| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24494 | κεφαλονίτικος | , η, ο κε-φα-λο-νί-τι-κος επίθ. & κεφαλλονίτικος: που έχει σχέση με την Κεφαλονιά ή/και τους Κεφαλονίτες. Βλ. -ίτικος. | |
| 24495 | κεφαλόποδα | κε-φα-λό-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. κεφαλόποδο}: ΖΩΟΛ. η πιο εξελιγμένη ομοταξία (Cephalopoda) θαλάσσιων μαλακίων τα οποία διαθέτουν πλοκάμια που εκφύονται από το κεφάλι (π.χ. καλαμάρια, ναυτίλοι, σουπιές, χταπόδια). Βλ. αμφί-, αρθρό-, γαστερό-ποδα, οστρακοειδή. [< γαλλ. céphalopodes] | |
| 24496 | κεφαλόπονος | κε-φα-λό-πο-νος ουσ. (αρσ.): πονοκέφαλος. Βλ. -πονος. [< μτγν. κεφαλόπονος] | |
| 24497 | κέφαλος | κέ-φα-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άλου}: ΙΧΘΥΟΛ. είδος ψαριού (επιστ. ονομασ. Μugil cephalus) που ζει στα ρηχά νερά θαλασσών, λιμνών ή ποταμών και έχει μακρύ σώμα σε ασημί απόχρωση, με δύο ραχιαία πτερύγια, μεγάλα λέπια και διχαλωτή ουρά. Πβ. μπάφα. Βλ. αβγοτάραχο, αφρόψαρο, λικουρίνος. ● Υποκ.: κεφαλόπουλο (το) [< αρχ. κέφαλος] | |
| 24499 | κεφαλόσκαλο | κε-φα-λό-σκα-λο ουσ. (ουδ.): το ανώτατο πλατύ σκαλοπάτι σκάλας. Πβ. πλατύσκαλο. | |
| 24500 | κεφαλοσφαιριστής | κε-φα-λο-σφαι-ρι-στής ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) παίκτης με ιδιαίτερη ικανότητα στις κεφαλιές: σπουδαίος ~ και σκόρερ. | |
| 24501 | κεφαλοτύρι | κε-φα-λο-τύ-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ελληνικό παραδοσιακό σκληρό τυρί με υποκίτρινο χρώμα και ελαφρά αλμυρή γεύση, το οποίο παράγεται από αιγοπρόβειο γάλα: τριμμένο ~ (στα μακαρόνια). Βλ. κεφαλογραβιέρα, μυζήθρα. | |
| 24502 | κεφαλοχώρι | κε-φα-λο-χώ-ρι ουσ. (ουδ.): το μεγαλύτερο σε πληθυσμό χωριό περιοχής, που συνήθ. αποτελεί το διοικητικό της κέντρο. Βλ. κωμόπολη. | |
| 24503 | κεφαλωτός | , ή, ό κε-φα-λω-τός επίθ.: ΒΟΤ. που έχει μορφή κεφαλιού: ~ές: κράμβες. ~ά: λάχανα/μαρούλια. [< αρχ. κεφαλωτός] | |
| 24504 | κεφάτος | , η, ο [κεφᾶτος] κε-φά-τος επίθ.: που έχει ή φέρνει κέφι: ~η: παρέα. Εμφανίστηκε ~ και ορεξάτος. Πβ. ευ-, καλο-διάθετος.|| ~η: μουσική. ~ο: πάρτι/πρόγραμμα. Βλ. -άτος. ΑΝΤ. άκεφος ● επίρρ.: κεφάτα | |
| 24505 | κέφι | κέ-φι ουσ. (ουδ.) {κεφ-ιού | -ια} (προφ.): ευχάριστη, καλή ψυχολογική κατάσταση· γενικότ. διάθεση: βραδιά γεμάτη ~ και χορό. Τραγούδια χαράς και ~ιού. Έχασε το ~ της. Η βροχή δεν κατάφερε να χαλάσει το ~ των χιλιάδων καρναβαλιστών. Κάνει τη δουλειά της με πολύ ~ (= ζήλος, μεράκι). Πβ. ευδιαθεσία, ευθυμία. ΑΝΤ. κακοκεφιά.|| (Μου δίνει) ~ για ζωή. Τι σου φτιάχνει το ~; Δεν έχω ~ (= όρεξη) για ... Ακούει όλα τα είδη μουσικής ανάλογα με το ~/τα ~ια του. ΑΝΤ. ακεφιά ● Υποκ.: κεφάκια (τα) ● ΦΡ.: είμαι στα κέφια μου: έχω πολύ καλή διάθεση: Απόψε δεν είσαι ~ ~ σου. ΣΥΝ. είμαι στα πάνω μου, κάνω κέφι/γούστο κάποιον/κάτι: μου αρέσει: Πολύ σε ~ ~ (πβ. τον πάω)! Τι ~εις ~ να φας (= γουστάρεις, θέλεις);, κάνω κέφι/έρχομαι στο κέφι (προφ.): αποκτώ ανέμελη, ευχάριστη διάθεση: Πίνει για να ~ει ~. Βλ. κάνω κεφάλι., κάνω τα κέφια (κάποιου): ικανοποιώ τις επιθυμίες του: Θεωρεί φίλο του μόνο όποιον του ~ει ~ (= τα χατίρια).|| Μέχρι στιγμής ο καιρός μας ~ει ~ (: συνήθ. για καλοκαιρία)., κάνω το κέφι/το γούστο/το ψώνιο μου: κάνω ό,τι με ευχαριστεί, αυτό που θέλω: Έκανα ~ ~ κι έβγαλα και λεφτά!, μου κάνει κέφι & μου κάνει όρεξη: επιθυμώ, θέλω: Ασχολούμαι με τη μουσική όποτε ~ ~. Δεν της ~ ~ να βλέπει τηλεόραση. Πβ. γουστάρω., πώς πάνε τα κέφια/πώς τα πας;: τι κάνεις; πώς είσαι;, σε μεγάλα/τρελά κέφια: για να δηλωθεί συνήθ. ότι κάποιος αποδίδει πολύ καλά ή είναι πολύ χαρούμενος: Η ομάδα βρέθηκε/εμφανίστηκε/ήταν ~ ~.|| Αν τον πετύχεις ~ ~, είναι το κάτι άλλο!, ανάβει το γλέντι/κέφι βλ. ανάβω, τσακίρ κέφι βλ. τσακίρ [< τουρκ. keyif] | |
