| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24370 | κεραμουργία | κε-ρα-μουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.) ΣΥΝ. κεραμοποιία 1. κεραμική. Βλ. -ουργία. 2. κεραμοποιείο. Πβ. κεραμουργείο. | |
| 24371 | κεράμωση | κε-ρά-μω-ση ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. επένδυση επιφάνειας, συνήθ. στέγης, με κεραμίδια: ~ ανακτόρου/ναού. Διακοσμημένες/πήλινες ~ώσεις. Πβ. επι~. [< μτγν. κεράμωσις ‘κεραμοσκεπή, στέγη’] | |
| 24372 | κέρας | κέ-ρας ουσ. (ουδ.) {κέρ-ατος | -ατα, -άτων} (λόγ.) 1. ΑΝΑΤ. ανατομικό στοιχείο με κερατοειδές σχήμα: ~ της μήτρας. Οπίσθιο/πρόσθιο ~ του μηνίσκου/της φαιάς ουσίας του νωτιαίου μυελού.|| Δερματικό ~ (: έκφυση του δέρματος, συνήθ. στο πρόσωπο ή στο τριχωτό της κεφαλής). 2. ΜΟΥΣ. πνευστό όργανο που θυμίζει σάλπιγγα: κυνηγετικό ~ (: φυσικό κόρνο χωρίς βαλβίδες). 3. ΣΤΡΑΤ. (παλαιότ.) στρατιωτική πτέρυγα. ● ΣΥΜΠΛ.: αποστακτικό κέρας: ΧΗΜ. φιάλη απόσταξης με μακρύ καμπυλωτό λαιμό. Βλ. αποστακτήρας. [< γαλλ. cornue ] , τεκτονικό κέρας: ΓΕΩΛ. ανυψωμένο τέμαχος του γήινου φλοιού μεταξύ δύο ρηγμάτων. [< γερμ. Ηorst] , το κέρας της Αμάλθειας βλ. Αμάλθεια [< αρχ. κέρας, γαλλ. corne] | |
| 24373 | κέρασα | βλ. κερνώ | |
| 24374 | κερασάκι | κε-ρα-σά-κι ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. μικρό κεράσι, συνήθ. γλασαρισμένο ή ζαχαρωμένο, για τη διακόσμηση γλυκών: ~ια γλασέ/μαρασκίνο. Ταρτάκια με σαντιγί και ~ια. ● ΦΡ.: το κερασάκι στην τούρτα (μτφ.): το επιστέγασμα ή το αποκορύφωμα μιας σειράς γεγονότων, καταστάσεων: Πρόσθεσε/έβαλε ~ ~. Η διακοπή ρεύματος ήταν ~ ~ (των ατυχιών). [< γαλλ. la cerise sur le gâteau] | |
| 24375 | κερασένιος | , ια, ιο κε-ρα-σέ-νιος επίθ.: που μοιάζει με κεράσι, κυρ. στο χρώμα ή τη γεύση: ~ια: χείλη. Πβ. κερασί. Βλ. -ένιος. | |
| 24376 | κεράσι | κε-ρά-σι ουσ. (ουδ.) {κερασιού}: ο καρπός της κερασιάς, που έχει μικρό σφαιρικό σχήμα, λεπτή, γυαλιστερή και συνήθ. κόκκινη φλούδα, μαλακή γλυκιά σάρκα και κουκούτσι: γλυκό (του κουταλιού)/λικέρ/μαρμελάδα/χυμός ~. Ζουμερά/τραγανά ~ια. ~ια γλασέ. Τάρτα με ~ια. Βλ. βύσσινο, πετρο-, χαμο-κέρασο, κερασάκι. ● ΦΡ.: όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα (και) μικρό καλάθι (παροιμ.): να είσαι επιφυλακτικός, όταν ακούς μεγάλα λόγια και υπερβολές. [< μεσν. κεράσι(ν) < μτγν. κεράσιον < αρχ. κέρασος & κερασός ‘κερασιά’] | |
| 24377 | κερασί | κε-ρα-σί επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): που έχει κόκκινη απόχρωση, παρόμοια με αυτή των κερασιών: ~ ξύλο.|| (ως ουσ.) Σκούρο ~. Πβ. βυσσινί, κεραμιδί, μπορντό. | |
