| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24413 | κερδοφόρος | , α/ος, ο κερ-δο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που αποφέρει οικονομικό κέρδος: ~ος/α: αγορά/επένδυση/εργασία. ~ο: επάγγελμα. ~οι: κλάδοι/οργανισμοί. ~ες: επιχειρήσεις. Η εταιρεία συνεχίζει την ~α/~ο ανάπτυξή/πορεία της. Πβ. αποδοτικός, προσοδοφόρος.|| ~ο: εξάμηνο/μέλλον. Βλ. -φόρος. ΣΥΝ. επικερδής ΑΝΤ. ζημιογόνος [< μτγν. κερδοφόρος] | |
| 24414 | κερδοφορώ | [κερδοφορῶ] κερ-δο-φο-ρώ ρ. (αμτβ.) {κερδοφορ-εί | κερδοφόρ-ησε, -ήσει} (λόγ.): αποκομίζω μεγάλο οικονομικό κέρδος: Η εταιρεία ~εί ασύστολα/σε βάρος ... Επιλέγουν αθέμιτες μεθόδους, για να ~ήσουν. Πβ. κερδοσκοπώ. Βλ. -φορώ. | |
| 24415 | κερδώος | , α, ο [κερδῷος] κερ-δώ-ος επίθ. (λόγ.): που αποσκοπεί στο οικονομικό κέρδος: ~α: λογική. ~α: κριτήρια. Βλ. -ώος. ● ΦΡ.: κερδώος Ερμής (μετωνυμ., από τον θεό Ερμή ως προστάτη του εμπορίου): το εμπόριο· κατ' επέκτ. η επιδίωξη του κέρδους: Ασχολείται με τον ~ο ~ή (: με εμπορικές δραστηριότητες).|| Στο όνομα του ~ου ~ή (= πλουτισμού). Πβ. κερδοσκοπία. Βλ. λόγιος Ερμής. [< μτγν. Ἑρμῆς κερδῷος] [< μτγν. κερδῷος] | |
| 24416 | κερένιος | , ια, ιο βλ. κέρινος | |
| 24417 | κερήθρα | βλ. κηρήθρα | |
| 24418 | κερί | κε-ρί ουσ. (ουδ.) {κερ-ιού | -ιών} 1. λιπαρή ουσία που εκκρίνεται από τις μέλισσες, όταν κατασκευάζουν τις κηρήθρες και γενικότ. κάθε παρόμοια ουσία φυσικής (ζωικής ή φυτικής) ή συνθετικής προέλευσης· κάθε εμπορικό προϊόν που παράγεται από αυτή και κυρ. το κυλινδρικό συνήθ. αντικείμενο, στο εσωτερικό του οποίου υπάρχει φιτίλι που καίγεται, παράγοντας φλόγα: οργανικό/ορυκτό ~. Ομοίωμα από ~ (= κέρινο). Βλ. μελισσοκέρι.|| Προστατευτικό ~ (για το αμάξωμα του αυτοκινήτου). (Γυαλιστικό) ~ σε σπρέι. Βερνίκι ~ιού. Αποτρίχωση με ζεστό/κρύο ~ (πβ. χαλάουα).|| Αρωματικό/διακοσμητικό/επιτραπέζιο/χειροποίητο/χρωματιστό ~. Επιπλέοντα ~ιά. Ρομαντικό δείπνο υπό το/στο φως των ~ιών. Άναψε ένα ~ (στην εκκλησία· βλ. αγιοκέρι). Έσβησε τα ~ιά της τούρτας (γενεθλίων). Πβ. κηρίο, λαμπάδα. Βλ. παραφ-, στεατ-ίνη. 2. κυψελίδα: αφαίρεση ~ιού από τα αυτιά. Πβ. βύσμα. ● Υποκ.: κεράκι (το) 1. στη σημ. 1: ~ια γενεθλίων. Πβ. ρεσό. 2. μικρή λάμπα με σχήμα κεριού: μίνι ~. ● ΦΡ.: κεριά και λιβάνια! (προφ.): ως έκφραση δυσαρέσκειας, αγανάκτησης σε ενοχλητική επανάληψη της προσφώνησης "κύριε", "κυρία" ή της λέξης "και"., λιώνω σαν (το) κερί (προφ.): αδυνατίζω, εξασθενώ, συνήθ. λόγω ασθένειας ή μεγάλης στενοχώριας. Πβ. μαραζώνω., ψάχνω/γυρεύω με το κερί/με το φανάρι (μτφ.): αναζητώ κάποιον ή κάτι που σπανίζει. ΣΥΝ. ψάχνω/κυνηγώ κάποιον/κάτι με το τουφέκι, κίτρινος/χλομός σαν (το) κερί/φλουρί βλ. χλομός & χλωμός, μην τάξεις του Άγιου/σε Άγιο κερί και του παιδιού/σε παιδί κουλούρι βλ. τάζω [< μεσν. κερί(ν)] | |