| 24506 | κεφίρ | κε-φίρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό υγιεινό κρεμώδες ρόφημα από την περιοχή του Καυκάσου με ξινή γεύση που παράγεται από οποιονδήποτε τύπο γάλακτος (κυρ. αγελαδινό, πρόβειο, κατσικίσιο), ύστερα από ζύμωση με προσθήκη ευεργετικών μικροοργανισμών: Το συμπυκνωμένο ~ μπορεί να καταναλωθεί ως επιδόρπιο. Βλ. αριάνι, ξινόγαλο, προβιοτικός. [< γαλλ. kéfir] | |
| 24508 | κεφτές | κε-φτές ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (σπάν.-λαϊκό) κιοφτές: ΜΑΓΕΙΡ. μικρό σφαιρικό κομμάτι από κιμά ζυμωμένο με ψωμί, αβγά και καρυκεύματα, που τρώγεται τηγανητό ή ψητό: ~έδες με πατάτες. Πλάθω ~έδες. Βλ. -ές, -κεφτές, μπιφτέκι. ● Υποκ.: κεφτεδάκι (το) {συνήθ. στον πληθ.}: ~ια στον φούρνο/με κόκκινη σάλτσα. Βλ. σουτζουκάκι. [< τουρκ. köfte] | |
| 24510 | Κεχαριτωμένη | Κε-χα-ρι-τω-μέ-νη επίθ. (η): ΕΚΚΛΗΣ. (ΚΔ, προσφώνηση της Παναγίας) που έχει τη θεία χάρη: "Χαίρε ~, ο Κύριος μετά σου". [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. χαριτῶ ‘δέχομαι μεγάλη χάρη’] | |
| 24511 | κεχηνώς | κε-χη-νώς επίθ. {πληθ. -ότες, μόνο στο αρσ.} (αρχαιοπρ.): που κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό από έκπληξη ή θαυμασμό: Έμεινε ~ (= ενεός, κατάπληκτος). Βλ. χάσκας. [< μτχ. παρακ. του ρ. χαίνω & χάσκω] | |
| 24512 | κεχρί | κε-χρί ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μικροί σπόροι που ανήκουν στα δημητριακά και χρησιμοποιούνται κυρ. ως τροφή ωδικών πτηνών ή για την παρασκευή αρτοσκευασμάτων, καθώς και το ίδιο το φυτό που τους παράγει (επιστ. ονομασ. Panicum milliaceum). Βλ. καναβούρι. [< μεσν. κεχρί(ν)] | |
| 24513 | κεχριμπαρένιος | , ια, ιο κε-χρι-μπα-ρέ-νιος επίθ. 1. κατασκευασμένος από κεχριμπάρι: ~ιο: κομπολόι. ~ια: κοσμήματα. Βλ. -ένιος. 2. (μτφ.-λογοτ.) που έχει το χρώμα του κεχριμπαριού: ~ιο: κρασί. ~ια: μάτια. ● ΣΥΜΠΛ.: κεχριμπαρένιο/πορτοκαλί κουτί βλ. κουτί | |
| 24514 | κεχριμπάρι | κε-χρι-μπά-ρι ουσ. (ουδ.) {κεχριμπαρ-ιού}: απολιθωμένο ρετσίνι κωνοφόρων δέντρων, συνήθ. ημιδιαφανές, με απόχρωση ανάμεσα στο κίτρινο και το καφέ, που χρησιμοποιείται για την κατασκευή κοσμημάτων και διακοσμητικών αντικειμένων: πρεσαριστό ~. ~ Βαλτικής. Κομπολόι/χάντρες από ~. ΣΥΝ. ήλεκτρο (1) [< τουρκ. kehribar] | |
| 24515 | κηδεία | κη-δεί-α ουσ. (θηλ.) {κηδει-ών}: τελετή που περιλαμβάνει την εκφορά και τον ενταφιασμό (ή την αποτέφρωση) του νεκρού: θρησκευτική/πολιτική (: χωρίς ιεροπραξία) ~. Στεφάνι ~ας. Εργολάβος ~ών. Η ~ του έγινε δημοσία δαπάνη/τελέστηκε στον Ιερό Ναό ... Πλήθος κόσμου παρευρέθηκε/παρέστη στην ~. Βλ. θάψιμο, κόλλυβα, μνημόσυνο, νεκρώσιμη ακολουθία, ταφή.|| (σπάν.-μτφ.) Η ~ του καθεστώτος (= ο θάνατος, το τέλος). ● ΣΥΜΠΛ.: γραφείο τελετών/κηδειών βλ. γραφείο [< μτγν. κηδεία] | |
| 24516 | κηδειόσημο | κη-δει-ό-ση-μο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): (τοιχοκολλημένο) έντυπο αναγγελίας κηδείας. Βλ. -σημο. ΣΥΝ. νεκρώσιμο |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