Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25260-25280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24517κηδειόχαρτοκη-δει-ό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): κηδειόσημο. Βλ. -χαρτο.
24518κηδεμόνας1κη-δε-μό-νας ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο, συνήθ. ο ένας από τους δύο γονείς ή άλλος ενήλικος, στο οποίο έχει ανατεθεί από τον Νόμο η επιμέλεια ανηλίκου ή/και η διαχείριση των περιουσιακών του στοιχείων μέχρι την ενηλικίωσή του: σύλλογος γονέων και ~ων (: στο σχολείο). Αύριο (να έρθεις) με τον ~α σου!|| (ΝΟΜ.) Ορίστηκε από το Δικαστήριο ~. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) προστάτης: Δεν έχουμε ανάγκη από ~ες! Πβ. πάτρωνας. [< αρχ. κηδεμών]
24519κηδεμόνας2κη-δε-μό-νας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. ορθοπαιδικό είδος για τη σταθεροποίηση μέλους του σώματος που έχει υποστεί κάκωση: αυχενικός ~ (= κολάρο). ~ κνήμης. (Διορθωτικός) ~ κορμού/σκολίωσης. Πβ. νάρθηκας. [< γαλλ. tuteur]
24520κηδεμόνευσηκη-δε-μό-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): άσκηση κηδεμονίας, χειραγώγηση: ~ της οικονομίας. Πβ. πατρονάρισμα.
24521κηδεμονεύωκη-δε-μο-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ., μτχ. -όμενος} 1. (μτφ.-λόγ.-αρνητ. συνυποδ.) ασκώ επιρροή και κατευθύνω κάποιον, στερώντας του την ελευθερία κινήσεων, πρωτοβουλιών: Η πολιτεία προστατεύει τον καταναλωτή και δεν τον ~ει. Συμφέροντα που ~ουν την πολιτική ζωή ενός τόπου. Πβ. καθοδηγώ, πατρονάρω, ποδηγετώ, χειραγωγώ.|| (ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ.) Κράτος ~όμενο από τους ισχυρούς του πλανήτη. ~όμενη περιοχή (: που βρίσκεται σε καθεστώς διεθνούς κηδεμονίας). ΑΝΤ. ακηδεμόνευτος. 2. ΝΟΜ. (για ενήλικο) έχω τον ρόλο του κηδεμόνα ανηλίκου: ~όμενα παιδιά. [< μτγν. κηδεμονεύω]
24522κηδεμονίακη-δε-μο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. {χωρ. πληθ.} ανάληψη της επιμέλειας ανηλίκου από τον γονέα του ή από ενήλικο ορισμένο από τον Νόμο: υπεύθυνη δήλωση για την ~ μαθητή. Έχασε την/της αφαιρέθηκε η ~ του γιου της. Ανέλαβε/ασκεί την ~ της ανιψιάς της. Βλ. γονική μέριμνα, επιτροπεία. 2. (μτφ.) άσκηση διοικητικού ή οικονομικοπολιτικού ελέγχου σε ένα κράτος από μια ξένη δύναμη· εξουσία, κυριαρχία: λαοί υπό (αμερικανική/ρωμαϊκή) ~ (πβ. ζυγός). Αποτίναξη της ξένης ~ας. ~ες που παραβιάζουν την εθνική ανεξαρτησία. Βλ. εξάρτηση, ηγεμονία, προτεκτοράτο. 3. (μτφ.) άσκηση επιρροής, χειραγώγηση: απαλλαγή των καταναλωτών από την ~ της διαφήμισης. Ελευθερία από κάθε λογής ~ες. Πβ. πατρονάρισμα, πατρωνία. ΣΥΝ. κηδεμόνευση [< αρχ. κηδεμονία]
24523κηδεμονικός, ή, ό κη-δε-μο-νι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την κηδεμονία ή/και τον κηδεμόνα: ~ή: φροντίδα. [< μτγν. κηδεμονικός]
