Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25200-25220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24452κετοξέωσηκε-το-ξέ-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεταβολική οξέωση που οφείλεται στην αύξηση της συγκέντρωσης κετονικών σωμάτων στον οργανισμό: διαβητική ~. Βλ. κέτωση. [< αγγλ. ketoacidosis, 1958]
24453κέτσαπκέ-τσαπ ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. συμπυκνωμένη σάλτσα ντομάτας του εμπορίου, που συνήθ. περιέχει ξίδι, ζάχαρη, αλάτι και μπαχαρικά: μακαρόνια/πατάτες τηγανητές/χάμπουργκερ με ~. Βλ. μαγιονέζα, μουστάρδα, πελτές. [< αγγλ.-γαλλ. ketchup]
24454κετσέςκε-τσές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): είδος χοντρού υφάσματος από συμπιεσμένες ίνες, συνήθ. φυσικές, που χρησιμοποιείται κυρ. για την επένδυση επιφανειών: ~ στο εσωτερικό των θυρών αυτοκινήτου/στρώματος. Πβ. πίλημα. Βλ. γιούτα, -ές. [< τουρκ. keçe]
24455κέτωσηκέ-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αύξηση της συγκέντρωσης των κετονικών σωμάτων στους ιστούς και τα υγρά του σώματος. Βλ. κετο-ναιμία, -νουρία. [< αγγλ. ketosis, 1917]
24457ΚΕΥΠ(το): Κέντρο Εκπαίδευσης Υλικού Πολέμου.
24459κεφαλ-βλ. κεφαλο-
24460κεφαλαι-βλ. κεφαλαιο
24461κεφαλαιαγοράκε-φα-λαι-α-γο-ρά ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των χρηματοπιστωτικών φορέων, όπως τράπεζες, χρηματιστήρια, από τους οποίους αντλούν κεφάλαια οι επιχειρήσεις ή το κράτος για την πραγματοποίηση μακροπρόθεσμων επενδύσεων, κυρ. μέσω ομολόγων, μετοχών ή αμοιβαίων κεφαλαίων: Αναταραχή/θετικό κλίμα επικρατεί στην εγχώρια ~/στις διεθνείς ~ές. Δείκτες/Δίκαιο/υπηρεσίες ~άς. Βλ. -αγορά, χρηματαγορά. ΣΥΝ. αγορά κεφαλαίου ● ΣΥΜΠΛ.: Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. ανεξάρτητη εποπτική Αρχή που υπάγεται στο Υπουργείο Οικονομικών και είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο των χρηματιστηριακών και επενδυτικών εταιρειών με σκοπό την ομαλή λειτουργία της κεφαλαιαγοράς και την προστασία των επενδυτών. [< αγγλ. capital market]
24462κεφαλαιακός, ή, ό κε-φα-λαι-α-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται στο κεφάλαιο: ~ή: (υπερ)αξία/βάση/(ανα)διάρθρωση/δομή/ενίσχυση/επάρκεια. ~ό: απόθεμα/κόστος. ~ές: μεταβιβάσεις. ~ά: κέρδη. Βλ. καπιταλιστικός. ΣΥΝ. κεφαλαιουχικός ● επίρρ.: κεφαλαιακά: τράπεζες ~ ισχυρές. [< αγγλ. capital]
24463κεφαλαιμάτωμακε-φα-λαι-μά-τω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. αιμάτωμα που δημιουργείται κάτω από το περιόστεο του κρανίου, παρατηρείται συνήθ. σε νεογέννητα και οφείλεται σε ρήξη αιμοφόρων αγγείων κατά τη διάρκεια του τοκετού. Βλ. -ωμα2. [< γαλλ. céphalématome, αγγλ. cephalhaematoma, 1900]
24464κεφάλαιοκε-φά-λαι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίου} 1. ΟΙΚΟΝ. κάθε αξιοποιήσιμο χρηματικό ποσό ή το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων ατόμου ή επιχείρησης· συνεκδ. οι κεφαλαιοκράτες: αναπτυξιακό/άυλο/ζωικό/ιδιωτικό/καταβεβλημένο/κυκλοφοριακό ή κυκλοφορούν/μετοχικό/μονοπωλιακό/ονομαστικό/σταθερό/υβριδικό/φυτικό/χρηματιστικό ~. Αγορά/παραγωγικότητα ~αίου. Αντληθέντα/αποθεματικά/επαναπατριζόμενα/επενδυτικά/επιχειρηματικά/ίδια ~α. ~α εξωτερικού/από δανεισμό. Αξιόγραφα/απόδοση/αποπληρωμή/απόσβεση/αύξηση/διάθεση/διακίνηση/διαχείριση/εισροή/εισφορά/επιστροφή/μεταφορά/πίστωση/ρευστοποίηση/συντελεστής/συσσώρευση/υπεραξία/υποθήκη ~αίων. Έχουν επενδύσει ~α στην έρευνα. Χρειάζονται ~α για να ...|| Το μεγάλο/ντόπιο/ξένο ~. Απαιτήσεις/(πολιτικοί) εκφραστές του ~αίου. Εργάτες και ~. Πβ. καπιταλιστές, πλουτοκράτες. 2. {κυρ. στον εν.} (μτφ.) οτιδήποτε έχει σημαντική θέση και σπουδαιότητα μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο: επιστημονικό (: οι επιστήμονες)/ηθικό/πνευματικό ~. Το φυσικό και πολιτιστικό ~ μιας περιοχής. Η γνώση είναι ~ (πβ. αξία, πλεονέκτημα). 