| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1529 | αιωροπτερισμός | [αἰωροπτερισμός] αι-ω-ρο-πτε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. πτήση με αιωρόπτερο. Πβ. ανεμοπορία. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. hang gliding, 1971] | |
| 1530 | αιωροπτεριστής | [αἰωροπτεριστής] αι-ω-ρο-πτε-ρι-στής ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. αθλητής του αιωροπτερισμού. [< αγγλ. hang glider, 1973] | |
| 1531 | αιωρόπτερο | [αἰωρόπτερο] αι-ω-ρό-πτε-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έρου}: ΑΘΛ. ατομική, ιπτάμενη αεραθλητική κατασκευή, συνήθ. χωρίς μηχανή, που αποτελείται από ύφασμα τεντωμένο πάνω σε μεταλλικό, τριγωνικό σκελετό, απ' όπου κρέμεται ο αιωροπτεριστής με κατάλληλο εξοπλισμό: πτήση/(ελεύθερη) πτώση με ~. Βλ. αλεξίπτωτο πλαγιάς, ανεμόπτερο, παραπέντε. ΣΥΝ. αετός (5) [< αγγλ. hang glider, 1930, γαλλ. εμπορ. ονομασ. deltaplane, 1974] | |
| 1532 | αιωρούμαι | [αἰωροῦμαι] αι-ω-ρού-μαι ρ. (αμτβ.) {αιωρ-είσαι ... | αιωρ-ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} (λόγ.) 1. κινούμαι ή στέκομαι στο κενό ή σε υγρό, ταλαντεύομαι: Το εκκρεμές ~είται. Ένα έντονο άρωμα ~είται στην ατμόσφαιρα. Η Γη/ο δορυφόρος ~είται στο Διάστημα/στο Σύμπαν. ~ούνται κρεμασμένοι στους ζυγούς. ~ούμενη: γέφυρα (= κρεμαστή)/σκόνη. ~ούμενοι: μικροοργανισμοί. ~ούμενα: σταγονίδια/σωματίδια. 2. (μτφ., για πρόσ.) αμφιταλαντεύομαι: ~ μεταξύ αλήθειας και ψέματος/λογικής και πάθους/χαράς και λύπης. Πβ. επαμφοτερίζω, μετεωρίζομαι, παλαντζάρω. ● αιωρείται: (για ζήτημα) είναι σε εκκρεμότητα, είναι πιθανό: (Άφησε να) ~ το ενδεχόμενο νέων απεργιών/ένα κλίμα μυστηρίου. ~ούνται ερωτηματικά για τα αίτια της δολοφονίας. ΣΥΝ. επικρέμαται, πλανιέται [< 1: αρχ. αἰωροῦμαι 2: γαλλ. balancer, osciller] | |
| 1533 | ΑΚ | (ο): Αστικός Κώδικας. | |
| 1536 | ακαβούρντιστος | , η, ο [ἀκαβούρντιστος] α-κα-βούρ-ντι-στος επίθ. & ακαβούρδιστος: που δεν έχει καβουρντιστεί: ~ος: καφές. ~η: βύνη. ~οι: ξηροί καρποί. ΑΝΤ. καβουρντισμένος. | |
| 1537 | ΑΚΑΓΕ | (το): Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών. | |
| 1538 | ακαδημαϊκός | , ή, ό [ἀκαδημαϊκός] α-κα-δη-μα-ϊ-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με την ανώτατη εκπαίδευση ή την επιστήμη, πανεπιστημιακός, επιστημονικός: ~ός: δάσκαλος/κλάδος/κόσμος/κύκλος σπουδών/οργανισμός/(παλαιότ.) πολίτης (= ο φοιτητής)/σύμβουλος/τίτλος/τρόπος σκέψης/υπεύθυνος/χώρος. ~ή: αναγνώριση/βαθμίδα/βιβλιοθήκη/δεοντολογία/διάκριση/εκπαίδευση/έρευνα/ζωή/καριέρα/κοινότητα/μόρφωση/συζήτηση (= θεωρητική, υποθετική, χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα)/φοίτηση/χρονιά. ~ό: απολυτήριο (παλαιότ., απαραίτητο για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια της χώρας)/άσυλο/εξάμηνο/ινστιτούτο/προσωπικό. ~ές: δάφνες/συνεργασίες/υπηρεσίες. ~ά: δίκτυα/θέματα/ιδρύματα/όργανα/προγράμματα σπουδών/προσόντα/τμήματα. ΑΝΤ. εξωακαδημαϊκός 2. που σχετίζεται με την Ακαδημία: ~ές: Αρχές (: Προεδρείο της Ακαδημίας, Προεδρεία των Τάξεων, Σύγκλητος της Ακαδημίας). 3. που αναφέρεται στους κλασικούς κανόνες τέχνης ή στον ακαδημαϊσμό: ~ή: ζωγραφική/τεχνοτροπία. ~ό: ύφος (= σχολαστικό). Οι ~οί ζωγράφοι αναπαριστούν έναν κόσμο ωραιοποιημένο και αρμονικό. Βλ. αντι~. ● Ουσ.: Ακαδημαϊκός (ο/η) 1. κάθε μέλος Ακαδημίας και ειδικότ. κάθε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών: διακεκριμένος ~ και καθηγητής. Εξελέγη ~. ΣΥΝ. Αθάνατοι (1) 2. (καταχρ.) πανεπιστημιακός καθηγητής ή γενικότ. μέλος του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού: Απόδημοι ~οί. Βλ. αντι~. [< γαλλ. Académicien, αγγλ. Academician] ● επίρρ.: ακαδημαϊκά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ακαδημαϊκή ελευθερία: συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των μελών της ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης για διδασκαλία, συζήτηση, διεξαγωγή έρευνας, διάδοση και δημοσίευση των αποτελεσμάτων της, παραγωγή και εκτέλεση δημιουργικού έργου, χωρίς παρεμβάσεις ή πίεση από τη διοίκηση, την κυβέρνηση ή άλλον εξωτερικό παράγοντα. [< γερμ. akademische Freiheit] , ακαδημαϊκό τέταρτο: τα δεκαπέντε πρώτα λεπτά πριν από την έναρξη πανεπιστημιακής παράδοσης, διάλεξης ή άλλης εκδήλωσης: Ισχύει/τηρώ (με ακρίβεια)/σέβομαι το ~ ~., ακαδημαϊκό χωριό βλ. χωριό, διδακτικές/ακαδημαϊκές μονάδες βλ. διδακτικός [< 1: μτγν. ἀκαδημαϊκός 2,3: γαλλ. académique, αγγλ. academic, γερμ. akademisch] | |
| 1539 | ακαδημαϊκότητα | [ἀκαδημαϊκότητα] α-κα-δη-μα-ϊ-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ιδιότητα του ακαδημαϊκού: η ~ των πανεπιστημίων/πτυχίων/σπουδών. ~ και ελεύθερη διακίνηση ιδεών. Διασφάλιση/κατοχύρωση της ~ας. Βλ. -ότητα. 2. (στην τέχνη) ακαδημαϊσμός: απρόσωπη/άχρωμη/στείρα ~. | |
| 1540 | ακαδημαϊσμός | [ἀκαδημαϊσμός] α-κα-δη-μα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνική τάση που χαρακτηρίζεται από την προσήλωση σε κλασικά αισθητικά πρότυπα, σε παραδοσιακές τεχνοτροπίες· κατ' επέκτ. κάθε μορφή έλλειψης φαντασίας και πρωτοτυπίας: άγονος/αυστηρός/σχολαστικός/ψυχρός ~. ~ της αρχιτεκτονικής/τέχνης. [< γαλλ. académisme, αγγλ. academism, 1926] | |