24524κήδευσηκή-δευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κηδεία. [< μτγν. κήδευσις]
24525κηδεύωκη-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {κήδε-ψα, κηδεύ-τηκε, -οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: τελώ κηδεία: ~ψαμε τον πατέρα μας. ~τηκε δημοσία δαπάνη/με τιμές αρχηγού κράτους. Πβ. ενταφιάζω, θάβω.|| (μτφ.) ~ψαν (= κατέπνιξαν, ξέχασαν) τα όνειρά τους. [< αρχ. κηδεύω]
24526κήδομαική-δο-μαι ρ. (μτβ.) {μόνο σε ενεστ., συνήθ. στο γ' πρόσ.} (+ γεν.) (αρχαιοπρ.): μεριμνώ για κάτι: ~εται της υστεροφημίας του/του δημοσίου συμφέροντος (= ενδιαφέρεται). ΣΥΝ. νοιάζομαι (1), φροντίζω (1) ΑΝΤ. αδιαφορώ, αμελώ [< αρχ. κήδομαι]
24527κηλεπίδεσμοςκη-λε-πί-δε-σμος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. υφασμάτινη ή ελαστική ταινία για τη συγκράτηση της κήλης. [< γαλλ. bandage herniaire]
24528κήληκή-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οίδημα στην κοιλιακή χώρα που προκαλείται από τη μη φυσιολογική μετακίνηση ενός ενδοκοιλιακού οργάνου (ή μέρους του) από την κοιλότητα που το περιέχει: επιγαστρική/μετεγχειρητική ~. Περιεσφιγμένη ~ (: μη ανατασσόμενη ~ που μπορεί να προκαλέσει αποφρακτικό ειλεό). ~ λευκής γραμμής (: στη μέση γραμμή της κοιλιάς). Ζώνη/σλιπ/πλέγματα ~ης (πβ. κηλεπίδεσμος). Λαπαροσκοπική/χειρουργική αποκατάσταση της ~ης. Βλ. -κήλη, ορθο~. [< αρχ. κήλη]
24530κηλίδακη-λί-δα ουσ. (θηλ.) 1. σημάδι διαφορετικού χρώματος ή σύστασης σε σχέση με την επιφάνεια όπου βρίσκεται: αμυδρή/μαύρη/σκούρα ~. Φωτεινή ~ (= ~ φωτός). (σε ζώα) Κίτρινη ~ στην ουρά. ~ από άρωμα/μελάνι. ~ες αίματος/λαδιού.|| Προϊόν που δεν αφήνει ~ες στα ρούχα (πβ. λεκές, ρύπος).|| (ΙΑΤΡ., βλάβη του δέρματος:) Γεροντικές ~ες (χειρός). Λευκές ~ες (: ως σύμπτωμα της λεύκης). ~ες στην επιδερμίδα του προσώπου από τον ήλιο (πβ. πανάδες). Βλ. εφηλίδες.|| (ΑΣΤΡΟΝ., σκουρόχρωμος σχηματισμός στην ατμόσφαιρα πλανητών:) Ερυθρά/κόκκινη ~ του Δία. 2. (μτφ.) οτιδήποτε βλάπτει την ηθική υπόσταση ή/και τη φήμη: μελανή ~. Χωρίς ~ (: ακηλίδωτος). Ανεξίτηλη ~ ντροπής.|| Η βία αποτελεί ~ για τη διεθνή εικόνα της χώρας/για τον πολιτισμό. Πβ. ρετσινιά, στάμπα. ΣΥΝ. στίγμα (2) ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακές κηλίδες: ΑΣΤΡΟΝ. σκοτεινές περιοχές χαμηλής θερμοκρασίας στην επιφάνεια του Ήλιου, που δημιουργούνται εξαιτίας τοπικών ανωμαλιών στο μαγνητικό πεδίο του και επιδρούν στον μαγνητισμό της Γης. Βλ. ηλιακός κύκλος., κηλίδα πετρελαίου: πετρελαιοκηλίδα., ωχρά/ωχρή κηλίδα βλ. ωχρός [< αρχ. κηλίς, αγγλ. spot, γαλλ. tache]
24531κηλιδώδης, ης, ες κη-λι-δώ-δης επίθ. {κηλιδώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} ΙΑΤΡ. 1. που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση κηλίδων: ~ης: πυρετός. ~ες: εξάνθημα/οίδημα. 2. που αναφέρεται στην ωχρά κηλίδα: ~ης: εκφυλισμός.
