Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25220-25240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24474κεφαλαίος, α, ο [κεφαλαῖος] κε-φα-λαί-ος επίθ.: (για γράμματα του αλφαβήτου) που έχουν μεγαλύτερο μέγεθος ή/και διαφορετικό σχήμα από τα αντίστοιχα μικρά (π.χ. τα Α,Β,Γ έναντι των α,β,γ) και απαντούν κυρ. στην αρχή περιόδου ή κύριου ονόματος: H λέξη 'Αθήνα' γράφεται με ~ο άλφα. Συµπληρώστε την αίτηση µε ~ους χαρακτήρες. (εμφατ.) Κύριος με κάπα ~ο (: με όλη τη σημασία της λέξης)!|| (ως ουσ.) Μετατροπή πεζών σε ~α και αντιστρόφως (: σε επεξεργαστή κειμένου). ΑΝΤ. πεζός (4) [< αρχ. κεφάλαιος, γαλλ. capital]
24475κεφαλαιουχικός, ή, ό κε-φα-λαι-ου-χι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. κεφαλαιακός: ~ός: εξοπλισμός (: εργοστασιακές εγκαταστάσεις, τεχνικά μέσα). ~ές: επενδύσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: κεφαλαιουχικά αγαθά: τα μέσα (κτίρια, μηχανήματα, πρώτες ύλες, καύσιμα) που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών. Πβ. επενδυτικά αγαθά. [< γαλλ. biens de capital] , κεφαλαιουχικές δαπάνες: έξοδα για την αγορά ή βελτίωση των πάγιων περιουσιακών στοιχείων εταιρείας., κεφαλαιουχική εταιρεία & εταιρεία κεφαλαίου: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που έχει νομική προσωπικότητα και το κεφάλαιό της είναι διαιρεμένο σε μετοχές (ανώνυμη εταιρεία, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης). Βλ. προσωπική εταιρεία. [< γαλλ. société de capitaux]
24476κεφαλαιούχος[κεφαλαιοῦχος] κε-φα-λαι-ού-χος ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: καπιταλιστής. Βλ. -ούχος1.
24477κεφαλαιώδης, ης, ες κε-φα-λαι-ώ-δης επίθ. {κεφαλαιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): βασικός, πρωταρχικός, θεμελιώδης: ~ης: διαφορά. ~ες: ερώτημα/θέμα. ~εις: αρχές. Ζήτημα ~ους σημασίας. Διαδραματίζει/παίζει ~η ρόλο. Πβ. καθοριστικός, κύριος, πρωτεύων. Βλ. -ώδης. [< μτγν. κεφαλαιώδης]
24478κεφαλαλγίακε-φα-λαλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πονοκέφαλος: αθροιστική/οξεία/χρόνια ~. ~ τάσης. Πβ. καρηβαρία. Βλ. -αλγία, ημικρανία. [< αρχ. κεφαλαλγία]
24479κεφαλάρικε-φα-λά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. κατακόρυφο τμήμα στην κεφαλή του κρεβατιού, στο οποίο συνήθ. ακουμπούν τα μαξιλάρια: δερμάτινο/ξύλινο ~ . ~ με κάλυμμα από ύφασμα. Πβ. προσκέφαλο. Βλ. ποδαρικό. 2. (παλαιότ.) νερομάνα. ΣΥΝ. κεφαλόβρυσο [< μεσν. κεφαλάρι]
