Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [25200-25220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24432κερνώ[κερνῶ] κερ-νώ ρ. (μτβ.) {κερν-άς ..., -ώντας | κέρ-ασα, -άσει, (σπάν.) -άστηκε, -αστεί, -ασμένος} & κερνάω 1. προσφέρω γλυκό, ποτό ή φαγητό, στα πλαίσια φιλοξενίας ή εορτασμού κάποιου γεγονότος: Τι να σας ~άσω (= βάλω/βγάλω);|| ~ασε τους φίλους της για τα γενέθλιά της. ΣΥΝ. τρατάρω, φιλεύω 2. (σε εστιατόριο, καφετέρια, μπαρ) πληρώνω ό,τι παράγγειλε κάποιος άλλος ή προσφέρω κάτι: Απόψε ~ εγώ! Μας ~ασε το κρασί. Οι μπίρες ~ασμένες από το μαγαζί!|| (γενικότ.) ~ τα εισιτήρια για το γήπεδο/σινεμά. ● ΦΡ.: Γιάννης κερνά(ει), Γιάννης πίνει βλ. Γιάννης, κερνάει/ποτίζει πίκρες βλ. πίκρα [< μεσν. κερνώ]
24433κερομπογιάβλ. κηρομπογιά
24434κέρσοραςκέρ-σο-ρας ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. κινητή ένδειξη σε οθόνη Η/Υ η οποία αναβοσβήνει στο σημείο όπου αναμένεται να πληκτρολογηθεί κείμενο: θέση/τοποθέτηση του ~α. Μετακινήστε/σύρετε τον ~α. Βλ. ποντίκι. ΣΥΝ. δρομέας (3) [< αγγλ. cursor, 1967]
24435κερώνω

κέ-ρω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κερώνω: ~ αυτοκινήτου. Βλ. γυάλισμα.

24436κερώνωκε-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κέρω-σα, κερώ-σει, -θεί, -μένος, κερών-οντας} 1. καλύπτω με κερί για προστασία από την υγρασία ή άλλους διαβρωτικούς παράγοντες: ~ει και γυαλίζει το αυτοκίνητο μια φορά τον χρόνο. ~μένη: κλωστή. ~μένο: κορδόνι/πανί/πάτωμα. 2. (μτφ.-λογοτ.) χλομιάζω από φόβο ή δυσάρεστη έκπληξη: ~σε μόλις άκουσε τα νέα (= έγινε κίτρινος σαν το κερί). Βλ. κοκαλ-, μαρμαρ-, παγ-ώνω, τα έχασα. [< 1: μτγν. κηρῶ]
24437ΚΕΣ(τα): Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών.
24438κεσάτιακε-σά-τια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. κεσάτι} (λαϊκό): αναδουλειές: ~ στην αγορά. Οι έμποροι/τα μαγαζιά έχουν ~. [< μεσν. κεσάτι < τουρκ. kesat]
24439κεσέςκε-σές ουσ. (αρσ.): μικρό, κυκλικό, πήλινο ή πλαστικό δοχείο κυρ. για γιαούρτι: (σε συνταγές, ως δοσομετρητής:) δύο ~έδες αλεύρι/ζάχαρη. Βλ. -ές, φλιτζάνι. ● Υποκ.: κεσεδάκι (το) [< τουρκ. kese]
24440κέσιοβλ. καίσιο
24443ΚΕΤΑ(το): Κέντρο Επιχειρηματικής και Τεχνολογικής Ανάπτυξης.
