| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24430 | κερματοδέκτης | κερ-μα-το-δέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός σε κοινόχρηστη συσκευή, ο οποίος τη θέτει σε λειτουργία ύστερα από την εισαγωγή κερμάτων συγκεκριμένης αξίας σε ειδική υποδοχή (σχισμή): aυτόματος πωλητής αναψυκτικών/μηχάνημα έκδοσης εισιτηρίων με ~η. Βλ. καρτοδέκτης. [< αγγλ. coin acceptor] | |
| 24431 | κερματοθήκη | κερ-μα-το-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη για την τοποθέτηση κερμάτων: πορτοφόλι με ~. Βλ. -θήκη. | |
| 42016 | κερνώ | πο-τό ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) πιοτό 1. οτιδήποτε πίνεται, κυρ. τα οινοπνευματώδη: απολαυστικό/καθαρό/νοθευμένο/ορεκτικό (= απεριτίφ)/σκληρό (= δυνατό) ~. ~ά-μπόμπες. Εμφιάλωση/κατανάλωση/παραγωγή/παρασκευή/τεχνολογία ~ών. (σε νυχτερινό κέντρο:) Είσοδος με ~, ... ευρώ. Τον κέρασα ένα ~ για τη γιορτή μου. Πάμε για ένα ~; Μου πρόσφερε ένα ~. Παρήγγειλα ~. Ο χώρος προσφέρεται για φαγητό και ~. Μπαρ που σερβίρει ~ά. Βλ. κοκτέιλ.|| ~ά χωρίς αλκοόλ. Αεριούχα ~ά. Βλ. αναψυκτικό. ΣΥΝ. πιοτί 2. η συστηματική κατανάλωση αλκοολούχων ποτών: Ο γιατρός τού σύστησε να κόψει το ~. Από τότε που χώρισε, το έχει ρίξει στο ~. ● Υποκ.: ποτάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακό ποτό: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τονωτικό, συνήθ. ανθρακούχο ποτό με κύρια συστατικά καφεΐνη, ταυρίνη και τζινσέγκ. [< αγγλ. energy drink, 1904, γαλλ. boisson énergisante], λευκά ποτά: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τα άχρωμα, όπως η βότκα, το τζιν, η τεκίλα., ισοτονικά ποτά βλ. ισοτονικός [< αρχ. ποτόν, μεσν. πιοτό(ν)] | |
| 24432 | κερνώ | [κερνῶ] κερ-νώ ρ. (μτβ.) {κερν-άς ..., -ώντας | κέρ-ασα, -άσει, (σπάν.) -άστηκε, -αστεί, -ασμένος} & κερνάω 1. προσφέρω γλυκό, ποτό ή φαγητό, στα πλαίσια φιλοξενίας ή εορτασμού κάποιου γεγονότος: Τι να σας ~άσω (= βάλω/βγάλω);|| ~ασε τους φίλους της για τα γενέθλιά της. ΣΥΝ. τρατάρω, φιλεύω 2. (σε εστιατόριο, καφετέρια, μπαρ) πληρώνω ό,τι παράγγειλε κάποιος άλλος ή προσφέρω κάτι: Απόψε ~ εγώ! Μας ~ασε το κρασί. Οι μπίρες ~ασμένες από το μαγαζί!|| (γενικότ.) ~ τα εισιτήρια για το γήπεδο/σινεμά. ● ΦΡ.: Γιάννης κερνά(ει), Γιάννης πίνει βλ. Γιάννης, κερνάει/ποτίζει πίκρες βλ. πίκρα [< μεσν. κερνώ] | |
| 24433 | κερομπογιά | βλ. κηρομπογιά | |
| 24434 | κέρσορας | κέρ-σο-ρας ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. κινητή ένδειξη σε οθόνη Η/Υ η οποία αναβοσβήνει στο σημείο όπου αναμένεται να πληκτρολογηθεί κείμενο: θέση/τοποθέτηση του ~α. Μετακινήστε/σύρετε τον ~α. Βλ. ποντίκι. ΣΥΝ. δρομέας (3) [< αγγλ. cursor, 1967] | |
| 24435 | κερώνω | κέ-ρω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κερώνω: ~ αυτοκινήτου. Βλ. γυάλισμα. | |
| 24436 | κερώνω | κε-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κέρω-σα, κερώ-σει, -θεί, -μένος, κερών-οντας} 1. καλύπτω με κερί για προστασία από την υγρασία ή άλλους διαβρωτικούς παράγοντες: ~ει και γυαλίζει το αυτοκίνητο μια φορά τον χρόνο. ~μένη: κλωστή. ~μένο: κορδόνι/πανί/πάτωμα. 2. (μτφ.-λογοτ.) χλομιάζω από φόβο ή δυσάρεστη έκπληξη: ~σε μόλις άκουσε τα νέα (= έγινε κίτρινος σαν το κερί). Βλ. κοκαλ-, μαρμαρ-, παγ-ώνω, τα έχασα. [< 1: μτγν. κηρῶ] | |