24480κεφάλαςκε-φά-λας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.) 1. (μτφ.) ανόητος, χαζός ή ξεροκέφαλος. Πβ. μπουμπουνο-. χοντρο-κέφαλος. 2. άνθρωπος με μεγάλο κεφάλι. ● ΦΡ.: είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα βλ. γάιδαρος
24481κεφαλήκε-φα-λή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) κεφάλι: ακουστικά/κόσμημα/μασάζ/στηρίγματα ~ής. Αερόσακοι ~ής. (ΙΑΤΡ.) Οστά/σκελετός (βλ. κρανίο)/τραυματισμοί της ~ής. Φθειρίαση του τριχωτού της ~ής. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Μαρμάρινη ~ (πβ. προτομή).|| (συνεκδ.-ειρων.) Ομιλούσες ~ές (: στα τηλεπαράθυρα). Οι σοφές ~ές (= οι σοφοί). 2. (μτφ.) αρχηγός, επικεφαλής· συνεκδ. ηγετική θέση, αρχηγικό αξίωμα: η ~ της Εκκλησίας (ο Χριστός, ο Πατριάρχης, ο μητροπολίτης ή ο Πάπας)/των Ενόπλων Δυνάμεων/του κράτους/της οικογένειας.|| Αποχώρηση/παραίτηση από την ~ του κόμματος. ΣΥΝ. ηγεσία (1) 3. (μτφ.) αρχή, κορυφή, άκρο, το μπροστινό ή πάνω μέρος: η ~ της παρέλασης/πορείας/φάλαγγας (ΑΝΤ. ουρά). Η ~ του κρεβατιού (βλ. κεφαλάρι). Ο Πρόεδρος κάθισε στην ~ του τραπεζιού.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Ανταλλακτική/κινούμενη/κοπτική ~. ~ εκτύπωσης/ξυρίσματος. Πύραυλος με συμβατική/χημική ~ (βλ. βλήμα).|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) (Αλουμινένια) ~ κινητήρα/κυλίνδρου (= κυλινδρο~).|| (ΑΝΑΤ.) Η ~ της κερκίδας/του μηριαίου οστού. Η ~ του παγκρέατος (: το διογκωμένο τμήμα του).|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ του κομήτη.|| (ΜΟΥΣ.) ~ κιθάρας/μπάσου (: το τμήμα των έγχορδων οργάνων, στο οποίο βρίσκονται τα κλειδιά). 4. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. τμήμα συσκευής για εγγραφή, αναπαραγωγή ή διαγραφή μαγνητικών σημάτων: ~ μαγνητοφώνου/ντιβιντί/πικάπ. ~ ανάγνωσης. Βίντεο έξι ~ών. Κασέτα καθαρισμού ~ών. 5. ΛΕΞΙΚΟΓΡ. ο βασικός τύπος με τον οποίο λημματογραφείται μια λέξη, συνήθ. με έντονα γράμματα. ● ΣΥΜΠΛ.: κάλυμμα (της) κεφαλής & κάλυμμα (του) κεφαλιού: ό,τι προφυλάσσει ή κρύβει το κεφάλι ή/και το πρόσωπο: ισλαμικό ~ ~ (βλ. μπούρκα, νικάμπ, σαρίκι, τσαντόρ, φερετζές). ~ ~ ανδρικής (= φέσι)/γυναικείας (= κεφαλόδεσμος) παραδοσιακής ελληνικής φορεσιάς. Πβ. καλύπτρα. Βλ. καπέλο, κασκέτο, μαντίλα, μπερές, πηλήκιο, σκούφος, τσεμπέρι, φακιόλι.|| (ΑΘΛ.) ~ατα ~ για παίκτες χόκεϊ επί πάγου/μπέιζμπολ., ασώματος κεφαλή βλ. ασώματος, κυνήγι κεφαλών βλ. κυνήγι, κυνηγός κεφαλών βλ. κυνηγός, πυρηνική κεφαλή βλ. πυρηνικός ● ΦΡ.: δεν έχει πού την κεφαλήν κλίνη & δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι (ΚΔ): (μτφ.) δεν έχει/έχω καμία βοήθεια, κανένα στήριγμα., κατά κεφαλή(ν) (επίσ.): που αντιστοιχεί σε κάθε άτομο ξεχωριστά: ετήσιο ~ ~ εισόδημα. ~ ~ ακαθάριστο εγχώριο προϊόν. ~ ~ δαπάνες/φόροι., με βραχεία κεφαλή (μτφ.