαγή συνομιλητών σε διαλογικό κείμενο. Βλ. ενωτικό. ● κεραίες (οι) 1. ΖΩΟΛ. ζεύγος λεπτών και ευκίνητων αισθητηρίων οργάνων που βρίσκονται στο πρόσθιο τμήμα της κεφαλής των εντόμων και άλλων αρθρόποδων: οι ~ του αστακού/της πεταλούδας. 2. (μτφ., για πρόσ.) αντιληπτική ικανότητα, οξυδέρκεια: Οι ευαίσθητες ~ του έχουν πιάσει τον παλμό των εξελίξεων. Έχει τις ~ του ανοιχτές (: βρίσκεται σε εγρήγορση). Με τις ~ στραμμένες προς την επικαιρότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: δορυφορικό πιάτο βλ. πιάτο, πάρκο κεραιών βλ. πάρκο ● ΦΡ.: μέχρι κεραίας & (σπάν.) κατά κεραία (λόγ.): με την παραμικρή λεπτομέρεια, επακριβώς: Η συμφωνία τηρήθηκε ~ ~ (= στο ακέραιο). Οι έρευνες επιβεβαίωσαν ~ ~ τις αρχικές μας εκτιμήσεις. ΣΥΝ. μέχρι τελείας, ούτε κατά κεραία (λόγ.): ούτε στο ελάχιστο, καθόλου: Δεν αλλάζουν ~ ~ τον αρχικό τους στόχο. Δεν μετακινήθηκε ~ ~ από τις θέσεις του. [< 1,2: γαλλ. antenne 3: μτγν. κεραία] | |
| 24351 | κεραμ- | βλ. κεραμο- | |
| 24352 | κεραμέας | κε-ρα-μέ-ας ουσ. (αρσ.) {κεραμ-είς, -έων} (επίσ.): κεραμοποιός. Βλ. -έας. [< αρχ. κεραμεύς] | |
| 24353 | κεραμευτικός | , ή, ό κε-ρα-μευ-τι-κός επίθ. (σπάν.): κεραμικός. ● Ουσ.: κεραμευτική (η): κεραμική. [< μτγν. κεραμευτικός] | |
| 24354 | κεραμίδα | κε-ρα-μί-δα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-προφ.) απροσδόκητο και δυσάρεστο γεγονός: Φόροι-~ για τους μισθωτούς. Πβ. ψυχρολουσία. 2. (σπάν.) κεραμίδι. ● ΦΡ.: έφαγα/μου 'ρθε/μου 'πεσε κεραμίδα (στο κεφάλι) (μτφ.-προφ.): αιφνιδιάστηκα από αρνητικό συμβάν ή κακή είδηση: Του 'ρθε ~, όταν έμαθε ότι ... Πβ. είδα τον ουρανό/μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι, μου ήρθε/'ρθε κόλπος/ταμπλάς. [< 2: αρχ. κεραμίς] | |
| 24355 | κεραμιδαριό | κε-ρα-μι-δα-ριό ουσ. (ουδ.): στη ● ΦΡ.: έγιναν/τα έκανε (όλα) κεραμιδαριό (προφ.): για κατάσταση πλήρους καταστροφής ή αποδιοργάνωσης. Πβ. δεν έμεινε/δεν άφησαν τίποτα όρθιο, τα κάνω γυαλιά καρφιά/λίμπα/λαμπόγυαλο/μπίλιες, ρημαδιό. | |
| 24356 | κεραμιδένιος | , ια, ιο κε-ρα-μι-δέ-νιος επίθ.: κατασκευασμένος από κεραμίδια: ~ιες: στέγες (= κεραμοσκεπές). Βλ. -ένιος. | |
| 24357 | κεραμιδής | , -ιά, -ί κε-ρα-μι-δής επίθ. & κεραμιδί {άκλ.}: που έχει το χρώμα του κεραμιδιού, δηλ. ανάμεσα στο καφέ και το βαθύ κόκκινο: πορφυρό με ~ί ανταύγειες (: για κρασί). Πβ. γκρενά, μπορντό. ● Ουσ.: κεραμιδί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα: σκούρο ~. ΣΥΝ. μπρικ (2) | |
| 24358 | κεραμίδι | κε-ρα-μί-δι ουσ. (ουδ.) {κεραμιδιού} 1. ΟΙΚΟΔ. δομικό υλικό, συνήθ. από ψημένο πηλό, για την κάλυψη της στέγης σπιτιών: ασφαλτικά (: επίπεδα)/γυάλινα/κεραμικά/μεταλλικά ~ια. Κεραμοσκεπές με βυζαντινά/ρωμαϊκά ~ια.|| (περιληπτ.) Σκεπή με γαλλικό ~. Βλ. -ίδι. ΣΥΝ. κέραμος 2. (συνεκδ.-προφ.) ιδιόκτητη κατοικία: Δούλευε μια ζωή για ένα ~ (= σπίτι). ● ΦΡ.: (βάζω/έχω) ένα κεραμίδι πάνω απ' το κεφάλι μου & (σπάν.) ένα κεραμίδι στο κεφάλι μου (προφ.): (αποκτώ) δικό μου σπίτι: Πήραν δάνειο, για να βάλουν ~ ~ πάνω απ' το κεφάλι τους., βγαίνει στα κεραμίδια (προφ.): διαμαρτύρεται έντονα: Η αντιπολίτευση βγήκε ~ για το ασφαλιστικό., τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια; βλ. νιάου [< μεσν. κεραμίδι] | |
