| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24579 | κιβδηλεία | κι-βδη-λεί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κιβδηλία: ΝΟΜ. παραχάραξη νομισμάτων· γενικότ. πλαστογράφηση: προστασία του ευρώ από την ~.|| ~ έργων τέχνης/μνημείων. Βλ. πλαστότητα. ΣΥΝ. νόθευση [< αρχ. κιβδηλ(ε)ία] | |
| 24580 | κίβδηλος | , η, ο κί-βδη-λος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) ΑΝΤ. ακίβδηλος, αυθεντικός, γνήσιος 1. κάλπικος, πλαστός: ~α: κέρματα. Πβ. νοθευμένος, παραχαραγμένος. 2. (μτφ.) υποκριτικός, ανειλικρινής: ~ος: πατριωτισμός. ~ο: ενδιαφέρον. ~ες: υποσχέσεις (= απατηλές, δόλιες). ~α και ανυπόστατα επιχειρήματα. ΣΥΝ. ψεύτικος (2) ΑΝΤ. αληθινός (4) ● ΣΥΜΠΛ.: κίβδηλο νόμισμα βλ. νόμισμα [< αρχ. κίβδηλος] | |
| 24581 | κίβι | κί-βι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΡΝΙΘ. μικρό νυκτόβιο πτηνό που δεν πετά (γένος Apteryx), έχει πλούσιο καφέ-γκρι τρίχωμα, μακρύ λεπτό λευκό ράμφος, ζει αποκλειστικά στη Νέα Ζηλανδία και αποτελεί το εθνικό της σύμβολο. ΣΥΝ. κίουι (2) [< αγγλ. kiwi] | |
| 24582 | κιβούρι | κι-βού-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.) : φέρετρο· κατ' επέκτ. τάφος. [< μεσν. κιβούρι(ν)] | |
| 24583 | κιβώριο | κι-βώ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. θολωτό στέγαστρο το οποίο στηρίζεται σε τέσσερις λεπτούς κίονες και επιστεγάζει την Αγία Τράπεζα ή τάφους αγίων. ΣΥΝ. κουβούκλιο (2) [< μτγν. κιβώριον] | |
| 24584 | κιβωτάμαξα | κι-βω-τά-μα-ξα ουσ. (θηλ.): μεταλλική κατασκευή (σε φορτηγά, απορριμματοφόρα) σε σχήμα κιβωτίου για τη μεταφορά φορτίου: ανατρεπόμενη ~. Πβ. καρότσα. Βλ. υπερκατασκευή. | |
| 24585 | κιβώτιο | κι-βώ-τι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ορθογώνιο ή τετράγωνο κουτί που κλείνει συνήθ. στο επάνω μέρος και χρησιμοποιείται κυρ. για συσκευασία και μεταφορά ή φύλαξη εμπορευμάτων: μεταλλικό/ξύλινο/πλαστικό/σφραγισμένο/χάρτινο (= χαρτο~) ~. Βιομηχανικά/ταχυδρομικά ~α. ~ τροφίμων/φρούτων (βλ. καφάσι, τελάρο). ~ με εργαλεία (πβ. θήκη). (Ένα) ~ αναψυκτικά/μπίρες (πβ. κάσα, κασέλα, κασόνι). Βλ. γραμματο~, χρηματο~. ● Υποκ.: κιβωτιάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: κιβώτιο (ταχυτήτων): ΜΗΧΑΝΟΛ. σύμπλεγμα οδοντωτών τροχών (γραναζιών), το οποίο προσαρμόζει τη ροπή και τις στροφές του κινητήρα ενός οχήματος στις ανάγκες της κίνησης, λειτουργεί δηλ. ως μηχανισμός για την αλλαγή των ταχυτήτων: (ημι)αυτόματο ή ηλεκτρονικό/μηχανικό ή χειροκίνητο ~ ~. Σειριακό ~ ~ (: στο οποίο ο λεβιές κινείται μόνο εμπρός-πίσω και όχι και αριστερά-δεξιά). ~ πέντε σχέσεων/ταχυτήτων. Εξάρι ~ ~. Λιπαντικό ~ου ~ (= βαλβολίνη). Αλλαγή/(κοντή/μακριά) κλιμάκωση (του) ~ου ~. Βλ. κρεμαγιέρα. ΣΥΝ. σασμάν [< γαλλ. boîte (de vitesses)] [< αρχ. κιβώτιον] | |
| 24586 | κιβωτιόσχημος | , η, ο κι-βω-τι-ό-σχη-μος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που μοιάζει στο σχήμα με κιβώτιο: ~η: θήκη/λάρνακα. ~οι και θολωτοί τάφοι. | |
| 24587 | κιβωτοειδής | , ής, ές κι-βω-το-ει-δής επίθ.: που έχει το σχήμα κιβωτίου: ~ής: οχετός/σκελετός/σωλήνας. ~ής: βάση. Βλ. -ειδής. | |
| 24588 | κιβωτοποιία | κι-βω-το-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανική παραγωγή κιβωτίων· συνεκδ. η αντίστοιχη εργοστασιακή μονάδα. Βλ. -ποιία.[< γαλλ. caisserie] | |