-λόγ.): με ελάχιστη διαφορά: επικράτηση/νίκη/προβάδισμα ~ ~. Προηγούνται ~ ~., ζητώ την κεφαλή (κάποιου) επί πίνακι βλ. ζητώ, λαγός τη φτέρη έσειε/κούναγε, κακό του κεφαλιού/της κεφαλής του βλ. λαγός, μου σηκώθηκε η τρίχα (κάγκελο) βλ. τρίχα, ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε (/άλλαξε) το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του βλ. λύκος, τα μαλλιά της κεφαλής μου/σου/του βλ. μαλλί [< 1,2,3: μεσν. κεφαλή 3,4: αγγλ. head 5: αγγλ. headword]
24482κεφάλικε-φά-λι ουσ. (ουδ.) {κεφαλ-ιού | -ιών} 1. το ανώτερο τμήμα του σώματος του ανθρώπου, που συνδέεται με τον κορμό μέσω του λαιμού και στο οποίο βρίσκεται ο εγκέφαλος, το στόμα και αισθητήρια όργανα, όπως τα μάτια, τα αυτιά και η μύτη: η κίνηση/η κλίση/η κορυφή/το νεύμα/το σκύψιμο/το σχήμα/το τίναγμα του ~ιού. Το πίσω μέρος του ~ιού (βλ. ινίο). Το ~ μου πονάει/πάει να σπάσει (: έχω πονοκέφαλο, ημικρανία). Κούνησε το ~ του καταφατικά (βλ. συγκατανεύω). Μου κάνει νόημα με το ~ (: μου γνέφει). Βουτιά με το ~. Ξύνει το ~ του (: το τριχωτό μέρος, κυρ. από αμηχανία ή άγνοια). Νέοι με κοντοκουρεμένα/ξυρισμένα ~ια.|| (μτφ.) Βάζω/πάω στοίχημα το ~ μου (= τη ζωή μου). Παίζει το ~ του (κορόνα γράμματα) (= διακινδυνεύει, ρισκάρει). Βλ. προσκέφαλο. ΣΥΝ. κεφαλή (1) 2. το αντίστοιχο εμπρόσθιο ή ανώτερο τμήμα του σώματος ζώων: ~ αλόγου/εντόμου/ψαριού.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Βραστό ~ κατσικιού. Καθαρίζουμε τις γαρίδες από τα ~ια και το κέλυφος. 3. νους, μυαλό, πνεύμα· άνθρωπος με μεγάλες ή/και ειδικές διανοητικές ικανότητες: Ποιος σου έβαλε αυτή την ιδέα στο ~;|| Μαθηματικό ~. Πβ. αυθεντία, διάνοια, εγκέφαλος, ιδιοφυΐα.|| (ειδικότ.) Τα κορυφαία ~ια (: ηγετικά στελέχη) της κυβέρνησης. Πβ. επιτελής. 4. καλλιτεχνική αναπαράσταση αυτού του τμήματος του σώματος ανθρώπου ή ζώου: ανάγλυφο/αρχαϊκό/μαρμάρινο ~. Ξύλινο ~ θεάς. Σκαλιστό ~ λιονταριού. Το ~ της Μέδουσας (: με μαλλιά από φίδια). Πβ. κεφαλή, προτομή. 5. στρογγυλό ή στρογγυλεμένο αντικείμενο ή άκρο αντικειμένου: ένα ~ τυρί/τυριού. Μισό ~ σκόρδο/σκόρδου.|| ~ βελόνας/καρφιού/καρφίτσας. 6. