Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25140-25160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24390κερατοειδίτιδαβλ. κερατίτιδα
24391κερατόκωνοςκε-ρα-τό-κω-νος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) κερατοειδόκωνος: ΙΑΤΡ. πάθηση του ματιού κατά την οποία ο κερατοειδής χιτώνας αποκτά σχήμα κώνου, με σύμπτωμα τη θολή και παραμορφωμένη εικόνα των αντικειμένων. Βλ. αστιγματισμός. [< γαλλ. kératocône, 1900, αγγλ. keratoconus]
24392κερατόμετροκε-ρα-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. όργανο μέτρησης της καμπυλότητας του κερατοειδούς χιτώνα: αναλογικό/αυτόματο ηλεκτρονικό ~. Βλ. διαθλασίμετρο, -μετρο. [< αγγλ. keratometer]
24393κερατούκληςκε-ρα-τού-κλης ουσ. (αρσ.) {κερατούκληδες} & κερατούκλικο (το) (οικ.): προσφώνηση που εκφράζει συμπάθεια, θαυμασμό ή ελαφρά δυσαρέσκεια: Kαλά, είναι φοβερός, ο ~! Α ρε ~η, όλα τα καταλαβαίνεις!|| Βρε κερατούκλικο, πάλι σκανδαλιά έκανες; Πβ. κατεργάρης, μπαγάσας. Βλ. κερατένιος. ● βλ. κερατάς
24394κεράτσα βλ. κυράτσα
24395κεράτωμακε-ρά-τω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ερωτική απιστία. Πβ. μοιχεία. ΣΥΝ. κέρατο (2)
24396κερατώνωκε-ρα-τώ-νω ρ. (μτβ.) {κεράτω-σε, κερατώ-σει, -μένος, κερατών-οντας} (προφ.): απατώ τον ερωτικό μου σύντροφο. Πβ. απιστώ, μοιχεύω. ΣΥΝ. της/του τα φοράει [< μεσν. κερατώνω]
24397κεράτωσηκε-ρά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάχυνση της κεράτινης στιβάδας της επιδερμίδας: ακτινική ~ (: δερματική πάθηση ως αποτέλεσμα χρόνιας έκθεσης στον ήλιο). Βλ. υπερ~. [< μεσν. κεράτωσις 'κεράτωμα', γαλλ. kératose, αγγλ. keratosis]
24398κεραυνικός, ή, ό κε-ραυ-νι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τον κεραυνό: ~ή: δραστηριότητα/προστασία (βλ. αλεξικέραυνο). ~ό: πλήγμα/ρεύμα. ~ά: φαινόμενα.
24399κεραυνοβολημένος, η, ο κε-ραυ-νο-βο-λη-μέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) έκπληκτος, άναυδος (στο άκουσμα ή τη θέα συνήθ. συνταρακτικού συμβάντος): Έμεινε/κοίταζε (σαν) ~. Ένιωσε ~ από έρωτα/από την ομορφιά της (= θαμπωμένος). Πβ. άφωνος. ΣΥΝ. αποσβολωμένος, εμβρόντητος, κατάπληκτος, κεραυνόπληκτος (1) 2. (σπανιότ.) χτυπημένος από ηλεκτρικό ρεύμα ή κεραυνό: Έχασαν την ζωή τους ~οι από καλώδιο της ΔΕΗ.
