Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25160-25180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24410κερδοσκόποςκερ-δο-σκό-πος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που κερδοσκοπεί. Πβ. αγιογδύτης, αισχροκερδής, κοράκι, ληστής. Βλ. -σκόπος. [< γαλλ. spéculateur]
24411κερδοσκοπώ[κερδοσκοπῶ] κερ-δο-σκο-πώ ρ. (αμτβ.) {κερδοσκοπ-εί, -ώντας | κερδοσκόπ-ησε, -ήσει}: λειτουργώ κερδοσκοπικά: Ορισμένοι έμποροι ~ούν σε βάρος των καταναλωτών. Πβ. ληστεύω. Βλ. -σκοπώ. ΣΥΝ. αισχροκερδώ [< γαλλ. spéculer]
24412κερδοφορίακερ-δο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.): επίτευξη οικονομικού κέρδους: ανάκαμψη/άνοδος/αύξηση/βελτίωση/κάμψη/πτώση της ~ας της επιχείρησης. Όμιλος με ενισχυμένη/ισχυρή/μειωμένη/υψηλή ~. Προβλέψεις αναλυτών για τις εταιρικές ~ες. Βλ. -φορία.
24413κερδοφόρος, α/ος, ο κερ-δο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που αποφέρει οικονομικό κέρδος: ~ος/α: αγορά/επένδυση/εργασία. ~ο: επάγγελμα. ~οι: κλάδοι/οργανισμοί. ~ες: επιχειρήσεις. Η εταιρεία συνεχίζει την ~α/~ο ανάπτυξή/πορεία της. Πβ. αποδοτικός, προσοδοφόρος.|| ~ο: εξάμηνο/μέλλον. Βλ. -φόρος. ΣΥΝ. επικερδής ΑΝΤ. ζημιογόνος [< μτγν. κερδοφόρος]
24414κερδοφορώ[κερδοφορῶ] κερ-δο-φο-ρώ ρ. (αμτβ.) {κερδοφορ-εί | κερδοφόρ-ησε, -ήσει} (λόγ.): αποκομίζω μεγάλο οικονομικό κέρδος: Η εταιρεία ~εί ασύστολα/σε βάρος ... Επιλέγουν αθέμιτες μεθόδους, για να ~ήσουν. Πβ. κερδοσκοπώ. Βλ. -φορώ.
24415κερδώος, α, ο [κερδῷος] κερ-δώ-ος επίθ. (λόγ.): που αποσκοπεί στο οικονομικό κέρδος: ~α: λογική. ~α: κριτήρια. Βλ. -ώος. ● ΦΡ.: κερδώος Ερμής (μετωνυμ., από τον θεό Ερμή ως προστάτη του εμπορίου): το εμπόριο· κατ' επέκτ. η επιδίωξη του κέρδους: Ασχολείται με τον ~ο ~ή (: με εμπορικές δραστηριότητες).|| Στο όνομα του ~ου ~ή (= πλουτισμού). Πβ. κερδοσκοπία. Βλ. λόγιος Ερμής. [< μτγν. Ἑρμῆς κερδῷος] [< μτγν. κερδῷος]
24416κερένιος, ια, ιο βλ. κέρινος
24417κερήθραβλ. κηρήθρα
24418κερίκε-ρί ουσ. (ουδ.) {κερ-ιού | -ιών} 1. λιπαρή ουσία που εκκρίνεται από τις μέλισσες, όταν κατασκευάζουν τις κηρήθρες και γενικότ. κάθε παρόμοια ουσία φυσικής (ζωικής ή φυτικής) ή συνθετικής προέλευσης· κάθε εμπορικό προϊόν που παράγεται από αυτή και κυρ. το κυλινδρικό συνήθ. αντικείμενο, στο εσωτερικό του οποίου υπάρχει φιτίλι που καίγεται, παράγοντας φλόγα: οργανικό/ορυκτό ~. Ομοίωμα από ~ (= κέρινο). Βλ. μελισσοκέρι.