Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25300-25320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24559κηροστάτηςκη-ρο-στά-της ουσ. (αρσ.): κηροπήγιο συνήθ. δαπέδου: ~ για δυο λαμπάδες. Πβ. καντηλέρι, μανουάλι. Βλ. λυχνοστάτης, -στάτης.
24560κήρυγμακή-ρυγ-μα ουσ. (ουδ.) {κηρύγμ-ατος | -ατα} 1. ΕΚΚΛΗΣ. λόγος θρησκευτικού ή/και γενικότ. ηθικοπλαστικού περιεχομένου που συνήθ. εκφωνείται σε ναούς: αποστολικό/ευαγγελικό/κυριακάτικο/ορθόδοξο ~. Το ~ του Ευαγγελίου/του Χριστού (: η διδασκαλία του). ~ από (του) άμβωνος. Πβ. διδαχή. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) λόγος που έχει σκοπό να υπαγορεύσει το σωστό και να ωθήσει στην ορθή συμπεριφορά: Μου έκανε ~. Άσε τα ~ατα (: ενοχλητικές παραινέσεις). Πβ. δασκάλεμα, ηθικολογία. 3. ιδεολογικές κυρ. απόψεις που διατυπώνονται δημοσίως με σκοπό να επηρεάσουν την κοινή γνώμη: αντιπολεμικό/εθνικιστικό/επαναστατικό/πατριωτικό/πολιτικό ~. ~ατα μίσους. ~ για ισότητα. Βλ. προπαγάνδα. ● Υποκ.: κηρυγματάκι [< 1: μτγν. κήρυγμα]
24561κηρυγματικός, ή, ό κη-ρυγ-μα-τι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που αναφέρεται στο κήρυγμα. ~ή: θεολογία. ~ές: ομιλίες. ~ά: έργα. ΣΥΝ. κηρυκτικός
24562κήρυκαςκή-ρυ-κας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που προσπαθεί να διαδώσει ή να προβάλει ευρύτερα μια ιδέα, θεωρία, αρχή: εκκλησιαστικός ~ (= ιερο~). ~ της αγάπης/της ειρήνης/του Ευαγγελίου. Βλ. ντελάλης. ● ΣΥΜΠΛ.: διαπρύσιος κήρυκας βλ. διαπρύσιος [< μεσν. κήρυκας, γαλλ. héraut]
24563κηρυκτικός, ή, ό κη-ρυ-κτι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που έχει σχέση με το κήρυγμα: ~ός: λόγος. ~ή: δράση. To ~ό και ποιμαντικό έργο του επισκόπου. ΣΥΝ. κηρυγματικός [< μτγν. κηρυκτικός]
24564κήρυξηκή-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. δημόσια ή επίσημη αναγγελία, ανακοίνωση: ~ της εθνικής ανεξαρτησίας (= δια~)/(της έναρξης) των εργασιών του συνεδρίου/του πολέμου. ~ απεργίας. ~ του Νομού σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. ~ εκτάσεως ως αναδασωτέας. Πβ. ανα~, γνωστο-, κοινο-ποίηση. Βλ. απο~, επι~, προ~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. κήρυγμα, διάδοση μέσω του λόγου: ~ του Ευαγγελίου/Χριστιανισμού. [< μτγν. κήρυξις]
24565κηρύσσω & κηρύττωκη-ρύσ-σω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κήρυ-ξα, κηρύ-ξει, -χθηκε, -χθεί, -γμένος, κηρύσσ-οντας} 1. (για γεγονός ή απόφαση) ανακοινώνω, γνωστοποιώ επισήμως: ~ει την έναρξη των αγώνων/της ψηφοφορίας. ~ει τη λήξη των εργασιών (της γενικής συνέλευσης)/της συνεδρίασης. ~ουν ανακωχή/γενική απεργία/εκεχειρία/επανάσταση/πτώχευση. Το δικαστήριο ~ξε αθώο/ένοχο τον κατηγορούμενο. ~χθηκε έκπτωτος (: από αξίωμα). Το κτίριο ~χθηκε διατηρητέο μνημείο. Ο διαγωνισμός ~χθηκε άγονος. ~γμένος: πόλεμος (ΑΝΤ. ακήρυχτος). ~γμένες προστατευόμενες περιοχές (= χαρακτηρισμένες. ΑΝΤ. αποχαρακτηρίζω). Πβ. ανα~, δια~. Βλ. επι~, προ~. 2. κάνω κήρυγμα· διαδίδω, διδάσκω: ~ει την αγάπη/την ειρήνη/τον θείο λόγο/το μίσος/τον οικουμενισμό. Βλ. προπαγανδίζω. ● ΦΡ.: κηρυγμένος εχθρός (εμφατ.): φανερός και φανατισμένος εχθρός: Έχει πιστούς φίλους αλλά και ~ους ~ούς (= δηλωμένους, ορκισμένους). Βλ. άσπονδος, μισητός., κηρύσσω (τον) πόλεμο: τον ξεκινώ· συγκρούομαι με κάποιον, εναντιώνομαι με σθένος απέναντι σε κάτι: ~ξε ~ εναντίον/κατά της ... || ~ξαν ~ στους κερδοσκόπους. Έχει ~ξει ~ στη διαφθορά/στα ναρκωτικά. Βλ. κοντράρω. [< 1: αρχ. κηρύσσω, κηρύττω 2: μτγν. ~]
