Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [25100-25120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24327κεντροευρωπαϊκός, ή, ό κε-ντρο-ευ-ρω-πα-ϊ-κός επίθ.: που ανήκει ή αναφέρεται στην Κεντρική Ευρώπη: ~ή: αρχιτεκτονική/κουλτούρα/μουσική. ~ά: κράτη. Πβ. μεσευρωπαϊκός.
24328κεντρομήχανος, η, ο κε-ντρο-μή-χα-νος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. (για αυτοκίνητο) που ο κινητήρας του βρίσκεται ανάμεσα στους μπροστινούς και τους πίσω τροχούς, συνήθ. πίσω από τον χώρο των επιβατών: ~o: μοντέλο/όχημα. [< αγγλ. mid-engine]
24329κεντρομόλος, ος/α, ο κε-ντρο-μό-λος επίθ.: που έχει κατεύθυνση από την περιφέρεια προς το κέντρο: (ΦΥΣ.) ~ος: επιτάχυνση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ες: (νευρικές) ίνες. Πβ. προσαγωγός.|| (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) ~ο μοντέλο διοίκησης (= συγκεντρωτικό). ~ες: τάσεις (πβ. συσπειρωτικές). ΑΝΤ. φυγόκεντρος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κεντρομόλος δύναμη & κεντρομόλος (η): ΦΥΣ. που συγκρατεί ένα σώμα σε κυκλική τροχιά και κατευθύνεται προς το κέντρο της περιστροφής: Η βαρύτητα λειτουργεί ως ~ ~ για την κίνηση των δορυφόρων γύρω από τη Γη.|| (μτφ.) ~ες δυνάμεις που ενισχύουν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση (= συνεκτικές). ΑΝΤ. φυγόκεντρος δύναμη [< γαλλ. centripète]
24330κεντρόσωμακε-ντρό-σω-μα ουσ. (ουδ.) & κεντροσωμάτιο: ΒΙΟΛ. σχηματισμός κοντά στον πυρήνα του κυττάρου ο οποίος αποτελείται από δύο κυλινδρικά οργανίδια σε ορθή γωνία μεταξύ τους και παίζει βασικό ρόλο στην κυτταρική διαίρεση. [< γαλλ.-αγγλ. centrosome]
24331κεντροφόρος, ος, ο κε-ντρο-φό-ρος επίθ.: ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. που έχει κεντρί: ~α: έντομα (: μέλισσα, σφήκα). Βλ. -φόρος. [< μτγν. κεντροφόρος]
24332κεντρόφυγος, η, ο βλ. φυγόκεντρος
24333κέντρωμακέ-ντρω-μα ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΠ. μπόλιασμα. ΣΥΝ. εμβολιασμός (2), ενοφθαλμισμός (1), μεταμόσχευση (2)
24334κεντρώνωκε-ντρώ-νω ρ. (μτβ.) {κέντρω-σε, κεντρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (σπάν.): ΓΕΩΠ. μπολιάζω. ΣΥΝ. εμβολιάζω (2), μεταμοσχεύω (2) [< μεσν. κεντρώνω]
24335κεντρώος, α, ο [κεντρῷος] κε-ντρώ-ος επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που ανήκει ιδεολογικά στο Κέντρο: ~ος: ψηφοφόρος. ~α: κυβέρνηση. ~ες: (πολιτικές) δυνάμεις. Κινείται στον ~ο χώρο (= μεσαίο). Βλ. -ώος. ● Ουσ.: κεντρώοι (οι): ΠΟΛΙΤ. τα κεντρώα κόμματα ή οι υποστηρικτές τους., κεντρώος (ο): ΑΘΛ. (σπάν., για ποδοσφαιριστή) μέσος. Πβ. χαφ. [< γαλλ.-αγγλ. central]
24336κεντώ[κεντῶ] κε-ντώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κεντ-άς ..., -ώντας | κέντ-ησε, -ήσει, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & κεντάω 1. δημιουργώ διακοσμητικά σχέδια σε ύφασμα με τη χρήση βελόνας και κλωστών: ~ησε σεμεδάκια/τραπεζομάντιλα.|| ~άει σταυροβελονιά. Νυφικό ~ημένο (= κεντητό) στο χέρι. Βλ. πλέκω, ράβω, υφαίνω. ΣΥΝ. ξομπλιάζω (1) 2. (μτφ.-προφ.) επιτυγχάνω ή δημιουργώ κάτι εντυπωσιακό, προϊόν λεπτής και επιδέξιας τεχνικής: Η ομάδα ~ούσε στον αγωνιστικό χώρο (: έκανε εντυπωσιακή εμφάνιση). ~ησε με τις πενιές του τα τραγούδια. Καλά, πάλι ~ησε! (πβ. έγραψε)! Πβ. ζωγραφίζω. 3. (σπάν.-λόγ.) διατρυπώ με αιχμηρό αντικείμενο. [< 1,2 : μεσν. κεντώ 3: αρχ. κεντῶ]