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) ζώο ή σπανιότ. πρόσωπο θεωρούμενο ως μονάδα μέτρησης ευρύτερου συνόλου: Εκατό ~ια γίδια/πρόβατα. Μετράει ~ια. ● Υποκ.: κεφαλάκι (το) ● Μεγεθ.: κεφάλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αγύριστο/ξερό/αρβανίτικο κεφάλι (μτφ.): πεισματάρης, ισχυρογνώμων, ξεροκέφαλος: Δεν παίρνει από λόγια και συμβουλές, είναι ~ ~!, άδειο/κούφιο κεφάλι (μειωτ.): για άνθρωπο άμυαλο, ανόητο., βαρύ κεφάλι (προφ.): ο πονοκέφαλος: Το πρωί σηκώνομαι με ~ ~. , μεγάλο κεφάλι (μτφ.) 1. ο ιθύνων νους: Ποιος είναι το ~ ~ της εταιρείας/της ομάδας; Πβ. εγκέφαλος. 2. ευφυής, πανέξυπνος. ΑΝΤ. βλάκας, χαζός (1), κάλυμμα (της) κεφαλής βλ. κεφαλή, πολυκέφαλο τέρας βλ. πολυκέφαλος ● ΦΡ.: (το) έφαγε το κεφάλι του (μτφ.-προφ.): υφίσταται αρνητικές ή/και καταστροφικές συνέπειες λόγω δικών του κακών επιλογών: Πάει γυρεύοντας να (το) φάει ~ (: καταστραφεί). Πβ. τρώω/σπάω τα μούτρα μου., ανοιγμένα κεφάλια & άνοιξαν κεφάλια (μτφ.-προφ.): για βίαια επεισόδια και τραυματισμούς: συμπλοκές και ~ ~. Βλ. δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι., βάζω το κεφάλι κάτω 1. σκύβω το κεφάλι προς τα κάτω: Έβαλε ~ και έφυγε με την ουρά στα σκέλια. 2. (μτφ.) σκέφτομαι προσεκτικά, συγκεντρώνομαι: ~ ~ και δουλεύω. Να βάλεις ~ να ξεκαθαρίσεις πρώτα τι θες. 3. (μτφ.) υποτάσσομαι, υποχωρώ, εγκαταλείπω την προσπάθεια: Μη βάλεις ~, αλλά να παλέψεις ως το τέλος., βάλ' το καλά στο κεφάλι/στο μυαλό σου (προφ.): σκέψου προσεκτικά, πάρ' το απόφαση: Ένα θα σου πω και ~ ~. ~ ~ (= συνειδητοποίησέ το), δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει., βαράω/χτυπάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) & (σπάν.) κουτουλάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) (μτφ.-προφ.): μετανιώνω πικρά για κάτι: Όταν σκέφτομαι τι έχω κάνει, ~ ~. ~ ~ που ήμουν τόσο αφελής., βγάζω/λέω κάτι από το κεφάλι/το μυαλό μου (μτφ.-προφ.): αναφέρω κάτι που αποτελεί προϊόν δικής μου επινόησης· κατ' επέκτ. μιλάω αυθαίρετα, ατεκμηρίωτα., γλίτωσε/έσωσε το κεφάλι του (μτφ.-προφ.): ξέφυγε από θανάσιμο ή άλλο κίνδυνο (κυρ. καθαίρεσης, απόλυσης): Εγκατέλειψε την πόλη και ~ ~. Φόρτωσε το φταίξιμο στον συνάδελφό του, για να σώσει ~ ~., γυρίζει/βουίζει το κεφάλι μου (μτφ.-προφ.): ζαλίζομαι και κατ' επέκτ. βρίσκομαι σε σύγχυση: ~ ~ από το ξενύχτι. Πβ. βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια. Βλ. ίλιγγος., έρχεται (κάτι) στο κεφάλι μου (προφ.) 1. (κυριολ.) πέφτει (κάτι) στο κεφάλι μου: Μια μπάλα μού ήρθε στο κεφάλι. 2. (μτφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ., για ξαφνική σκέψη) μου έρχεται στον νου: Ο καθένας λέει ό,τι του έρθει στο κεφάλι. Πβ. μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό)., έφυγε από το κεφάλι μου (μτφ.