24566κηρώδης, ης, ες κη-ρώ-δης επίθ. {κηρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που η σύστασή του μοιάζει με κερί: ~ης: ουσία. ~εις: ύλες. Βλ. -ώδης. [< μτγν. κηρώδης]
24567κητοειδήβλ. κητώδη
24568κήτος[κῆτος] κή-τος ουσ. (ουδ.) {κήτ-ους | -η, -ών} 1. ΖΩΟΛ. ογκώδες θαλάσσιο θηλαστικό. Βλ. κητώδη, φυσητήρας. 2. (μτφ.-μειωτ., για πρόσ.) πολύ παχύς. Πβ. βουβάλι, τόφαλος. 3. ΑΣΤΡΟΝ. (με κεφαλ. Κ) αστερισμός του Νοτίου Ημισφαιρίου. [< 1, 3: αρχ. κῆτος]
24569κητώδηκη-τώ-δη ουσ. (ουδ.) (τα) & κητοειδή: ΖΩΟΛ. τάξη θαλάσσιων θηλαστικών, η οποία περιλαμβάνει τις φάλαινες, τα δελφίνια και τους φυσητήρες. Βλ. κήτος. [< αρχ. κητώδης, γαλλ. cétacés]
24570ΚΗΦΗ(τα): Κέντρα Ημερήσιας Φροντίδας Ηλικιωμένων.
24571κηφηναριόκη-φη-να-ριό ουσ. (ουδ.) (περιληπτ.-αρνητ. συνυποδ.): σύνολο οκνηρών, αργόσχολων ανθρώπων που ζουν παρασιτικά· συνεκδ. ο χώρος όπου είναι συγκεντρωμένοι. Βλ. -αριό, κηφήνας.
24572κηφήναςκη-φή-νας ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. η αρσενική μέλισσα, βασική αποστολή της οποίας είναι η γονιμοποίηση της βασίλισσας: ~ες και εργάτριες. 2. (μτφ.-μειωτ.) οκνηρός, αργόσχολος άνθρωπος που ζει σε βάρος των άλλων. Πβ. ακαμάτης, παράσιτο, τεμπέλης. [< αρχ. κηφήν]
24573ΚΘΒΕ(το): Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.
24574κιβλ. και
24575κι ανσύνδ. 1. εισάγει παραχωρητικές προτάσεις· και στην περίπτωση που: Πες το, ακόμα ~ ~ είναι λάθος! Πβ. και να. 2. με εναντιωματική σημασία: ~ ~ έκλαψα, ~ ~ παρακάλεσα, κατάφερα τίποτα; ● βλ. αν
24576κιαλάρωκια-λά-ρω ρ. (μτβ.) {κιαλάρ-ισα} (λαϊκό): βλέπω κάποιον ή κάτι με προσοχή και το(ν) συγκρατώ στη μνήμη μου: Έχω ~ει ένα καινούργιο κινητό (= σταμπάρει· πβ. εντοπίζω).|| Τους ~ισε την ώρα που έφευγαν. Πβ. παρακολουθώ, παρατηρώ, φερμάρω.
24577κιάλιακιά-λια ουσ. (ουδ.) {σπάν. στον εν. κιάλι}: οπτικό όργανο αποτελούμενο από δύο μικρές διόπτρες ενωμένες παράλληλα μεταξύ τους για την (ευκολότερη) παρατήρηση αντικειμένων που βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση: ένα ζευγάρι ~. ~ θεάτρου/νυκτός/τσέπης. ~ με κερματοδέκτη (: σε αξιοθέατα). Ρυθμίζω τα ~ (: την ευκρίνεια των φακών). ● ΦΡ.: (ούτε) με (τα) κιάλια/το κιάλι & ούτε με (το) μικροσκόπιο: για κάτι σπάνιο, δυσεύρετο ή δύσκολο, ανέφικτο: Δεν βλέπει άσπρη μέρα ούτε ~ ~. [< μεσν. οκκιάλια 'ματογυάλια' < ιταλ. occhiali, εν. occhiale παλαιότ. ορθογρ. κυάλια]
24578κιαροσκούρο[κιαροσκοῦρο] κια-ρο-σκού-ρο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τρόπος ζωγραφικής που βασίζεται στην αξιοποίηση της αντίθεσης φωτός και σκιάς για την απόδοση όγκου στα εικονιζόμενα αντικείμενα, φωτοσκίαση. [< ιταλ. chiaroscuro]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.