24337κενώνωκε-νώ-νω ρ. (μτβ.) {κένω-σε, κενώ-σει, -θηκε (λόγ. μτχ. θηλ. -θείσα), -θεί, συνήθ. μεσοπαθ.} (επίσ.): 1. αδειάζω. Βλ. εκ~, μετα~. 2. ουρώ ή αφοδεύω. ● Παθ.: κενώνεται: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για θέση) μένει κενή: πλήρωση ~θείσας βουλευτικής έδρας. || (ΘΕΟΛ.) Ο Θεός/Χριστός ~θηκε (: ενανθρώπησε, απαρνήθηκε τη θεϊκή του φύση. κενούμενος [< αρχ. κενῶ]
24338κένωσηκέ-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. {συνήθ. στον πληθ.} αποβολή περιττωμάτων· συνεκδ. περιττώματα: μέλαινα ~. ~ώσεις μωρού.|| Διαρροϊκές/υδαρείς ~ώσεις. Βλ. δυσκοιλιότητα, καθαρτικό. 2. ΙΑΤΡ. (γενικότ.) άδειασμα του περιεχομένου εσωτερικού οργάνου του σώματος: γαστρική ~ (: του στομάχου). ~ εντέρου (= αφόδευση). ~ της κύστης. Βλ. εκ~, μετα~. 3. ΘΕΟΛ. η ενανθρώπηση του Χριστού. ● ΣΥΜΠΛ.: κένωση (της) θέσης/(των) θέσεων: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. το κενό που προκύπτει σε φορέα, οργανισμό ή υπηρεσία μετά την αποχώρηση υπαλλήλου. ΑΝΤ. πλήρωση (της) θέσης/(των) θέσεων [< αρχ. κένωσις]
24340ΚΕΠ1. (το) Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών. 2. (το) Κέντρο Ελέγχου Περιοχής (για έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας).
24347ΚΕΠΠΑ1. (η) Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας (της Ευρωπαϊκής Ένωσης). 2. (το) Κέντρο Έρευνας και Πρόληψης Παιδικών Ατυχημάτων.
24348κεράβλ. κυρά
24349κερα-βλ. κυρα-
24350κεραίακε-ραί-α ουσ. (θηλ.) {κεραι-ών} 1. ΤΕΧΝΟΛ. εναέριος αγωγός (μεταλλική συσκευή ή ράβδος) για λήψη ή εκπομπή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων: διπολική/εξωτερική/επίγεια/επίπεδη/εσωτερική/καλωδιακή/κατευθυντική/παραβολική/περιστρεφόμενη/σταθερή/τηλεσκοπική ~. ~ αεροπλάνου/(οροφής) αυτοκινήτου/ραδιοφώνου/ραντάρ/τηλεόρασης. Ακτινοβολία/αντίσταση/βάση/ενισχυτής/σύνδεσμος ~ας. Οι ~ες της κινητής τηλεφωνίας. ΣΥΝ. αντένα (1) 2. ΝΑΥΤ. αντένα ιστιοφόρου. 3. ΓΡΑΜΜ. η μεγάλη παύλα που χρησιμοποιείται για να δηλώσει εναλλαγή συνομιλητών σε διαλογικό κείμενο. Βλ. ενωτικό.κεραίες (οι) 1. ΖΩΟΛ. ζεύγος λεπτών και ευκίνητων αισθητηρίων οργάνων που βρίσκονται στο πρόσθιο τμήμα της κεφαλής των εντόμων και άλλων αρθρόποδων: οι ~ του αστακού/της πεταλούδας. 2. (μτφ., για πρόσ.) αντιληπτική ικανότητα, οξυδέρκεια: Οι ευαίσθητες ~ του έχουν πιάσει τον παλμό των εξελίξεων. Έχει τις ~ του ανοιχτές (: βρίσκεται σε εγρήγορση). Με τις ~ στραμμένες προς την επικαιρότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: δορυφορικό πιάτο βλ. πιάτο, πάρκο κεραιών βλ. πάρκο ● ΦΡ.: μέχρι κεραίας & (σπάν.) κατά κεραία (λόγ.): με την παραμικρή λεπτομέρεια, επακριβώς: Η συμφωνία τηρήθηκε ~ ~ (= στο ακέραιο). Οι έρευνες επιβεβαίωσαν ~ ~ τις αρχικές μας εκτιμήσεις. ΣΥΝ. μέχρι τελείας, ούτε κατά κεραία (λόγ.): ούτε στο ελάχιστο, καθόλου: Δεν αλλάζουν ~ ~ τον αρχικό τους στόχο. Δεν μετακινήθηκε ~ ~ από τις θέσεις του. [< 1,2: γαλλ. antenne 3: μτγν. κεραία]
24351κεραμ-βλ. κεραμο-
24352κεραμέαςκε-ρα-μέ-ας ουσ. (αρσ.) {κεραμ-είς, -έων} (επίσ.): κεραμοποιός. Βλ. -έας. [< αρχ. κεραμεύς]
24353κεραμευτικός, ή, ό κε-ρα-μευ-τι-κός επίθ. (σπάν.): κεραμικός. ● Ουσ.: κεραμευτική (η): κεραμική. [< μτγν. κεραμευτικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.