24400κεραυνοβόλος, α/ος, ο κε-ραυ-νο-βό-λος επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από ένταση ή/και ταχύτητα: ~α: αντίδραση/επίθεση. ~ο: βλέμμα (= αυστηρό, αποφασιστικό, διαπεραστικό). (ΑΘΛ.) Με ~ο σουτ έστειλε την μπάλα στα δίχτυα. Πβ. αιφνιδιαστικός, αστραπιαίος, ξαφνικός. Βλ. απρόσμενος. 2. ΙΑΤΡ. (για νόσο) που έχει αιφνίδια εμφάνιση και επιδεινώνεται με γρήγορο ρυθμό: ~ος: ηπατική ανεπάρκεια/μηνιγγίτιδα (= οξεία). Πβ. καλπάζων. ● επίρρ.: κεραυνοβόλα & (σπάν.-λόγ.) κεραυνοβόλως ● ΣΥΜΠΛ.: κεραυνοβόλος έρωτας: ξαφνικός και πολύ δυνατός: Παντρεύτηκαν από ~ο ~α (= έρωτας με την πρώτη ματιά). [< γαλλ. coup de foudre] [<αρχ. κεραυνοβόλος ‘χτυπημένος από κεραυνό’, μτγν. ~ ‘που εξαπολύει κεραυνούς’, γαλλ. foudroyant]
24401κεραυνοβολώ[κεραυνοβολῶ] κε-ραυ-νο-βο-λώ ρ. (μτβ.) {κεραυνοβόλ-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας, -ημένος} (μτφ.) 1. προκαλώ ψυχική αναταραχή, συγκλονίζω: Ο θάνατός του ~ησε (= σόκαρε) τους πάντες. ~ήθηκε (= θαμπώθηκε) απ' την ομορφιά της. ~ήθηκε, όταν έμαθε ότι ... (= έπαθε σοκ, του ήρθε κόλπος/ταμπλάς). 2. κατακεραυνώνω: Τον ~ησε με ένα βλέμμα του (: τον κοίταξε επικριτικά, αφήνοντάς τον άναυδο). Πβ. μένω/αφήνω κόκαλο. Βλ. -βολώ. 3. (προφ., για ποδοσφαιριστή) πετυχαίνω γκολ με ισχυρό και γρήγορο σουτ: ~ησε τον τερματοφύλακα της αντίπαλης ομάδας.κεραυνοβολεί {συνήθ. στο θ. του αορίστου}: προκαλεί ηλεκτροπληξία ή σπανιότ. κεραυνοπληξία: Τον ~ησε το ρεύμα.|| ~ήθηκε από ηλεκτροφόρο καλώδιο.|| ~ήθηκε κατά τη διάρκεια καταιγίδας (= κατακεραυνώθηκε). [< μτγν. κεραυνοβολῶ 'χτυπώ με κεραυνό', γαλλ. foudroyer]
24402κεραυνόπληκτος, η, ο κε-ραυ-νό-πλη-κτος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) εμβρόντητος: Έμεινε ~ (από την είδηση). ΣΥΝ. άναυδος, κατάπληκτος, κεραυνοβολημένος (1) 2. (σπάν.) χτυπημένος από κεραυνό: ~ο: δέντρο. Βλ. -πληκτος. [< 2: μτγν. κεραυνόπληκτος, γαλλ. foudroyé]
24403κεραυνοπληξίακε-ραυ-νο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): χτύπημα από κεραυνό: εγκαύματα/θάνατος/παράλυση από ~. Προστασία κτιρίων από ~ (: με αλεξικέραυνο). Βλ. ηλεκτρο-, θερμο-πληξία.