24532κηλιδώνωκη-λι-δώ-νω ρ. (μτβ.) {κηλίδω-σε, κηλιδώ-σει, -θηκε, -μένος, κηλιδών-οντας} 1. (μτφ.) προσβάλλω, ατιμάζω: Σκάνδαλο που ~ει την εικόνα/το κύρος/το όνομά του. ~θηκε η υπόληψη και η φήμη του. Πβ. αμαυρώνω, θίγω, ντροπιάζω. ΣΥΝ. σπιλώνω, στιγματίζω (1) 2. (σπάν.) βρομίζω: Ρούχα ~μένα με αίμα. Πβ. λεκιάζω, λερώνω. Βλ. μολύνω, ρυπαίνω. [< μεσν. κηλιδώνω < αρχ. κηλιδῶ]
24533κηλίδωσηκη-λί-δω-ση ουσ. (θηλ.) 1. εμφάνιση κηλίδων σε επιφάνεια· (κατ' επέκτ., στον πληθ.) κηλίδες, στίγματα: (ΒΟΤ.) ~ καρπών και φύλλων. Μαύρη ~. Βλ. σεπτορίωση.|| (ΙΑΤΡ.) Εκφυλιστικές ~ώσεις των ματιών. 2. (μτφ.) σπίλωση, αμαύρωση, στιγματισμός: ~ της ένδοξης ιστορίας μας. [< μεσν. κηλίδωσις]
24534κηλιδωτός, ή, ό κη-λι-δω-τός επίθ. (επιστ.): γεμάτος κηλίδες: (ΒΟΤ.) ~ός: μαρασμός καπνού/ντομάτας.|| (ΖΩΟΛ.) Αγελάδα/καμηλοπάρδαλη με ~ό δέρμα.|| (ΙΑΤΡ.) Η ψώρα προκαλεί ~ό εξάνθηµα στο σώμα. [< μεσν. κηλιδωτός]
24535κήνσοραςκήν-σο-ρας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (λόγ.) κήνσωρ (απαιτ. λεξιλόγ.-ειρων.) : τιμητής: Εμφανίζεται/παρουσιάζεται ως (μέγας) ~ της ηθικής/των πολιτικών εξελίξεων. ~ και εισαγγελέας των πάντων. Πβ. επικριτής. [< μτγν. κήνσωρ]
24536κηπευτικός, ή, ό κη-πευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον κήπο και την καλλιέργειά του: ανθοκομικά/καλλωπιστικά και ~ά φυτά. Πβ. κηπουρικός. Βλ. ανθο~, γεωργικός. ● Ουσ.: κηπευτικά (τα): λαχανικά. Πβ. οπωρο~. ΣΥΝ. κηπουρικά, κηπευτική (η): καλλιέργεια κηπευτικών ειδών. Πβ. κηπουρική. Βλ. κηποτεχνία, λαχανο-, φυτο-κομία. [< μτγν. κηπευτικός]
24537κήπος[κῆπος] κή-πος ουσ. (αρσ.): περίφρακτη έκταση γης ή ειδικά διαμορφωμένος χώρος όπου καλλιεργούνται λουλούδια, δέντρα, θάμνοι, λαχανικά: ανθισμένος/δημόσιος/εσωτερικός/θεραπευτικός/ιδιωτικός/καταπράσινος/κατάφυτος/ξεραμένος/ολάνθιστος/παραδεισένιος/σχολικός/τροπικός ~. ~ ευεξίας. Έπιπλα ~ου. Αρχιτεκτονική (= κηποτεχνία)/διακόσμηση/συντηρητής (βλ. κηπουρός) ~ων. Εξοχική κατοικία/εστιατόριο/σπίτι με ~ο. Κατασκευή ~ων σε δώματα (: πράσινες στέγες/ταράτσες, ταρατσόκηπος). Εθνικός/ιστορικός (: που ενδιαφέρει από ιστορική ή/και καλλιτεχνική άποψη) ~.|| (στον πληθ., ως μεγεθ.-επίσ.) Εορταστική εκδήλωση στους ~ους του Προεδρικού Μεγάρου. Πβ. μπαξές, περιβόλι. Βλ. ανθό-, λαχανό-κηπος, πάρκο, προκήπιο. ● Υποκ.: κηπάκι & (σπάν.-λόγ.) κηπάριο (το), κηπάκος (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: κρεμαστοί κήποι: που δημιουργούνται βαθμιδωτά σε ανισόπεδα επίπεδα: οι ~ ~ της Βαβυλώνας (: ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου)., βοτανικός κήπος βλ. βοτανικός, ζωολογικός κήπος βλ. ζωολογικός ● ΦΡ.: κήπος της Εδέμ βλ. Εδέμ [< αρχ. κῆπος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.