| 24419 | κεριέρα | κε-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): συσκευή που θερμαίνει το κερί ή τη χαλάουα για αποτρίχωση. Βλ. ρολέτα. | |
| 24420 | κέριν | κέ-ριν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ολυμπιακό αγώνισμα ποδηλασίας στο οποίο οι ποδηλάτες ακολουθούν για κάποια απόσταση (περ. δύο χιλιομέτρων) μια μοτοσικλέτα που δίνει ρυθμό στην κούρσα και φεύγει πριν από τον τελευταίο γύρο, δίνοντάς τους το σύνθημα για το σπριντ μέχρι το τέρμα. [< αγγλ. keirin, 1948 < ιαπων. ~ ] | |
| 24421 | κέρινος | , η, ο κέ-ρι-νος επίθ. & (σπάν.-παλαιότ.) κερένιος, ια, ιο 1. κατασκευασμένος από κερί: ~η: κούκλα. ~α: αβγά. Μουσείο ~ων ομοιωμάτων. 2. (μτφ.) χλομός: ~ο: πρόσωπο. [< μεσν. κέρινος] | |
| 24422 | κερκίδα | κερ-κί-δα ουσ. (θηλ.) 1. (σε αθλητικές εγκαταστάσεις, γήπεδα και αρχαία θέατρα) καθεμία από τις σειρές καθισμάτων ή θέσεων, που διατάσσονται βαθμιδωτά και βρίσκονται μεταξύ δύο διαδρόμων ή κλιμάκων· ο χώρος όπου κάθονται οι θεατές και συνεκδ. το σύνολό τους: μεταλλική/πτυσσόμενη/σκεπαστή/τσιμεντένια ~.Το άνω/κάτω διάζωμα της κεντρικής ~ας. Οικογενειακή ~ (: με ελεύθερη είσοδο ή με μειωμένο εισιτήριο για παιδιά έως δώδεκα ετών που συνοδεύονται από τους γονείς τους).|| Άδειες/γεμάτες/κατάμεστες ~ες. Η ~ μιας ομάδας (: οι οπαδοί της). Πβ. εξέδρα. 2. ΑΝΑΤ. το εξωτερικό από τα δύο οστά του πήχη του χεριού: ~ και ωλένη. Βλ. αγκώνας, καρπός. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. τριγωνική κατασκευή, καθένα από τα δύο μισά του αετώματος: αριστερή/δεξιά ~. 4. (σπάν.-λόγ.) σαΐτα αργαλειού. 5. ΒΟΤ. (σπάν.) κουτσουπιά. ● ΦΡ.: κάνω κερκίδα (προφ.): (για αθλητικούς αγώνες ή άλλους είδους θεάματα) υποστηρίζω κάποιον, δημιουργώντας ενθουσιώδη ατμόσφαιρα, συνήθ. με συνθήματα και πανό. [< μτγν. κερκίς] | |
| 24423 | κερκιδικός | , ή, ό κερ-κι-δι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που έχει σχέση με την κερκίδα: ~ός: σφυγμός (: στον καρπό). ~ή: αρτηρία. ~ό: νεύρο. Βλ. καρωτιδικός. | |
| 24424 | κερκόπορτα | κερ-κό-πορ-τα ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ., από τη μικρή πύλη στα τείχη της Κωνσταντινούπολης μέσω της οποίας πιστεύεται ότι οι Οθωμανοί εισέβαλαν και άλωσαν την Πόλη το 1453): αδύνατο σημείο που μπορεί να γίνει αιτία πλήρους καταστροφής ή διάλυσης: Νομοσχέδιο που ανοίγει (την) ~ για άρση της μονιμότητας. Βλ. δούρειος ίππος, παραθυράκι. [< μεσν. Κερκόπορτα] | |
| 24425 | κερκοφόρος | , ος, ο κερ-κο-φό-ρος επίθ. (επιστ.): που έχει ουρά ή απόφυση που μοιάζει με ουρά: (ΖΩΟΛ.) ~α: αμφίβια. ΣΥΝ. ουροδελή. ΑΝΤ. άνουρα.|| (ΑΝΑΤ.) ~ος: λοβός (του ήπατος)/πυρήνας του εγκεφάλου. Βλ. -φόρος. [< αρχ. κερκοφόρος] | |