| 1541 | Ακαδημία | [Ἀκαδημία] Α-κα-δη-μί-α ουσ. (θηλ.) {Ακαδημι-ών} 1. Ανώτατο Πνευματικό Ίδρυμα το οποίο συγκαταλέγει στις τάξεις του κορυφαίες προσωπικότητες της επιστήμης, των γραμμάτων και των καλών τεχνών και ειδικότ. η Ακαδημία Αθηνών, το μοναδικό κρατικό Ανώτατο Πνευματικό Ίδρυμα της Ελλάδας που ιδρύθηκε το 1926 με σκοπό την καλλιέργεια και προαγωγή των επιστημών, των γραμμάτων και των καλών τεχνών και γενικά των ανθρώπινων γνώσεων, όπως και τη διαφώτιση και καθοδήγηση της κυβέρνησης και άλλων Αρχών για την εξυπηρέτηση των δημόσιων και ιδιωτικών αναγκών του τόπου: ~ Επιστημών. Τα μέλη της ~ας είναι τακτικά, επίτιμα, ξένοι εταίροι και αντεπιστέλλοντα. Βλ. τάξη.|| ~ των Επιστημών/των Τεχνών. 2. (συνεκδ.) το κτίριο στο οποίο στεγάζεται το Ίδρυμα αυτό και ειδικότ. το μεγαλοπρεπές οικοδόμημα της Ακαδημίας Αθηνών. Βλ. Αθηναϊκή Τριλογία. 3. (καθ' υπερβολή) ονομασία διαφόρων ανώτατων και ανώτερων σχολών και καταχρ. άλλων σχολών: Ανώτατη Εκκλησιαστική ~. Εθνική Oλυμπιακή ~/Ελληνική Ναυαγοσωστική ~/(Ευρωπαϊκή) Αστυνομική ~. Πυροσβεστική ~. Διπλωματική ~. Ορθόδοξη ~ Κρήτης. || Μουσική/(παλαιότ.) Παιδαγωγική/Σκακιστική/Φωτογραφική ~. ~ες Μπάσκετ/Ποδοσφαίρου (: τμήματα συλλόγων για εκμάθηση του αντίστοιχου αθλήματος σε παιδιά ηλικίας συνήθ. πέντε έως δεκαεπτά ετών, που αλλάζουν κατηγορία ανά δύο έτη. Βλ. μπαμπίνι, προ-παίδες, -τζούνιορ, έφηβοι). 4. ΑΡΧ. Φιλοσοφική Σχολή που ίδρυσε ο Πλάτων περ. το 385 π.Χ. [< 1-3: γαλλ. Αcadémie, γερμ. Αkademie (der Wissenschaften), αγγλ. Academy (of Sciences) 4: αρχ. Ἀκαδημία] | |
| 1542 | ακαζού | [ἀκαζού] α-κα-ζού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κοκκινωπό ξύλο τροπικών δέντρων, αλλιώς μαόνι· συνεκδ. το καστανοκόκκινο χρώμα του ξύλου αυτού: έπιπλα από ~.|| Κόκκινες αποχρώσεις στους τόνους του ~.|| (ως επίθ.) ~ ανταύγειες/βαφή/μαλλί. [< γαλλ. acajou] | |
| 1543 | ακαθάριστος | , η, ο [ἀκαθάριστος] α-κα-θά-ρι-στος επίθ. 1. που δεν έχει καθαριστεί ή δεν του έχουν αφαιρέσει ξένες, άχρηστες, περιττές ή επιβλαβείς ουσίες: ~ο: σπίτι/φίλτρο. ~α: ρούχα (= άπλυτα)/φρεάτια. ΣΥΝ. ακάθαρτος (2), βρόμικος (1) 2. που δεν έχει ξεφλουδιστεί: ~ο: καλαμπόκι/φρούτο. ~ες: πατάτες (ΑΝΤ. καθαρισμένες). ~α: κρεμμύδια. 