24404κεραυνόςκε-ραυ-νός ουσ. (αρσ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. ακαριαία και ισχυρή ηλεκτρική εκκένωση μεταξύ νέφους και εδάφους, που προκαλείται ιδ. κατά τη διάρκεια καταιγίδας και συνοδεύεται από εκτυφλωτικό φως και βροντερό θόρυβο: σφαιρικός ~. Βροντεροί/ισχυροί ~οί. Βροντή/ισχύς/λάμψη/πτώση ~ού. Προστασία (βλ. αλεξικέραυνο)/πυρκαγιά από ~ό. ~οί και αστραπές. Πβ. αστροπελέκι. 2. (μτφ.) καθετί αναπάντεχο, απειλητικό ή εξαιρετικά δυσάρεστο: δήλωση-~. Η αποκάλυψη τον χτύπησε σαν ~. Εκτόξευσε ~ούς (= μύδρους) εναντίον/κατά του ... || (κατ' επέκτ., στο ποδόσφαιρο) Έπιασε σουτ-~ό (: πολύ δυνατό). ● ΦΡ.: κεραυνός εν αιθρία βλ. αιθρία [< 1: αρχ. κεραυνός 2: γαλλ. foudre]
24405κέρβεροςκέρ-βε-ρος ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ., από το ομώνυμο μυθολογικό τέρας): πρόσωπο που ασκεί στενή, αυστηρή επιτήρηση και έλεγχο σε κάποιον ή κάτι: Ο πατέρας/η μάνα τους ήταν (σωστός) ~. Πβ. δυνάστης, τύραννος.|| (ΑΘΛ.) ~ στην άμυνα. [< αρχ. Κέρβερος ‘σκύλος με τρία κεφάλια. Φρουρός του Άδη’, αγγλ. Cerberus, γερμ. Zerberus, γαλλ. Cerbère]
24406κερδίζωκερ-δί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κέρδ-ισα, -ίσει, -ήθηκε, -ηθεί, κερδίζ-οντας, κερδ-ισμένος} 1. αναδεικνύομαι νικητής, νικώ: ~ισε την αγωγή/τον αγώνα/τη δίκη/τις εκλογές/το ματς (= πήρε)/τον πόλεμο. Τους ~ισε όλους και με διαφορά! Με ~ισε στο σκάκι. ~ισαν (με) 2-1 την αντίπαλη ομάδα. Βλ. ξανα~.|| Θέλει πάντα να ~ει. Ο τυχερός αριθμός που ~ει είναι το ... Ποιος ~ει μέχρι τώρα (: ποιος προηγείται στο σκορ); ΑΝΤ. ηττώμαι, χάνω (5) 2. αποκτώ κάτι ωφέλιμο ή επιθυμητό, λόγω τύχης ή ικανοτήτων, κατακτώ: Ο νικητής ~ει μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Οι υπερτυχεροί που κληρώθηκαν ~ουν δώρα αξίας ... ~ισε το πρώτο βραβείο/το λαχείο/το χρυσό μετάλλιο/τον τίτλο/το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο παίκτης ~ισε πέναλτι/φάουλ. ~ισαν γνώσεις/την ελευθερία τους/εμπειρίες. Έχει ~ίσει δόξα και χρήμα/(επάξια) μια θέση στο πάνθεον των ...|| Τι θα ~ίσω, αν σου αποκαλύψω την αλήθεια (: τι όφελος θα έχω); ~ισα πολλά από το ταξίδι (: ωφελήθηκα).|| ~ την αγάπη/την εμπιστοσύνη/το ενδιαφέρον/τον θαυμασμό/την προτίμηση/τη φιλία κάποιου. Σε ~ει με την απλότητά της/με την πρώτη ματιά (= γοητεύει). Τα βιολογικά προϊόντα ~ουν την αγορά. ~ισε το κοινό με τον λόγο του. Έχει κάνει τα πάντα, για να την ~ίσει (: ερωτικά). Ο σεβασμός ~εται, δεν επιβάλλεται. 