| 24359 | κεραμιδόγατος | κε-ρα-μι-δό-γα-τος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. κεραμιδόγατα} (προφ.): αδέσποτος γάτος. Βλ. κοπρίτης. | |
| 24360 | κεραμικός | , ή, ό κε-ρα-μι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που κατασκευάζεται από πηλό ή άλλες ανόργανες μη μεταλλικές πρώτες ύλες, οι οποίες υφίστανται επεξεργασία και μορφοποίηση σε υψηλές θερμοκρασίες: ~ή: γλάστρα. ~ά: αγγεία/δοχεία/πιάτα. Πβ. πήλινος. Βλ. ολο~, πορσελάνινος.|| ~ή: κουζίνα (: με ~ές εστίες). ~ά: είδη/πλακάκια (τοίχων και δαπέδων).|| (σε αυτοκίνητο:) ~οί καταλύτες. ~ά: δισκόφρενα.|| ~ός: κλίβανος/τροχός (: στην παραδοσιακή αγγειοπλαστική). ~ή: βιομηχανία. ● Ουσ.: κεραμικά (τα) : ενν. αντικείμενα ή προϊόντα: χειροποίητα ~.|| (ΟΙΚΟΔ.-ΤΕΧΝΟΛ.) Δομικά/ηλεκτρονικά ~., κεραμική (η): η τέχνη και τεχνική της δημιουργίας χρηστικών ή διακοσμητικών κεραμικών αντικειμένων· ο τομέας της βιοτεχνίας και της βιομηχανίας που τα κατασκευάζει: αρχαία ελληνική/παραδοσιακή/σύγχρονη ~. Πβ. αγγειο-, πηλο-πλαστική. ΣΥΝ. κεραμευτική, κεραμοποιία (2), κεραμουργία (1) [< αρχ. κεραμική] ● ΣΥΜΠΛ.: κεραμικά υλικά: που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή κεραμικών προϊόντων. Βλ. αλουμίνα, άργιλος, ζιρκονία. [< αρχ. κεραμικός, γαλλ. céramique, αγγλ. ceramic] | |
| 24361 | κεραμίστας | κε-ρα-μί-στας ουσ. (αρσ.) , κεραμίστρια (η): τεχνίτης που κατασκευάζει κεραμικά αντικείμενα με καλλιτεχνική αξία. Βλ. -ίστας, αγγειοπλάστης, κεραμοποιός. [< γαλλ. céramiste, αγγλ. ceramist] | |
| 24362 | κεραμο- & κεραμ- | : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά σε κεραμικά ή κεραμίδια: κεραμο-σκεπή/~ποιός. Κεραμ-ουργία. | |
| 24363 | κεραμοποιείο | [κεραμοποιεῖο] κε-ρα-μο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.): βιοτεχνική ή βιομηχανική μονάδα παραγωγής κεραμικών προϊόντων, κυρ. τούβλων και κεραμιδιών. Πβ. κεραμουργείο, κεραμουργία. Βλ. -ποιείο. | |
| 24364 | κεραμοποιία | κε-ρα-μο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.) ΣΥΝ. κεραμουργία 1. κεραμοποιείο. 2. κεραμική. Βλ. -ποιία. | |
| 24365 | κεραμοποιός | κε-ρα-μο-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.): τεχνίτης που κατασκευάζει κεραμικά αντικείμενα. Πβ. αγγειο-, πηλο-πλάστης, πηλουργός. Βλ. -ποιός, κεραμίστας. ΣΥΝ. κεραμέας [< μτγν. κεραμοποιός] | |
| 24366 | κέραμος | κέ-ρα-μος ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): κεραμίδι· κυρ. στη ● ΦΡ.: (λίθοι,) πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα βλ. ατάκτως [< αρχ. κέραμος] | |
| 24367 | κεραμοσκεπή | κε-ρα-μο-σκε-πή ουσ. (θηλ.): στέγη από κεραμίδια: βεράντα/σπίτια με ~. (Ασφαλτικές) μεμβράνες ~ών (: για τη στεγανοποίησή τους). Βλ. κεράμωση, πλακοσκεπή. | |
| 24368 | κεραμοσκεπής | , ής, ές κε-ρα-μο-σκε-πής επίθ. (σπάν.-λόγ.): που έχει στέγη με κεραμίδια: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~είς: τάφοι. Βλ. -σκεπής. | |
| 24369 | κεραμουργείο | [κεραμουργεῖο] κε-ρα-μουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): κεραμοποιείο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