24444κεταμίνηκε-τα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΦΑΡΜΑΚ. συνθετική ουσία (C13H16NOCl) που χρησιμοποιείται ως αναισθητικό ή αναλγητικό φάρμακο, αλλά και παράνομα ως παραισθησιογόνο. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. ketamine < ket(one) + amine, 1966, γαλλ. kétamine, 1969]
24445κετάνιοκε-τά-νι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΧΗΜ. κορεσμένος υδρογονάνθρακας (σύμβ. C16H34) με δεκαέξι άτομα άνθρακα: Τα βελτιωτικά καυσίμου αυξάνουν τα οκτάνια-~α. Βλ. -άνιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αριθμός/δείκτης κετανίου & αριθμός κετανίων: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. μέγεθος που εκφράζει την ικανότητα ανάφλεξης ενός καυσίμου σε κινητήρες ντίζελ. Βλ. αριθμός οκτανίου. [< γαλλ. cétane, 1900, αγγλ. cetane]
24446κέτερινγκκέ-τε-ρινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εταιρεία που τροφοδοτεί επιχειρήσεις ή ιδιώτες (π.χ. σε κοινωνικές εκδηλώσεις, χώρους εργασίας, αεροπορικές πτήσεις) με έτοιμα φαγητά, εξοπλισμό εστίασης ή/και σερβιτόρους· κατ' επέκτ. η ίδια η τροφοδοσία: Στο πάρτι κάλεσαν ~.|| Ανέλαβε/χορήγησε το ~ της συνέντευξης Τύπου. Βλ. επισιτισμός, μπουφές, ντελίβερι. [< αγγλ. catering]
24448κετοναιμίακε-το-ναι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αυξημένη συγκέντρωση κετονικών σωμάτων στο αίμα. Βλ. -αιμία, κέτωση. [< γερμ. Ketonämie, αγγλ. ketonemia, 1913, γαλλ. cétonémie, περ. 1950]
24449κετόνηκε-τό-νη ουσ. (θηλ.) {συχνότ. στον πληθ.}: ΧΗΜ. καθεμία από τις οργανικές ενώσεις (με τύπο RC(=O)R'), που περιέχουν την καρβονυλική ομάδα C=Ο μέσα στην αλυσίδα του μορίου τους. Βλ. α~, αλδεΰδη, κετοναιμία, κετονουρία. [< γερμ. Keton, αγγλ. ketone, γαλλ. cétone]
24450κετονικός, ή, ό κε-το-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την κετόνη: ~ή: ομάδα. ● ΣΥΜΠΛ.: κετονικά σώματα & κετονοσώματα: ΒΙΟΧ. χημικές ενώσεις που περιέχουν καρβονύλιο και συσσωρεύονται στο αίμα και στα ούρα σε μεγάλες ποσότητες σε περιπτώσεις ανώμαλου μεταβολισμού. Βλ. κετοναιμία, κετονουρία, κετοξέωση, κέτωση. [< γερμ. Keton-, αγγλ. ketonic, γαλλ. cétonique]
24451κετονουρίακε-το-νου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αυξημένη συγκέντρωση κετονικών σωμάτων στα ούρα. Βλ. -ουρία. [< γερμ. Ketonurie, αγγλ. ketonuria, 1907, γαλλ. cétonurie, περ. 1950]
24452κετοξέωσηκε-το-ξέ-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεταβολική οξέωση που οφείλεται στην αύξηση της συγκέντρωσης κετονικών σωμάτων στον οργανισμό: διαβητική ~. Βλ. κέτωση. [< αγγλ. ketoacidosis, 1958]
24453κέτσαπκέ-τσαπ ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. συμπυκνωμένη σάλτσα ντομάτας του εμπορίου, που συνήθ. περιέχει ξίδι, ζάχαρη, αλάτι και μπαχαρικά: μακαρόνια/πατάτες τηγανητές/χάμπουργκερ με ~. Βλ. μαγιονέζα, μουστάρδα, πελτές. [< αγγλ.-γαλλ. ketchup]
24454κετσέςκε-τσές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): είδος χοντρού υφάσματος από συμπιεσμένες ίνες, συνήθ. φυσικές, που χρησιμοποιείται κυρ. για την επένδυση επιφανειών: ~ στο εσωτερικό των θυρών αυτοκινήτου/στρώματος. Πβ. πίλημα. Βλ. γιούτα, -ές. [< τουρκ. keçe]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.