3. βγάζω χρήματα από την εργασία μου ή με άλλο τρόπο: Πόσα ~εις από αυτή τη δουλειά; ~ει πάνω από ... ευρώ το μήνα. ~ίσαμε σημαντικά ποσά. Πβ. αποκομίζω, οικονομώ, προσπορίζομαι.κερδίζει (μτφ.-προφ.) ΑΝΤ. χάνει 1. (+ σε) υπερέχει, υπερτερεί: Το έργο του ~ (= πλεονεκτεί) σε πρωτοτυπία και πολυμορφία. 2. βελτιώνεται, αναδεικνύεται: Ωραίο τραγούδι που ~ πολύ, όταν παίζεται ζωντανά. ● ΦΡ.: βγάζω/κερδίζω τα προς το ζην/το ψωμί μου & κερδίζω τη ζωή μου: εξασφαλίζω, συνήθ. μέσω εργασίας, τα απαραίτητα, για την επιβίωσή μου, χρήματα ή υλικά αγαθά: ~ ~ ως δημοσιογράφος/καθαρίστρια. ~ει ~ με κόπο και ιδρώτα., βγαίνω/είμαι (ο) κερδισμένος (μτφ.): ωφελούμαι: Βγήκε ~ από την υπόθεση. Ήταν ο μεγάλος ~ των εκλογών.|| (απειλητ.) Όποιος του πηγαίνει κόντρα, δεν θα βγει ~., κερδίζω (τον) χαμένο χρόνο: προσπαθώ να αναπληρώσω τις ελλείψεις, τα κενά που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν, εντατικοποιώντας τις προσπάθειές μου., κερδίζω χρονιά/τάξη (παλαιότ.): δικαιούμαι να πάω στο σχολείο λίγο νωρίτερα από το κανονικό, λόγω της ημερομηνίας γέννησής μου., κερδίζω χρόνο (μτφ.): συντομεύω τον απαιτούμενο χρόνο για την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας ή τον παρατείνω προς όφελός μου: Πηγαίνω στη δουλειά με τη μηχανή, για να ~ίσω ~.|| Μας είπε ψέματα, προσπαθώντας να ~ίσει ~. Πβ. αγοράζω χρόνο., κέρδισε το εισιτήριο (μτφ.): κατόρθωσε να αποκτήσει πρόσβαση σε μια σημαντική δραστηριότητα: ~ ~ της συμμετοχής. ~ ~ για τον τελικό του διαγωνισμού., έκλεψε/κέρδισε τις εντυπώσεις βλ. εντύπωση, έχασε/κέρδισε το στοίχημα βλ. στοίχημα, καίω/κατακτώ/κερδίζω/κλέβω/παίρνω την καρδιά κάποιου βλ. καρδιά, κερδίζει έδαφος βλ. έδαφος, κερδίζει/παίρνει πόντους βλ. πόντος1, ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει βλ. ομάδα, όποιος χάνει στα χαρτιά, κερδίζει στην αγάπη βλ. χαρτί, τον/την κέρδισε το τραγούδι βλ. τραγούδι [< μτγν. κερδίζω, πβ. αρχ. κερδαίνω]
24407κέρδοςκέρ-δος ουσ. (ουδ.) {κέρδ-ους | -η, -ών} 1. ΟΙΚΟΝ. το χρηματικό πλεόνασμα που προκύπτει από κάποια οικονομική δραστηριότητα: αναμενόμενο/ελάχιστο/επιχειρηματικό/ευκαιριακό/εύκολο/θεμιτό/λογιστικό/μέγιστο/νόμιμο/οικονομικό/οργανικό/παράνομο/προσδοκώμενο/σίγουρο/σταθερό/υψηλό/φορολογητέο ~. ~ από αγοραπωλησία/τόκους. Δείκτης/δυνατότητα/επιδίωξη/επίτευξη/μερίδιο/πηγή ~ους. Το κυνήγι του ~ους. Απολεσθέντα ~η. ~η προ φόρου. Άνοδος/αύξηση/διανομή/μείωση/πτώση (των) ~ών. Στενεύουν τα περιθώρια ~ους. Βγάζουν/αποκομίζουν ~. Αποβλέπει στο ~. Τα ~η ανήλθαν σε ... ευρώ. Επένδυση που αποφέρει/δίνει/φέρνει πολλά ~η (: είναι κερδοφόρα). Σημαντικά ~η καταγράφει το χρηματιστήριο (ΑΝΤ. απώλειες). Πβ. απόδοση. Βλ. τζίρος, υπερ~. ΑΝΤ. ζημιά (2), χασούρα 2. (κατ' επέκτ.) κάθε είδους όφελος: ηθικό/κοινωνικό ~ (πβ. ωφέλεια). ~ χρόνου. Το καθαρό περιβάλλον αποτελεί ~ για την κοινωνία.