3. καθεμιά από τις ενότητες στις οποίες χωρίζεται γραπτό κυρ. έργο και φέρει αριθμό ή/και τίτλο· κατ' επέκτ. διακριτή χρονική περίοδος: επόμενο/προηγούμενο/πρώτο/τρίτο ~. ~ νομοσχεδίου. Έκταση/επικεφαλίδα/ερωτήσεις/περίληψη/σύνοψη ~αίου. Το βιβλίο αποτελείται από/περιλαμβάνει ... ~α. Βλ. υπο~.|| ~ συζήτησης (= τμήμα, μέρος). Έκλεισε ένα ~ της ιστορίας μας/στη ζωή μου. Η υπογραφή της συνθήκης άνοιξε ένα νέο ~ στις σχέσεις των δύο χωρών. Πβ. εποχή, σελίδα. ● Υποκ.: κεφαλαιάκι (το): στις σημ. 1, 3. ● ΣΥΜΠΛ.: απασχολούμενα κεφάλαια: ΛΟΓΙΣΤ. αυτά που έχουν επενδυθεί σε εταιρεία από τους μετόχους της και οι μακροπρόθεσμες, κυρ. δανειακές, υποχρεώσεις της. [< αγγλ. capital employed] , εθνικό κεφάλαιο 1. (μτφ.) οτιδήποτε συνιστά πολύτιμο αγαθό για ένα έθνος: Ο μείζων ελληνισμός/το φυσικό περιβάλλον αποτελεί ~ ~. 2. ΟΙΚΟΝ. εθνικά περιουσιακά στοιχεία. Βλ. εθνικός πλούτος., κεφάλαιο κίνησης: ΟΙΚΟΝ. ποσό χρημάτων για κάλυψη των συνήθων αναγκών μιας επιχείρησης: διαρκές/εποχικό/μεταβλητό/πρόσθετο ~ ~. Δάνειο/ενίσχυση/χορήγηση/χρηματοδότηση ~αίου ~. [< αγγλ. working capital, 1912] , κοινωνικό κεφάλαιο: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. το σύνολο των χαρακτηριστικών που αποδίδονται σε άτομα, ομάδες ή δίκτυα κοινωνικών σχέσεων και διευκολύνουν τη συνεργασία και τη συλλογική δράση των ανθρώπων, με στόχο το γενικό συμφέρον: ~ ~ και κοινωνία των πολιτών. Βλ. συμμετοχικότητα. [< γαλλ. capital social] , πραγματικό κεφάλαιο: ΟΙΚΟΝ. που χρησιμοποιείται στην παραγωγή για τη δημιουργία νέων αγαθών: δημόσιες επενδύσεις σε ~ ~ και σε ανθρώπινους πόρους (βλ. εικονικό κεφάλαιο)., αγορά κεφαλαίου βλ. αγορά, αμοιβαία κεφάλαια βλ. αμοιβαίος, ανθρώπινο κεφάλαιο βλ. ανθρώπινος, άντληση κεφαλαίων βλ. άντληση, πάγιο κεφάλαιο βλ. πάγιος, συγκέντρωση κεφαλαίου βλ. συγκέντρωση [< 1: αρχ. κεφάλαιον, γαλλ. capital 2,3: μτγν. κεφάλαιον, γαλλ. chapitre, γαλλ. chapter]
24465κεφαλαιο- & κεφαλαι-α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται 1. ΟΙΚΟΝ. στο κεφάλαιο: κεφαλαι-αγορά.|| Κεφαλαιο-ποίηση. 2. στα κεφαλαία στοιχεία: κεφαλαιο-γράμματος.
24466κεφαλαιογράμματος, η, ο κε-φα-λαι-ο-γράμ-μα-τος επίθ.: μεγαλογράμματος.
24467κεφαλαιοκράτηςκε-φα-λαι-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. καπιταλιστής: ~ες-εργοδότες. Βλ. -κράτης.
24468κεφαλαιοκρατίακε-φα-λαι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. καπιταλισμός. 2. οι καπιταλιστές: ~ και εργατική τάξη. Πβ. κεφάλαιο. Βλ. μπουρζουαζία, πλουτοκρατία, -κρατία.
24469κεφαλαιοκρατικός, ή, ό κε-φα-λαι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. καπιταλιστικός: ~ός: ανταγωνισμός.
24470κεφαλαιοκρατισμόςκε-φα-λαι-ο-κρα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. καπιταλισμός.
24471κεφαλαιοποίησηκε-φα-λαι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. μείγμα μετοχών ή/και δανείων που χρηματοδοτεί το ενεργητικό μιας επιχείρησης: ~ των τραπεζών. ~ αποθεματικών/των τόκων. Δείκτες/μετοχές υψηλής (βλ. μπλου τσιπς)/μεσαίας/μικρής ~ης. Βλ. ανατοκισμός, (επ)ανα~, -ποίηση. ΑΝΤ. ρευστοποίηση (1) [< γαλλ. capitalisation]
24472κεφαλαιοποιητικός, ή, ό κε-φα-λαι-ο-ποι-η-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται στην κεφαλαιοποίηση: ~ό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (βλ. αναδιανεμητικός). Πβ. αποταμιευτικός. Βλ. -ποιητικός.
24473κεφαλαιοποιώ[κεφαλαιοποιῶ] κε-φα-λαι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κεφαλαιοποι-εί | κεφαλαιοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: ΟΙΚΟΝ. κάνω κεφαλαιοποίηση: Αποφασίστηκε να ~ηθεί μέρος από τα κέρδη της εταιρείας. ~ημένη: αξία. ~ημένοι: τόκοι (: ενσωματωμένοι στο αρχικό κεφάλαιο). ΑΝΤ. ρευστοποιώ.|| (μτφ.) Επιδιώκει να ~ήσει τη δημοτικότητά του στις προσεχείς εκλογές (= να αξιοποιήσει, εξαργυρώσει). Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. capitaliser]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.