| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24539 | κηποτέχνης | κη-πο-τέ-χνης ουσ. (αρσ.): γεωπόνος με ειδίκευση στην κηποτεχνία: επαγγελματίες ~ες. ΣΥΝ. κηποτεχνικός | |
| 24540 | κηποτεχνία | κη-πο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. κλάδος της γεωπονίας που έχει ως αντικείμενο τη διαμόρφωση κήπων και η σχετική τεχνική: φυτά ~ας (: καλλωπιστικά, εξωτερικού χώρου). Βλ. κηπευτική, κηπουρική, -τεχνία. ΣΥΝ. κηποτεχνική | |
| 24541 | κηποτεχνικός | , ή, ό κη-πο-τε-χνι-κός επίθ. ΓΕΩΠ.: που έχει σχέση με την κηποτεχνία: ~ή: διαμόρφωση (πλατείας). Υλοποίηση ~ών έργων. ● Ουσ.: κηποτεχνική (η): κηποτεχνία., κηποτεχνικός (ο): κηποτέχνης: κηπουρός και ~. | |
| 24542 | κηπούπολη | κη-πού-πο-λη ουσ. (θηλ.): αστική ή συνήθ. προαστιακή περιοχή που περιλαμβάνει μεγάλες εκτάσεις πρασίνου και έχει χαμηλό συντελεστή δόμησης. Βλ. -ούπολη. [< γαλλ. cité-jardin] | |
| 24543 | κηπουρική | κη-που-ρι-κή ουσ. (θηλ.): η καλλιέργεια και περιποίηση κήπου ως ψυχαγωγική δραστηριότητα ή επαγγελματική ενασχόληση: οργανική ~ (: οργανική καλλιέργεια). Πβ. κηπευτική. Βλ. ανθο-, δενδρο-, λαχανο-, φυτο-κομία, κηπο-, φυτο-τεχνία. [< αρχ. κηπουρικός] | |
| 24544 | κηπουρικός | , ή, ό κη-που-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κηπουρική: ~ές: εργασίες. ~ά: εργαλεία/μηχανήματα (: κλαδευτήρια, χλοοκοπτικά, ψαλίδες). Πβ. κηπευτικός. ● Ουσ.: κηπουρικά (τα): προϊόντα που καλλιεργούνται σε κήπο: ~ χωρίς λίπασμα. ΣΥΝ. κηπευτικά [< αρχ. κηπουρικός] | |
| 24545 | κηπουρός | κη-που-ρός ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την κηπουρική: οι ~οί και κλαδευτές του Δήμου. Βλ. κηποτεχνικός, περιβολάρης. ● ΣΥΜΠΛ.: σαλάτα του κηπουρού βλ. σαλάτα [< αρχ. κηπουρός] | |
| 24546 | κηρ- | βλ. κηρο- | |
| 24547 | κηρήθρα | κη-ρή-θρα ουσ. (θηλ.) & (προφ.) κερήθρα: κέρινη πλάκα που διαιρείται σε πολλά μικρά εξάγωνα κελιά με λεπτά τοιχώματα και κατασκευάζεται από τις μέλισσες για την εναπόθεση του μελιού και των αβγών τους, καθώς και για την ανάπτυξή τους στο στάδιο όπου έχουν ακόμη τη μορφή κάμπιας. Βλ. βασιλικός πολτός, γύρη, πρόπολη, -ήθρα. [< μεσν. κηρήθρα] | |
| 24548 | κηρίο | κη-ρί-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) κηρίον (λόγ.) 1. ΦΥΣ. καντέλα: λαμπτήρας/φωτεινότητα ... ~ων. 2. (σπάν.) κερί. ● ΣΥΜΠΛ.: μολυσματικό κηρίο : ΙΑΤΡ. δερματική βακτηριακή μόλυνση η οποία εμφανίζεται κυρ. σε μικρά παιδιά, προσβάλλοντας συνήθ. το στόμα και τη μύτη. [< 1: γερμ. Kerze 2: μεσν. κηρίον] | |
| 24549 | κηρο- & κηρ- | (λόγ.) : α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στο κερί: κηρο-πήγιο. Κηρο-μπογιά. Κηρ-αλοιφή. | |
| 24550 | κηροζίνη | κη-ρο-ζί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. πολύ εύφλεκτο απόσταγμα του πετρελαίου, χρώματος λευκού προς υποκίτρινο, το οποίο χρησιμοποιείται συνήθ. ως καύσιμη ύλη (κυρ. σε κινητήρες αεροσκαφών): ~ θέρμανσης. Λάμπα/σόμπα ~ης. Βλ. βενζίνη, μαζούτ, ντίζελ. ΣΥΝ. φωτιστικό πετρέλαιο [< γαλλ. kérosène, αγγλ. kerosene < αρχ. κηρὸς + -ene] | |
| 24551 | κηρομπογιά | κη-ρο-μπο-γιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & (προφ.) κερομπογιά: μικρές ράβδοι ζωγραφικής (σαν κιμωλίες), αποτελούμενες από κηρώδη ή λιπαρά συστατικά και χρωστικές ουσίες: πολύχρωμες ~ιές. Πβ. παστέλ. Βλ. λαδο-, νερο-, ξυλο-μπογιά, μαρκαδόρος, τέμπερα. ΣΥΝ. κραγιόνι | |
| 24552 | κηροπήγιο | κη-ρο-πή-γι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} : διακοσμητικό ή (κυρ. παλαιότ.) χρηστικό αντικείμενο με μία ή περισσότερες υποδοχές για την τοποθέτηση κεριών: ασημένιο/επιτραπέζιο ~. ~ ρεσό. ~α δαπέδου (πβ. κηροστάτης). Πβ. καντηλέρι, μανουάλι. [< μεσν. κηροπήγιον] | |
| 24553 | κηροπλάστης | κη-ρο-πλά-στης ουσ. (αρσ.): κηροποιός. [< αρχ. κηροπλάστης] | |
| 24554 | κηροπλαστική | κη-ρο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): η τέχνη της κατασκευής κεριών (και λαμπάδων) και γενικότ. αντικειμένων από κερί. Βλ. χειροτεχνία, -πλαστική. ΣΥΝ. κηροποιία [< μτγν. κηροπλαστική (τέχνη)] | |
| 24555 | κηροποιείο | [κηροποιεῖο] κη-ρο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο ή εργοστάσιο κηροποιίας. Βλ. -ποιείο. | |
| 24556 | κηροποιία | κη-ρο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κηροπλαστική· συνεκδ. η οργανωμένη μονάδα (βιοτεχνία ή βιομηχανία) παραγωγής κεριών. || ΣΥΝ. κηροποιείο. Βλ. -ποιία. | |
| 24557 | κηροποιός | κη-ρο-ποι-ός ουσ. (αρσ.): τεχνίτης της κηροπλαστικής. Βλ. -ποιός. ΣΥΝ. κηροπλάστης [< μτγν. κηροποιός] | |
| 24558 | κηρός | κη-ρός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κερί: ισπανικός ~ (= βουλοκέρι). ● κηροί (οι): ΧΗΜ. κηρώδεις ουσίες και ειδικότ. αυτές που παράγονται από φυτά: ~ παραφίνης/πετρελαίου.|| Εμπόριο/παραγωγή φυτικών ~ών. [< αρχ. κηρὸς] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