3. (για χρηματικό ποσό) από το οποίο δεν έχει παρακρατηθεί φόρος ή άλλη εισφορά: ~ος: τζίρος. ~ες: αποδοχές (ΑΝΤ. καθαρές). Τα ~α έσοδα της επιχείρησης ανήλθαν σε ... ευρώ. ΣΥΝ. μικτός (1) ● επίρρ.: ακαθάριστα ● ΣΥΜΠΛ.: ακαθάριστη αξία παραγωγής: ΟΙΚΟΝ. η συνολική αξία των παραχθέντων προϊόντων και υπηρεσιών ενός κλάδου ή του συνόλου της οικονομίας σε μια ορισμένη χρονική περίοδο: βιομηχανική/ετήσια ~ ~. ~ ~ ανά απασχολούμενο. Συμμετοχή της αλιευτικής/δασικής παραγωγής στην ~ ~. [< αγγλ. gross value of production] , ακαθάριστη επένδυση: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο του δαπανώμενου χρηματικού ποσού με στόχο την οικονομική ανάπτυξη συγκεκριμένων τομέων: ~ ~ πάγιου κεφαλαίου. Δημόσια/συνολική/χρηματοδοτούμενη ~ ~. ~ ~ σε κατασκευή/κτίριο/υλικά αγαθά. [< αγγλ. gross investment] , ακαθάριστο εισόδημα: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των νόμιμων χρηματικών και άλλων αποδοχών πριν από την αφαίρεση φόρου ή άλλης εισφοράς: ετήσιο/συνολικό/τρέχον/φορολογητέο ~ ~. ~ ~ (εμπορικών) επιχειρήσεων/εργαζομένων/οικογένειας., ακαθάριστος λογαριασμός: ΟΙΚΟΝ. χωρίς ακριβή καθορισμό του χρεωστικού ή πιστωτικού του υπολοίπου., ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) βλ. προϊόν, ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ) βλ. προϊόν, μικτό/ακαθάριστο βάρος βλ. μικτός, μικτό/ακαθάριστο κέρδος βλ. κέρδος, μικτός/ακαθάριστος μισθός βλ. μισθός [< μεσν. ακαθάριστος 3: αγγλ. gross] | |
| 1544 | ακαθαρσία | [ἀκαθαρσία] α-κα-θαρ-σί-α ουσ. (θηλ.) {ακαθαρσί-ες, -ών} 1. βρομιά, καθετί μη καθαρό: Τζάμια θολά/μαύρα από την ~. Εξαφάνιση κάθε ίχνους ~ας. Βλ. λεκές. ΣΥΝ. λέρα (2), ρυπαρότητα (1) ΑΝΤ. καθαριότητα (1) 2. (μτφ.) ηθική μόλυνση: ~ της ψυχής. Πβ. μιαρότητα. ● ακαθαρσίες (οι): περιττώματα ανθρώπου ή ζώου: ~ των υπονόμων. ~ περιστεριών/σκύλου. ΣΥΝ. κακά, κόπρανα (1), κουράδα, σκατό (1) [< αρχ. ἀκαθαρσία] | |
| 1545 | ακάθαρτος | , η, ο [ἀκάθαρτος] α-κά-θαρ-τος επίθ. 1. που δεν έχει καθαριστεί, βρόμικος: ~ος: δρόμος/χώρος. ~η: κουζίνα/τουαλέτα. ~ο: πιάτο. ~ες: παραλίες. ~α: νύχια/ρούχα/χέρια. Πβ. ακαθάριστος, ρυπαρός. ΑΝΤ. καθαρός (1) 2. (συνήθ. για υγρό) που δεν έχει απαλλαγεί από ξένες, περιττές ουσίες: ~η: βενζίνη. ~ο: νερό/οινόπνευμα. ~α: έλαια. Πβ. ακαθάριστος, αφιλτράριστος. 3. (μτφ.) που δεν έχει εξαγνιστεί, ανήθικος: ~ος: λογισμός (= πονηρός). ~η: επιθυμία/σκέψη/ψυχή. ~ και αμαρτωλός. ΣΥΝ. μιαρός ΑΝΤ. αγνός (1) ● Ουσ.: ακάθαρτα (ύδατα) (τα): βρόμικα νερά: Βιολογικός καθαρισμός ~άρτων. Δίκτυο (μεταφοράς των ομβρίων και) ~άρτων του Δήμου. Πβ. λύματα. ● ΣΥΜΠΛ.: ακάθαρτο ζώο/ακάθαρτη τροφή: ΘΡΗΣΚ. που θεωρούνται μιαρά βάσει θρησκευτικών αντιλήψεων., ακάθαρτο πνεύμα: ΘΕΟΛ. Σατανάς και (γενικότ. στον πληθ.) δαίμονες: Καταλαμβάνεται/υποφέρει από τα ~α ~ατα., ακάθαρτο αίμα βλ. αίμα, αργό πετρέλαιο βλ. πετρέλαιο [< αρχ. ἀκάθαρτος] | |