| 24589 | κιβωτός | κι-βω-τός ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) κάθε μέσο διαφύλαξης και διάσωσης κυρ. πνευματικών αξιών: ~ εθνικών παραδόσεων. Η βιβλιοθήκη μας αποτελεί ~ό γνώσεων. 2. (σπάν.-επίσ.) μεγάλο κιβώτιο όπου φυλάσσονται συνήθ. ιερά κειμήλια. ● ΣΥΜΠΛ.: Κιβωτός της Διαθήκης/του Μαρτυρίου/του Θεού (ΠΔ): ΘΕΟΛ. ξύλινο κιβώτιο των Εβραίων που περιείχε τις δύο πλάκες του Μωυσή, τη στάμνα με το μάννα και τη ράβδο του Ααρών., Κιβωτός του Νώε (ΠΔ): ΘΕΟΛ. ξύλινη, πλωτή, κλειστή κατασκευή που έφτιαξε ο Νώε κατόπιν εντολής του Θεού, μέσω της οποίας σώθηκαν από τον Κατακλυσμό ο ίδιος, η οικογένειά του και ένα ζεύγος από κάθε ζωικό είδος. [< 1: αρχ. κιβωτός] | |
| 24590 | κιγκαλερία | κι-γκα-λε-ρί-α ουσ. (θηλ.) (περιληπτ.): σύνολο μεταλλικών (μικρο)αντικειμένων, (μικρο)εξαρτημάτων ή εργαλείων κυρ. οικοδομικής, οικιακής ή κηπευτικής χρήσης (π.χ. κουρτινόβεργες, λουκέτα, μεντεσέδες, μπετούγιες, πόμολα): βιομηχανική ~. Είδη ~ας. [< γαλλ. quincaillerie] | |
| 24591 | κιγκλίδωμα | κι-γκλί-δω-μα ουσ. (ουδ.) {κιγκλιδώμ-ατος | -ατα, συνήθ. στον πληθ.}: κατασκευή συνήθ. από κάγκελα με την οποία περιφράσσεται ή χωρίζεται ένας χώρος σε επιμέρους τμήματα· (στον πληθ.) τα στοιχεία που αποτελούν την αντίστοιχη κατασκευή: μεταλλικό/ξύλινο ~. Σιδερένιο ~ (πβ. σιδεριά). Το ~ του μπαλκονιού/της σκάλας/του πλοίου (= κουπαστή· πβ. χειραγωγός). Παράθυρο/περίφραξη με ~.|| Προστατευτικά ~ατα. Τα διαχωριστικά ~ατα του δρόμου. Βλ. διάζωμα, στηθαίο. [< αρχ. κιγκλίς, γαλλ. grillage] | |
| 24592 | κιγχόνη | κιγ-χό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. κίνα. [< λατ. cinchona] | |
| 24593 | κιθάρα | κι-θά-ρα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. μουσικό όργανο με έξι συνήθ. χορδές, μακρύ βραχίονα με κλειδιά στην κεφαλή του για το κούρδισμα των χορδών και πλατύ σκάφος με σχήμα όπως ο αριθμός οκτώ· ειδικότ. η κλασική κιθάρα: μελωδική/ρυθμική ~. Το μπράτσο/η πένα/το σώμα της ~ας. Σόλο ~. Ρεσιτάλ/σολίστ ~ας. Με τη συνοδεία ~ας. Έργα για ~. Ξέρει να γρατζουνάει την ~ (: έχει λίγες γνώσεις ~ας). Στην ~ ο ... (: σε συναυλίες, κατά την παρουσίαση των μελών της ορχήστρας). ● Υποκ.: κιθαρίτσα & κιθαρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστική κιθάρα: που χρησιμοποιεί μόνο ακουστικές μεθόδους για την παραγωγή ήχου: ~ές και ηλεκτροακουστικές κιθάρες. [< αγγλ. acoustic guitar, 1958], ηλεκτρική κιθάρα: που έχει συμπαγές σώμα, μεταλλικές χορδές και ο ήχος της ενισχύεται με ηλεκτρικά μέσα. [< αμερικ. electric guitar, 1938] [< αρχ. κιθάρα ‘λύρα’, ιταλ. chitarra] | |
| 24594 | κιθαριά | κι-θα-ριά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & κιθαρισμός (ο) (προφ.): το παίξιμο της κιθάρας και ο παραγόμενος ήχος. Βλ. ροκιά. [< μτγν. κιθαρισμός ‘η τέχνη να παίζει κανείς τη λύρα’] | |
| 24595 | κιθαρίστας & κιθαριστής | κι-θα-ρί-στας ουσ. (αρσ.) , κιθαρίστρια (η) & (σπάν.) κιθαρίστα (η): μουσικός που παίζει κιθάρα: κλασικός/ροκ/τζαζ ~. Ο ~ του γκρουπ/του συγκροτήματος. Βλ. -ίστας, ντράμερ. [< αρχ. κιθαριστής, κιθαρίστρια ‘που παίζει τη λύρα’, γαλλ. guitariste, ιταλ. citarista] | |
| 24596 | κιθαριστικός | , ή, ό κι-θα-ρι-στι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με την κιθάρα ή τον κιθαρίστα: ~ός: εξοπλισμός/ήχος. ~ή: τέχνη/τζαζ/μαεστρία/μουσική. ~ό: σόλο/σύνολο/φεστιβάλ. ~ές: διασκευές/μελωδίες. ~ά: ριφ/τραγούδια. | |
| 24597 | κιθαρωδός | κι-θα-ρω-δός ουσ. (αρσ.): (κυρ. στην αρχαιότητα) πρόσωπο που παίζει κιθάρα και συγχρόνως τραγουδά: ~οί και αοιδοί/αυλητές/ραψωδοί. [< αρχ. κιθαρῳδός ‘αυτός που τραγουδά με συνοδεία λύρας’] | |
| 24598 | κικ μπόξινγκ | κικ μπό-ξινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κικ μποξ: ΑΘΛ. είδος πυγμαχίας που περιλαμβάνει στοιχεία από το καράτε και στο οποίο οι αντίπαλοι καταφέρουν γροθιές και κλοτσιές. Βλ. μποξ, πολεμικές τέχνες. [< αμερικ. kick boxing, 1971, γαλλ. ~, 1993] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