-προφ.): απαλλάχτηκα, λυτρώθηκα από κάτι που με βασάνιζε: Ένα βάρος ~ ~.|| Φύγε ~ (: άσε με ήσυχο)!, έχω πολλά/πολλές σκοτούρες στο κεφάλι μου (προφ.): έχω πολλές σκέψεις, έγνοιες, προβλήματα που με απασχολούν: ~ ~, για να συγχύζομαι και με τα ειρωνικά σου σχόλια., έχω το κεφάλι μου ήσυχο (προφ.): είμαι ήρεμος, δεν με απασχολεί κάτι: Θα αγοράσω καινούργιο αυτοκίνητο κι όχι μεταχειρισμένο για να ~ ~., κάνω του κεφαλιού μου (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): κάνω ενέργειες, συχνά άστοχες ή απερίσκεπτες, χωρίς να υπολογίζω τη γνώμη ή την υπόδειξη κανενός., κάνω/φτιάχνω κεφάλι (αργκό) 1. ζαλίζομαι, μεθώ. 2. μαστουρώνω. Πβ. φτιάχνομαι., μας πήρε το κεφάλι (προφ.): μας ζάλισε, έγινε ανυπόφορος: ~ ~ με τη γκρίνια/το κλάμα/τη φλυαρία του., με περνά ένα κεφάλι & μου ρίχνει ένα κεφάλι (προφ.): με ξεπερνά στο ύψος κατά ένα κεφάλι., με το κεφάλι ψηλά & ψηλά το κεφάλι (μτφ.): για να δηλωθεί τόλμη, αξιοπρέπεια ή περηφάνια: Περπατώ με το κεφάλι ψηλά. Αποχώρησε/έφυγε/στάθηκε με ~ ~. Αποκλεισμός/ήττα με ~ ~.|| (ως προτροπή) Κράτα ψηλά ~. Ψηλά ~, ο αγώνας συνεχίζεται., παίρνω κεφάλι (μτφ.-προφ.): παίρνω προβάδισμα: Οι αντίπαλοι μας πήραν ~ στο σκορ (= προηγούνται)., παίρνω το κεφάλι (κάποιου)/κεφάλια & κόβω κεφάλια (προφ.) 1. (μτφ.) τιμωρώ αυστηρά· απολύω: Ένα λάθος έκανε ο άνθρωπος, γιατί να του πάρουμε το ~; Κόβουν/παίρνουν ~ια στελεχών. 2. αποκεφαλίζω., πάνω από το κεφάλι μου/τα κεφάλια μας (προφ.): από πάνω μου ή σε χαμηλό ύψος: Αεροπλάνα που πετούν/καλώδια που βρίσκονται ~ ~ μας. Μη στέκεσαι ~ ~ μου (: για να δηλωθεί ενόχληση)!|| (μτφ.) Γράφω αυτά που θέλω, χωρίς να έχω κανέναν ~ ~ μου (: δεν με ελέγχει, περιορίζει κανείς)., πέφτουν (πολλά) κεφάλια (προφ.): γίνονται αποπομπές ή καθαιρέσεις (από θέσεις και αξιώματα), επιβάλλονται αυστηρές τιμωρίες. Βλ. καρατόμηση., πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι & πονάει δόντι, βγάζει δόντι: για ακραίες ενέργειες που, αντί να θεραπεύσουν ένα πρόβλημα, έχουν καταστροφικές συνέπειες: Η λογική/η συνταγή (του) "~ ~". Ό,τι δεν λειτουργεί καλά, το καταργούμε: ~ ~., σκύβω το κεφάλι 1. γέρνω το κεφάλι προς τα κάτω, συνήθ. λόγω ντροπής, απογοήτευσης: Περπατά/στέκεται με σκυμμένο ~. 2. (μτφ.) υποτάσσομαι, φέρομαι δουλικά, υποχωρώ: Μη ~εις ~ (: μην υποκύπτεις)! ΣΥΝ. κύπτω τον αυχένα ΑΝΤ. σηκώνω κεφάλι (1), τα κεφάλια μέσα! (οικ.