|| (ΑΘΛ.) Βαθμολογικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: (μη) διανεμηθέντα κέρδη: ΟΙΚΟΝ. το μέρος του καθαρού κέρδους που (δεν) έχει μοιραστεί στους δικαιούχους: ~ ~ από επενδύσεις., διαφυγόντα κέρδη: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που χάνονται λόγω σφάλματος ή ενέργειας τρίτου, οπότε μπορεί να απαιτηθεί αποζημίωση., καθαρό κέρδος: ΟΙΚΟΝ. τα πραγματικά έσοδα επιχείρησης ή προσώπου, από τα οποία έχουν αφαιρεθεί το κόστος παραγωγής και τα έξοδα (πωλήσεων, διοίκησης): ~ ~ χρήσεως. Περιθώριο/συντελεστής ~ού ~ους. [< αγγλ. net profit], λειτουργικό κέρδος: ΟΙΚΟΝ. που προέρχεται από την κύρια δραστηριότητα επιχείρησης, από το οποίο δεν έχουν αφαιρεθεί φόροι, τόκοι και αποσβέσεις. [< αγγλ. operating profit], μεγιστοποίηση του κέρδους/των κερδών: ΟΙΚΟΝ. συστηματική προσπάθεια κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου να αποκτήσει το μεγαλύτερο δυνατό οικονομικό όφελος, καταβάλλοντας το μικρότερο δυνατό κόστος· το ίδιο το όφελος που αποκομίζεται. [< αγγλ. profit maximization], μικτό/ακαθάριστο κέρδος: ΟΙΚΟΝ. από το οποίο δεν έχουν αφαιρεθεί οι δαπάνες: μέσο/συνολικό/τυπικό ~ ~. ~ ~ εταιρείας/καταστήματος. [< αγγλ. gross profit] ● ΦΡ.: συμμετοχή (στα κέρδη) βλ. συμμετοχή [< αρχ. κέρδος]
24408κερδοσκοπίακερ-δο-σκο-πί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): προσπάθεια μεγιστοποίησης του κέρδους συνήθ. με αθέμιτα μέσα: άγρια/ανελέητη/ανεξέλεγκτη/ασύστολη ~. Εξισορροπητική ~ (= αρμπιτράζ). Κρούσματα/κυκλώματα/κύμα/φαινόμενα ~ας. Μέτρα για την πάταξης της ~ας. Πβ. ληστεία, φιλοκέρδεια. Βλ. καρτέλ, -σκοπία. ΣΥΝ. αισχροκέρδεια [< γαλλ. spéculation]
24409κερδοσκοπικός, ή, ό κερ-δο-σκο-πι-κός επίθ. (επίσ.): που αποσκοπεί στην κερδοσκοπία: ~ή: δραστηριότητα. ~ές: πιέσεις. ~ά: κίνητρα/παιχνίδια. ΣΥΝ. αισχροκερδής (1) ● επίρρ.: κερδοσκοπικά ● ΣΥΜΠΛ.: μη κερδοσκοπικός: (για οργανισμό) που έχει τη μορφή νομικού προσώπου και δεν αποβλέπει στην επίτευξη κέρδους, αλλά στην εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών: ~ ~ σύλλογος/φορέας (= αφιλοκερδής). ~ ~ή εταιρεία. ~ ~ό ίδρυμα/σωματείο. Ινστιτούτο ~ ~ού χαρακτήρα. Βλ. ευαγής, μη κυβερνητική οργάνωση, φιλανθρωπικός. [< αγγλ. non-profit (organisation)] [< γαλλ. spéculatif]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.