| 24378 | κερασιά | κε-ρα-σιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. οπωροφόρο φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Prunus avium), με λείο, ίσιο, ψηλό κορμό και λευκά άνθη σε ταξιανθίες, το οποίο καλλιεργείται κυρ. για τον καρπό του, το κεράσι· συνεκδ. το κοκκινωπό ξύλο του: Βλ. αγριο~, πετρο~, βυσσινιά, πυρηνόκαρπα.|| Τραπέζι από ~. Βλ. καρυδιά, οξιά. [< μεσν. *κερασιά, κερασά < μτγν. κερασέα & κερασία] | |
| 24379 | κέρασμα | κέ-ρα-σμα ουσ. (ουδ.) {κεράσμ-ατος | -ατα} 1. η ενέργεια του κερνώ: ~ των επισκεπτών/καλεσμένων (με λικέρ και σοκολατάκια). Δίσκος ~ατος. (προφ.) Ευχαριστώ για το ~! ΣΥΝ. τρατάρισμα, φίλεμα 2. (συνεκδ.) τα προσφερόμενα γλυκά, ποτά ή φαγητά: παραδοσιακά ~ατα. Ακολούθησε πλούσιο ~ (βλ. μπουφές). ● Υποκ.: κερασματάκι (το) [< αρχ. κέρασμα ‘μείγμα (ποτών)’] | |
| 24380 | κεραστής | κε-ρα-στής ουσ. (αρσ.) (σπάν.): πρόσωπο που κερνά. [< μεσν. κεραστής 'αυτός που σερβίρει ποτά'] | |
| 24381 | κερασφόρος | , α/ος, ο κε-ρα-σφό-ρος επίθ. (λόγ.) 1. που έχει κέρατα στο κεφάλι: (ΜΥΘΟΛ.) ~ος: θεός.|| ~α: ζώα. Βλ. -φόρος. 2. (σπάν.-ειρων.) κερατάς. [< μτγν. κερασφόρος] | |
| 24382 | κερατάς | κε-ρα-τάς ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. απατημένος σύζυγος ή ερωτικός σύντροφος. Βλ. -άς.|| (παροιμ.) Ο ~ το μαθαίνει πάντα τελευταίος. 2. (υβριστ.) ανέντιμος άνθρωπος που προκαλεί αγανάκτηση με τις πράξεις του: Ήθελα να 'ξερα ποιος ~ το 'κανε! Α, ρε ~ά, δεν θα σε πιάσω στα χέρια μου; Πβ. αγύρτης, απατεώνας, παλιοτόμαρο. 3. (για δήλωση έκπληξης και θαυμασμού) ιδιαίτερα ικανό άτομο: Βρε τον ~ά, πώς τα κατάφερε; Πβ. κατεργάρης, μπαγάσας. ● ΦΡ.: (και) κερατάς και δαρμένος: διπλά ζημιωμένος. Πβ. εκεί που μας χρωστούσαν/χρωστάγανε (μας πήραν και το βόδι)., του κερατά (εμφατ.) 1. σε πολύ μεγάλο βαθμό: (υβριστ.) Λαμόγια ~ ~!|| Βαριέμαι ~ ~! 2. (ως αναφώνηση σε δυσάρεστη κατάσταση) δεν πάει άλλο, δεν αντέχεται: ~ ~! Για πόσο ακόμα θα συνεχιστεί αυτή η ατυχία; ● βλ. κερατούκλης [< μεσν. κερατάς] | |
| 24383 | κερατένιος | , ια, ιο κε-ρα-τέ-νιος επίθ. (προφ.): (ως έκφρ. αγανάκτησης) που προκαλεί δυσκολίες: Το ~ιο (= αναθεματισμένο) το μηχάνημα πάλι δεν δουλεύει! Βλ. -ένιος, κερατούκλης. | |
| 24384 | κερατιάτικος | , η, ο κε-ρα-τιά-τι-κος επίθ. (αργκό): (για χρηματικό ποσό) που χρεώνεται σε κάποιον άσκοπα ή άδικα: ~ο: πάγιο/πρόστιμο. Βλ. -ιάτικος. Κυρ. στη ● ΦΡ.: πληρώνω (τα) κερατιάτικα/γαμησιάτικα βλ. πληρώνω | |
| 24385 | κερατίνη | κε-ρα-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ινώδης δομική πρωτεΐνη, που αποτελεί βασικό συστατικό της επιδερμίδας, των τριχών και των νυχιών. Βλ. -ίνη, κυστίνη. [< γαλλ. kératine, αγγλ. keratin] | |