-χιουμορ.): για να δηλωθεί ότι έληξε η περίοδος της ανάπαυλας και αρχίζουν πάλι οι υποχρεώσεις, οι δουλειές, τα καθήκοντα: Το διάλειμμα τελείωσε, ~ ~. Πβ. κάθε κατεργάρης στον πάγκο του., το κάτω κεφάλι (προφ.): το αντρικό μόριο και κατ' επέκτ. η σεξουαλική επιθυμία: Σκέφτονται με το ~ ~., το πάνω κεφάλι (προφ.): η λογική., χτυπάει/βαράει (κάποιον) στο κεφάλι & κατακέφαλα (προφ.): προκαλεί ζαλάδα: Με χτύπησε ο ήλιος/το κρασί στο κεφάλι., (βάζω/έχω κάποιον) κορόνα στο κεφάλι μου βλ. κορόνα, (βάζω/έχω) ένα κεραμίδι πάνω απ' το κεφάλι μου βλ. κεραμίδι, αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες βλ. αλλάζω, ανοίγω/σπάω το κεφάλι (κάποιου) βλ. ανοίγω, βάζω το κεφάλι μου στον ντορβά/στην γκιλοτίνα βλ. ντορβάς, βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) βλ. νους, γανώνω το κεφάλι/τον εγκέφαλο/τα μυαλά/τ' αυτιά κάποιου βλ. γανώνω, γεμίζει/γέμισε το κεφάλι (με) ... βλ. γεμίζω, γίνομαι κουδούνι/το κεφάλι μου έγινε κουδούνι βλ. κουδούνι, δεν σηκώνω κεφάλι βλ. σηκώνω, έγινε/μου έκανε το κεφάλι (μου) καζάνι βλ. καζάνι, έφαγα/μου 'ρθε/μου 'πεσε κεραμίδα (στο κεφάλι) βλ. κεραμίδα, έχει άλλα πράγματα στο μυαλό/στο(ν) νου/στο κεφάλι του βλ. πράγμα, έχει άχυρα στο κεφάλι/στο μυαλό του βλ. άχυρο, έχω τα μυαλά μου πάνω απ' το κεφάλι μου βλ. μυαλό, κακό του κεφαλιού μου/σου/του βλ. κακό, κατεβάζει το κεφάλι/η κούτρα/η γκλάβα/ο νους/το ξερό μου βλ. κατεβάζω, κόβω το κεφάλι/χέρι μου βλ. κόβω, λαγός τη φτέρη έσειε/κούναγε, κακό του κεφαλιού/της κεφαλής του βλ. λαγός, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι/η πίεση βλ. ανεβαίνω, μου κατεβαίνει (στο κεφάλι/στο μυαλό) βλ. κατεβαίνω, μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι βλ. μυαλό, μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό, πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου βλ. λύκος, σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι βλ. σηκώνω, σηκώνω κεφάλι βλ. σηκώνω, σπάω/στύβω το μυαλό/το κεφάλι μου βλ. μυαλό, στου κασίδη/κασιδιάρη το κεφάλι βλ. κασίδης, το ψάρι βρομά(ει) απ' το κεφάλι βλ. βρομώ, φέρνω (κάτι) στο κεφάλι (κάποιου) βλ. φέρνω, χώνω/κρύβω/βάζω το κεφάλι στην άμμο βλ. άμμος [< μεσν. κεφάλιν]
24483κεφαλιάκε-φα-λιά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) χτύπημα της μπάλας με το κεφάλι: Με (καρφωτή/κοντινή) ~ πέτυχε το 1-0. Ο παίκτης έπιασε/πήρε την ~. Βλ. τακουνάκι. 2. κουτουλιά. ● ΣΥΜΠΛ.: κεφαλιά-ψαράκι: ΑΘΛ. ποδοσφαιρική ενέργεια κατά την οποία ο παίκτης εκτινάσσεται μπροστά, παράλληλα προς το έδαφος και χτυπά τη μπάλα με το κεφάλι, για να σκοράρει (ή σπανιότ. να αποκρούσει): Έβαλε γκολ με ~ ~. Βλ. (ανάποδο) ψαλίδι.