| 24426 | κερκυραϊκός | , ή, ό κερ-κυ-ρα-ϊ-κός επίθ. & (προφ.) κερκυραίικος, η, ο: που σχετίζεται με την Κέρκυρα ή/και τους Κερκυραίους: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ή: παστιτσάδα. ΣΥΝ. κορφιάτικος [< αρχ. Κερκυραϊκός] | |
| 24427 | Κερκυραίος, Κερκυραία | [Κερκυραῖος] Κερ-κυ-ραί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Κέρκυρα. [< αρχ. Κερκυραῖος] | |
| 24428 | κέρμα | κέρ-μα ουσ. (ουδ.) {κέρμ-ατος | -ατα, -άτων}: μεταλλικό νόμισμα συνήθ. μικρής αξίας: ~ των πέντε/δέκα/είκοσι/πενήντα λεπτών. ~ του ενός/των δύο ευρώ (πβ. ευρω~). Αναμνηστικά/πλαστά/συλλεκτικά ~ατα. Καταμετρητής ~άτων. Μηχάνημα που δέχεται/λειτουργεί με/παίρνει ~ατα (: με κερματοδέκτη). Βλ. χαρτονόμισμα. ● ΦΡ.: στρίβω το νόμισμα/το κέρμα βλ. στρίβω [< αρχ. κέρμα ‘κομμάτι, νόμισμα’ < κείρω ‘κόβω, κουρεύω’] | |
| 24429 | κερματισμός | κερ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεμαχισμός, διαίρεση: (ΓΕΩΜΟΡΦ.) ζώνη ~ού. Πβ. κατα~. [< μτγν. κερματισμός] | |
| 24430 | κερματοδέκτης | κερ-μα-το-δέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός σε κοινόχρηστη συσκευή, ο οποίος τη θέτει σε λειτουργία ύστερα από την εισαγωγή κερμάτων συγκεκριμένης αξίας σε ειδική υποδοχή (σχισμή): aυτόματος πωλητής αναψυκτικών/μηχάνημα έκδοσης εισιτηρίων με ~η. Βλ. καρτοδέκτης. [< αγγλ. coin acceptor] | |
| 24431 | κερματοθήκη | κερ-μα-το-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη για την τοποθέτηση κερμάτων: πορτοφόλι με ~. Βλ. -θήκη. | |
| 42016 | κερνώ | πο-τό ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) πιοτό 1. οτιδήποτε πίνεται, κυρ. τα οινοπνευματώδη: απολαυστικό/καθαρό/νοθευμένο/ορεκτικό (= απεριτίφ)/σκληρό (= δυνατό) ~. ~ά-μπόμπες. Εμφιάλωση/κατανάλωση/παραγωγή/παρασκευή/τεχνολογία ~ών. (σε νυχτερινό κέντρο:) Είσοδος με ~, ... ευρώ. Τον κέρασα ένα ~ για τη γιορτή μου. Πάμε για ένα ~; Μου πρόσφερε ένα ~. Παρήγγειλα ~. Ο χώρος προσφέρεται για φαγητό και ~. Μπαρ που σερβίρει ~ά. Βλ. κοκτέιλ.|| ~ά χωρίς αλκοόλ. Αεριούχα ~ά. Βλ. αναψυκτικό. ΣΥΝ. πιοτί 2. η συστηματική κατανάλωση αλκοολούχων ποτών: Ο γιατρός τού σύστησε να κόψει το ~. Από τότε που χώρισε, το έχει ρίξει στο ~. ● Υποκ.: ποτάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακό ποτό: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τονωτικό, συνήθ. ανθρακούχο ποτό με κύρια συστατικά καφεΐνη, ταυρίνη και τζινσέγκ. [< αγγλ. energy drink, 1904, γαλλ. boisson énergisante], λευκά ποτά: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τα άχρωμα, όπως η βότκα, το τζιν, η τεκίλα., ισοτονικά ποτά βλ. ισοτονικός [< αρχ. ποτόν, μεσν. πιοτό(ν)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