|| Προστατευτικό ~ (για το αμάξωμα του αυτοκινήτου). (Γυαλιστικό) ~ σε σπρέι. Βερνίκι ~ιού. Αποτρίχωση με ζεστό/κρύο ~ (πβ. χαλάουα).|| Αρωματικό/διακοσμητικό/επιτραπέζιο/χειροποίητο/χρωματιστό ~. Επιπλέοντα ~ιά. Ρομαντικό δείπνο υπό το/στο φως των ~ιών. Άναψε ένα ~ (στην εκκλησία· βλ. αγιοκέρι). Έσβησε τα ~ιά της τούρτας (γενεθλίων). Πβ. κηρίο, λαμπάδα. Βλ. παραφ-, στεατ-ίνη. 2. κυψελίδα: αφαίρεση ~ιού από τα αυτιά. Πβ. βύσμα. ● Υποκ.: κεράκι (το) 1. στη σημ. 1: ~ια γενεθλίων. Πβ. ρεσό. 2. μικρή λάμπα με σχήμα κεριού: μίνι ~. ● ΦΡ.: κεριά και λιβάνια! (προφ.): ως έκφραση δυσαρέσκειας, αγανάκτησης σε ενοχλητική επανάληψη της προσφώνησης "κύριε", "κυρία" ή της λέξης "και"., λιώνω σαν (το) κερί (προφ.): αδυνατίζω, εξασθενώ, συνήθ. λόγω ασθένειας ή μεγάλης στενοχώριας. Πβ. μαραζώνω., ψάχνω/γυρεύω με το κερί/με το φανάρι (μτφ.): αναζητώ κάποιον ή κάτι που σπανίζει. ΣΥΝ. ψάχνω/κυνηγώ κάποιον/κάτι με το τουφέκι, κίτρινος/χλομός σαν (το) κερί/φλουρί βλ. χλομός & χλωμός, μην τάξεις του Άγιου/σε Άγιο κερί και του παιδιού/σε παιδί κουλούρι βλ. τάζω [< μεσν. κερί(ν)]
24419κεριέρακε-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): συσκευή που θερμαίνει το κερί ή τη χαλάουα για αποτρίχωση. Βλ. ρολέτα.
24420κέρινκέ-ριν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ολυμπιακό αγώνισμα ποδηλασίας στο οποίο οι ποδηλάτες ακολουθούν για κάποια απόσταση (περ. δύο χιλιομέτρων) μια μοτοσικλέτα που δίνει ρυθμό στην κούρσα και φεύγει πριν από τον τελευταίο γύρο, δίνοντάς τους το σύνθημα για το σπριντ μέχρι το τέρμα. [< αγγλ. keirin, 1948 < ιαπων. ~ ]
24421κέρινος, η, ο κέ-ρι-νος επίθ. & (σπάν.-παλαιότ.) κερένιος, ια, ιο 1. κατασκευασμένος από κερί: ~η: κούκλα. ~α: αβγά. Μουσείο ~ων ομοιωμάτων. 2. (μτφ.) χλομός: ~ο: πρόσωπο. [< μεσν. κέρινος]
24422κερκίδακερ-κί-δα ουσ. (θηλ.) 1. (σε αθλητικές εγκαταστάσεις, γήπεδα και αρχαία θέατρα) καθεμία από τις σειρές καθισμάτων ή θέσεων, που διατάσσονται βαθμιδωτά και βρίσκονται μεταξύ δύο διαδρόμων ή κλιμάκων· ο χώρος όπου κάθονται οι θεατές και συνεκδ. το σύνολό τους: μεταλλική/πτυσσόμενη/σκεπαστή/τσιμεντένια ~.Το άνω/κάτω διάζωμα της κεντρικής ~ας. Οικογενειακή ~ (: με ελεύθερη είσοδο ή με μειωμένο εισιτήριο για παιδιά έως δώδεκα ετών που συνοδεύονται από τους γονείς τους).|| Άδειες/γεμάτες/κατάμεστες ~ες. Η ~ μιας ομάδας (: οι οπαδοί της). Πβ. εξέδρα. 