24484κεφαλίδακε-φα-λί-δα ουσ. (θηλ.): περιοχή στο πάνω μέρος της σελίδας ενός εγγράφου, όπου καταγράφονται διάφορες πληροφορίες, όπως ο τίτλος του κειμένου: εισαγωγή ~ας/ημερομηνίας και ώρας σε ~ (: σε επεξεργαστή κειμένου). Βλ. επι~, υποσέλιδο. [< αρχ. κεφαλίς (βιβλίου) ‘τόμος, κύλινδρος’, αγγλ. header]
24485κεφαλικός, ή, ό κε-φα-λι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το κεφάλι: ~ός: δείκτης (: δηλωτικός του μεγέθους του κεφαλιού)/μυς. ~ή: προβολή του εμβρύου κατά τον τοκετό (βλ. ισχιακός). ● ΣΥΜΠΛ.: κεφαλική ποινή (παλαιότ.): θανατική ποινή., κεφαλικός φόρος 1. ΙΣΤ. (στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) που επιβαλλόταν σε κάθε αλλοεθνή υπήκοο: ετήσιος ~ ~. Αγγαρεία και ~ ~. Βλ. δεκάτη. ΣΥΝ. χαράτσι (2) 2. στον οποίο υπάγεται κάθε φορολογούμενος ατομικά: Αναμένεται να επιβληθεί ~ ~ στους ιδιοκτήτες ακινήτων. Πβ. κατά κεφαλή(ν). [< μεσν. κεφαλικός φόρος] [< μτγν. κεφαλικός]
24486κεφαλο- & κεφαλό- & κεφαλ-α' συνθετικό λέξεων που δηλώνει 1. το κεφάλι: κεφαλο-κλείδωμα. Κεφαλό-δεσμος.|| Κεφαλ-αλγία.|| (μτφ.) Κεφαλο-γραβιέρα. 2. το ανώτερο τμήμα συνόλου: κεφαλό-σκαλο (πβ. πλατύ-).|| (μτφ.) Κεφαλο-χώρι.
24487κεφαλόβρυσοκε-φα-λό-βρυ-σο ουσ. (ουδ.) (παρωχ.): νερομάνα. ΣΥΝ. κεφαλάρι (2)
24488κεφαλογραβιέρακε-φα-λο-γρα-βιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ελληνική αλμυρή γραβιέρα από πρόβειο γάλα αναμειγμένο με μικρή ποσότητα κατσικίσιου. Βλ. κεφαλοτύρι, μυζήθρα, ΠΟΠ.
24489κεφαλόδεμακε-φα-λό-δε-μα ουσ. (ουδ.) 1. εσωτερική προστατευτική επένδυση σε κράνος ασφαλείας: πλαστικό/υφασμάτινο ~. 2. ΛΑΟΓΡ. κεφαλόδεσμος. ΣΥΝ. κεφαλομάντιλο [< μεσν. κεφαλόδεμα]
24490κεφαλόδεσμοςκε-φα-λό-δε-σμος ουσ. (αρσ.): ΛΑΟΓΡ. παραδοσιακό γυναικείο μαντίλι της κεφαλής: νυφικός ~. Πβ. τσεμπέρι, φακιόλι. ΣΥΝ. κεφαλόδεμα (2), κεφαλομάντιλο [< μτγν. κεφαλόδεσμος]
24491κεφαλοκλείδωμακε-φα-λο-κλεί-δω-μα ουσ. (ουδ.): λαβή κατά την οποία κυρ. ο παλαιστής καθηλώνει τον αντίπαλό του, κρατώντας σφιχτά το κεφάλι του με την κλείδωση του αγκώνα: (στην πάλη) Τον έριξε στο έδαφος με ~.|| (γενικότ.) Του έκανε ~. [< αγγλ. headlock]
24492κεφαλομάντιλοκε-φα-λο-μά-ντι-λο ουσ. (ουδ.) & κεφαλομάντηλο: ΛΑΟΓΡ. κεφαλόδεσμος. Βλ. τραπεζο-, χαρτο-μάντιλο.
24493Κεφαλονίτης, ΚεφαλονίτισσαΚε-φα-λο-νί-της επίθ./ουσ. & Κεφαλλονίτης, Κεφαλλονίτισσα: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Κεφαλονιά.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.