| 24386 | κεράτινος | , η, ο κε-ρά-τι-νος επίθ. 1. ΒΙΟΛ. που αποτελείται από κερατίνη: η ~η στιβάδα της επιδερμίδας (: η εξωτερική). Το ~ο περίβλημα του δέρματος των ερπετών. 2. (σπάν.) κατασκευασμένος από κέρατο ή σκληρός, όπως αυτό: ~ες: λαβές (μαχαιριών). Βλ. -ινος, κερατοειδής. [< αρχ. κεράτινος, αγγλ. ceratinous] | |
| 24387 | κερατίτιδα | κε-ρα-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κερατοειδίτιδα: ΙΑΤΡ. φλεγμονή του κερατοειδούς: ερπητική/μυκητιασική/στικτή ~. Βλ. βλεφαρ-, επιπεφυκ-, σκληρ-ίτιδα. [< μτγν. κερατῖτις 'είδος παπαρούνας', γαλλ. kératite, αγγλ. keratitis] | |
| 24388 | κέρατο | κέ-ρα-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άτου} 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} σκληρή απόφυση στο κεφάλι ορισμένων θηλαστικών· γενικότ. κάθε παρόμοια έκφυση σε ζώα: ~α βοδιού/(αρσενικού) ελαφιού/κατσίκας/κριαριού/ταράνδου/ταύρου/τράγου. Κομπολόγια/χάντρες από ~.|| ΦΡ. (Και) στου βοδιού το ~ να κρυφτείς (: όπου και να πας), θα σε βρω! 2. (προφ.) ερωτική απιστία: Της/του ρίχνει/βάζει ~ (= την/τον κερατώνει. Πβ. απατώ). Πέφτει/τρώει ~. Πβ. μοιχεία. ΣΥΝ. κεράτωμα 3. (προφ.-μτφ.) ανατομικό αντιαισθητικό εξόγκωμα που προκαλεί ενόχληση· κατ' επέκτ. οτιδήποτε προκαλεί εκνευρισμό και ταλαιπωρία, εμποδίζοντας συνήθ. μια δραστηριότητα: Πέταξα (= έβγαλα) ένα ~ στο κούτελο. Βλ. σπυρί.|| Τι είναι αυτό το ~ στη μέση; ● Υποκ.: κερατάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: κέρατο βερνικωμένο (υβριστ.): δύστροπος άνθρωπος. Πβ. στριμμένο άντερο., πιπεριά κέρατο βλ. πιπεριά ● ΦΡ.: μέχρι να βγάλει ο ήλιος κέρατα (αργκό): ασταμάτητα, συνεχώς: Θα περιμένω/(απειλητ.) θα σε κυνηγώ, ~ ~. Πβ. μέχρι να πατήσεις μαύρο χιόνι., τα κέρατά μου/σου/του (αργκό): σε υπερβολικό βαθμό, πάρα πολύ: Ξοδεύει/πίνει/πληρώνει/τρώει/χρωστάει τα ~ του (= τ' άντερά του). Βλ. τα μαλλιοκέφαλα μου/σου/του ..., γαμώ το κέρατό/το στανιό μου/σου βλ. γαμώ, πιάνω τον ταύρο από τα κέρατα βλ. ταύρος, στου δια(β)όλου τη μάνα/το κέρατο βλ. διάβολος, την τύχη/το κέρατό μου μέσα βλ. τύχη, της/του τα φοράει βλ. φορώ, το κέρατό μου το τράγιο βλ. τράγιος [< μεσν. κέρατον] | |
| 24389 | κερατοειδής | , ής, ές κε-ρα-το-ει-δής επίθ.: (σπάν.) που έχει μορφή κέρατος: ~ής: απόφυση. ~ές: σχήμα. Βλ. -ειδής, κεράτινος. ● ΣΥΜΠΛ.: κερατοειδής (χιτώνας): ΑΝΑΤ. το πρόσθιο, διαφανές τμήμα του οφθαλμικού βολβού, μπροστά από την ίριδα και την κόρη, το οποίο επιτρέπει την είσοδο του φωτός και βοηθά το μάτι να εστιάσει σε κάτι: έλκος/καμπυλότητα του/τοπογραφία ~ούς. Επέμβαση στον ~ή με λέιζερ για διόρθωση μυωπίας. [< μτγν. κερατοειδής, γαλλ. kératoïde, αγγλ. keratoid] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