| 24437 | ΚΕΣ | (τα): Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών. | |
| 24438 | κεσάτια | κε-σά-τια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. κεσάτι} (λαϊκό): αναδουλειές: ~ στην αγορά. Οι έμποροι/τα μαγαζιά έχουν ~. [< μεσν. κεσάτι < τουρκ. kesat] | |
| 24439 | κεσές | κε-σές ουσ. (αρσ.): μικρό, κυκλικό, πήλινο ή πλαστικό δοχείο κυρ. για γιαούρτι: (σε συνταγές, ως δοσομετρητής:) δύο ~έδες αλεύρι/ζάχαρη. Βλ. -ές, φλιτζάνι. ● Υποκ.: κεσεδάκι (το) [< τουρκ. kese] | |
| 24440 | κέσιο | βλ. καίσιο | |
| 24443 | ΚΕΤΑ | (το): Κέντρο Επιχειρηματικής και Τεχνολογικής Ανάπτυξης. | |
| 24444 | κεταμίνη | κε-τα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΦΑΡΜΑΚ. συνθετική ουσία (C13H16NOCl) που χρησιμοποιείται ως αναισθητικό ή αναλγητικό φάρμακο, αλλά και παράνομα ως παραισθησιογόνο. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. ketamine < ket(one) + amine, 1966, γαλλ. kétamine, 1969] | |
| 24445 | κετάνιο | κε-τά-νι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΧΗΜ. κορεσμένος υδρογονάνθρακας (σύμβ. C16H34) με δεκαέξι άτομα άνθρακα: Τα βελτιωτικά καυσίμου αυξάνουν τα οκτάνια-~α. Βλ. -άνιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αριθμός/δείκτης κετανίου & αριθμός κετανίων: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μέγεθος που εκφράζει την ικανότητα ανάφλεξης ενός καυσίμου σε κινητήρες ντίζελ. Βλ. αριθμός οκτανίου. [< γαλλ. cétane, 1900, αγγλ. cetane] | |
| 24446 | κέτερινγκ | κέ-τε-ρινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εταιρεία που τροφοδοτεί επιχειρήσεις ή ιδιώτες (π.χ. σε κοινωνικές εκδηλώσεις, χώρους εργασίας, αεροπορικές πτήσεις) με έτοιμα φαγητά, εξοπλισμό εστίασης ή/και σερβιτόρους· κατ' επέκτ. η ίδια η τροφοδοσία: Στο πάρτι κάλεσαν ~.|| Ανέλαβε/χορήγησε το ~ της συνέντευξης Τύπου. Βλ. επισιτισμός, μπουφές, ντελίβερι. [< αγγλ. catering] | |
| 24448 | κετοναιμία | κε-το-ναι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αυξημένη συγκέντρωση κετονικών σωμάτων στο αίμα. Βλ. -αιμία, κέτωση. [< γερμ. Ketonämie, αγγλ. ketonemia, 1913, γαλλ. cétonémie, περ. 1950] | |
| 24449 | κετόνη | κε-τό-νη ουσ. (θηλ.) {συχνότ. στον πληθ.}: ΧΗΜ. καθεμία από τις οργανικές ενώσεις (με τύπο RC(=O)R'), που περιέχουν την καρβονυλική ομάδα C=Ο μέσα στην αλυσίδα του μορίου τους. Βλ. α~, αλδεΰδη, κετοναιμία, κετονουρία. [< γερμ. Keton, αγγλ. ketone, γαλλ. cétone] | |
| 24450 | κετονικός | , ή, ό κε-το-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την κετόνη: ~ή: ομάδα. ● ΣΥΜΠΛ.: κετονικά σώματα & κετονοσώματα: ΒΙΟΧ. χημικές ενώσεις που περιέχουν καρβονύλιο και συσσωρεύονται στο αίμα και στα ούρα σε μεγάλες ποσότητες σε περιπτώσεις ανώμαλου μεταβολισμού. Βλ. κετοναιμία, κετονουρία, κετοξέωση, κέτωση. [< γερμ. Keton-, αγγλ. ketonic, γαλλ. cétonique] | |
| 24451 | κετονουρία | κε-το-νου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αυξημένη συγκέντρωση κετονικών σωμάτων στα ούρα. Βλ. -ουρία. [< γερμ. Ketonurie, αγγλ. ketonuria, 1907, γαλλ. cétonurie, περ. 1950] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