| 1546 | ακάθεκτος | , η, ο [ἀκάθεκτος] α-κά-θε-κτος επίθ. (λόγ.): που δεν είναι δυνατό να ανακοπεί, να σταματήσει: ~η: ορμή. Επιτίθεμαι/κατευθύνομαι/κινούμαι/οδεύω/ορμώ/προχωρώ ~. Πηγαίνει ~ για χρυσό μετάλλιο. Συνεχίζει ~η τη δράση της/τη θριαμβευτική της πορεία. Η ομάδα βαδίζει ~η προς την κορυφή/τη νίκη/τον τίτλο. Βλ. ακαταμάχητος, αποφασιστικός, απτόητος. ΣΥΝ. ασταμάτητος (2), ασυγκράτητος ● επίρρ.: ακάθεκτα [< μτγν. ἀκάθεκτος ‘ανεξέλεγκτος’] | |
| 1547 | ακάθιστος | , η, ο [ἀκάθιστος] α-κά-θι-στος επίθ.: κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: Ακάθιστος Ύμνος: ΕΚΚΛΗΣ. κοντάκιο προς τιμή της Θεοτόκου που ψάλλεται τμηματικά τις πρώτες τέσσερις Παρασκευές της Μεγάλης Σαρακοστής και ολόκληρο στον όρθρο του Σαββάτου της πέμπτης εβδομάδας· συνεκδ. η αντίστοιχη ακολουθία, οι Χαιρετισμοί. ● ΦΡ.: έχει τον ακάθιστο (προφ.): για νευρικό και αεικίνητο άτομο, κυρ. μικρό παιδί. [< μεσν. ακάθιστος] | |
| 1548 | ακαθοδήγητος | , η, ο [ἀκαθοδήγητος] α-κα-θο-δή-γη-τος επίθ.: που δεν έχει καθοδηγηθεί, δεν του έχουν υποδείξει τον ορθό τρόπο δράσης ή συμπεριφοράς: ~ος: αγώνας/λαός. ~η: απεργία/εξέγερση (= αυθόρμητη). ~, χωρίς εποπτεία/προσανατολισμό. Αβοήθητοι/μετέωροι και ~οι αναζητούν την ταυτότητά τους. ΑΝΤ. καθοδηγούμενος. ● επίρρ.: ακαθοδήγητα | |
| 1549 | ακαθοριστία | [ἀκαθοριστία] α-κα-θο-ρι-στί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ιδιότητα αυτού που δεν μπορεί να οριστεί ή να προσδιοριστεί με ακρίβεια: απόλυτη/ποιητική ~. (ΦΙΛΟΣ.) Η ~ του όντος/της ύλης. ΣΥΝ. αοριστία, απροσδιοριστία [< γαλλ. indétermination] | |
| 1550 | ακαθόριστος | , η, ο [ἀκαθόριστος] α-κα-θό-ρι-στος επίθ. {(λόγ. γεν.) ακαθορίστου}: που δεν μπορεί να προσδιοριστεί με σαφήνεια, ακρίβεια ή ευκρίνεια: ~ος: αριθμός (θυμάτων)/ήχος/στόχος/φόβος. ~η: απάντηση (= αόριστη)/μορφή/ταυτότητα. ~ο: περιεχόμενο/συναίσθημα. ~α: αίτια/κριτήρια/λόγια/όρια/συμπτώματα/σύνορα. Συγκεχυμένη και ~η κατάσταση. Αντικείμενο ~ης προέλευσης. Θέμα ~ης σημασίας. Κατασκευές ~ης χρήσης. Ασθένεια ~ης αιτιολογίας. Θαμπή και ~η εικόνα. ~α σχήματα και χρώματα που σιγά-σιγά παίρνουν μορφή. Έφυγε για ~ους λόγους. Το έργο διαδραματίζεται σε ~ο τόπο και χρόνο. Πβ. φλου. ΣΥΝ. απροσδιόριστος ΑΝΤ. καθορισμένος ● Ουσ.: ακαθόριστο (το) (λόγ.): οτιδήποτε δεν είναι σαφές, ακριβές, καθορισμένο: το ~ του μέλλοντος. ● επίρρ.: ακαθόριστα ● ΣΥΜΠΛ.: απροσδιόριστης/ακαθόριστης ηλικίας βλ. ηλικία [< γαλλ. indéterminé, indéterminable] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