2. ΑΝΑΤ. το εξωτερικό από τα δύο οστά του πήχη του χεριού: ~ και ωλένη. Βλ. αγκώνας, καρπός. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. τριγωνική κατασκευή, καθένα από τα δύο μισά του αετώματος: αριστερή/δεξιά ~. 4. (σπάν.-λόγ.) σαΐτα αργαλειού. 5. ΒΟΤ. (σπάν.) κουτσουπιά. ● ΦΡ.: κάνω κερκίδα (προφ.): (για αθλητικούς αγώνες ή άλλους είδους θεάματα) υποστηρίζω κάποιον, δημιουργώντας ενθουσιώδη ατμόσφαιρα, συνήθ. με συνθήματα και πανό. [< μτγν. κερκίς]
24423κερκιδικός, ή, ό κερ-κι-δι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που έχει σχέση με την κερκίδα: ~ός: σφυγμός (: στον καρπό). ~ή: αρτηρία. ~ό: νεύρο. Βλ. καρωτιδικός.
24424κερκόπορτακερ-κό-πορ-τα ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ., από τη μικρή πύλη στα τείχη της Κωνσταντινούπολης μέσω της οποίας πιστεύεται ότι οι Οθωμανοί εισέβαλαν και άλωσαν την Πόλη το 1453): αδύνατο σημείο που μπορεί να γίνει αιτία πλήρους καταστροφής ή διάλυσης: Νομοσχέδιο που ανοίγει (την) ~ για άρση της μονιμότητας. Βλ. δούρειος ίππος, παραθυράκι. [< μεσν. Κερκόπορτα]
24425κερκοφόρος, ος, ο κερ-κο-φό-ρος επίθ. (επιστ.): που έχει ουρά ή απόφυση που μοιάζει με ουρά: (ΖΩΟΛ.) ~α: αμφίβια. ΣΥΝ. ουροδελή. ΑΝΤ. άνουρα.|| (ΑΝΑΤ.) ~ος: λοβός (του ήπατος)/πυρήνας του εγκεφάλου. Βλ. -φόρος. [< αρχ. κερκοφόρος]
24426κερκυραϊκός, ή, ό κερ-κυ-ρα-ϊ-κός επίθ. & (προφ.) κερκυραίικος, η, ο: που σχετίζεται με την Κέρκυρα ή/και τους Κερκυραίους: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ή: παστιτσάδα. ΣΥΝ. κορφιάτικος [< αρχ. Κερκυραϊκός]
24427Κερκυραίος, Κερκυραία[Κερκυραῖος] Κερ-κυ-ραί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Κέρκυρα. [< αρχ. Κερκυραῖος]
24428κέρμακέρ-μα ουσ. (ουδ.) {κέρμ-ατος | -ατα, -άτων}: μεταλλικό νόμισμα συνήθ. μικρής αξίας: ~ των πέντε/δέκα/είκοσι/πενήντα λεπτών. ~ του ενός/των δύο ευρώ (πβ. ευρω~). Αναμνηστικά/πλαστά/συλλεκτικά ~ατα. Καταμετρητής ~άτων. Μηχάνημα που δέχεται/λειτουργεί με/παίρνει ~ατα (: με κερματοδέκτη). Βλ. χαρτονόμισμα. ● ΦΡ.: στρίβω το νόμισμα/το κέρμα βλ. στρίβω [< αρχ. κέρμα ‘κομμάτι, νόμισμα’ < κείρω ‘κόβω, κουρεύω’]
24429κερματισμόςκερ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεμαχισμός, διαίρεση: (ΓΕΩΜΟΡΦ.) ζώνη ~ού. Πβ. κατα~. [< μτγν. κερματισμός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.