Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25340-25360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24599κικιρίκουκι-κι-ρί-κου επιφών. {άκλ.} & κουκουρίκου & κοκορίκου: το λάλημα του κόκορα. Βλ. γαβ, κουάξ κουάξ, νιάου. [< λ. ηχομιμητ.]
24600κιλίμικι-λί-μι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. κιλίμ-ια}: λεπτό υφαντό χαλί: μάλλινο/πολύχρωμο ~. ~ια της Ανατολής/με σχέδια. Βλ. βελέντζα, κουρελού, φλοκάτη. [< τουρκ. kilim]
24601Κιλκισιώτης, ΚιλκισιώτισσαΚιλ-κι-σιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Κιλκίς.
24602κιλκισιώτικος, η, ο κιλ-κι-σιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με το Κιλκίς ή/και τους Κιλκισιώτες.
24603κιλλίβανταςκιλ-λί-βα-ντας ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. τροχοφόρο όχημα το οποίο στηρίζει ή μεταφέρει πυροβόλο όπλο: ~ μυδραλιοβόλων.|| (για επίσημα πρόσωπα) Η σορός/το φέρετρο μεταφέρθηκε πάνω σε ~α. [< αρχ. κιλλίβας ‘τρίποδας’, γαλλ. afffût]
24604κιλόκι-λό ουσ. (ουδ.) {κιλ-ού}: ΜΕΤΡΟΛ. η βασική μονάδα μέτρησης μάζας στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων που υποδιαιρείται σε χίλια γραμμάρια· συνεκδ. βάρος: δύο ~ά μήλα/πατάτες. Ένα ~ ψωμί (βλ. καρβέλι, φραντζόλα). Ένα τέταρτο του ~ού/μισό ~ (= μισόκιλο) σοκολατάκια. Γλυκά/τιμή ~ού. Κουτί/πακέτο/συσκευασίες του ενός ~ού. Ζυγίζω/είμαι εξήντα ~ά. Θέλω να αδυνατίσω/να χάσω δέκα ~ά.|| Απαλλάχθηκε από τα επιπλέον/παραπανίσια/περιττά ~ά. Διατηρείται/ήρθε/κρατιέται/παραμένει στα ~ά του (: στο κανονικό, συνηθισμένο βάρος του).|| (ΑΘΛ., στην άρση βαρών) Σήκωσε συνολικά ... ~ά. ● Υποκ.: κιλάκι (το) ● ΦΡ.: βρίσκω (κάποιον) στα κιλά μου (προφ.): κάνω σχέση ή τα βάζω με κάποιον που είναι στο ίδιο επίπεδο με εμένα., δεν είναι για τα κιλά/κυβικά μου (προφ.): ξεπερνά τα όρια των δυνατοτήτων μου. Βλ. άραξε στα κυβικά σου!, κατηγορία ... κιλών/στα ... κιλά: ΑΘΛ. (στην άρση βαρών, την πάλη, την πυγμαχία) για αθλητές με ίδιο περ. σωματικό βάρος: ελληνορωμαϊκή ανδρών: κατηγορία εξήντα κιλών. Πολύ καλή εμφάνιση πραγματοποίησε στα πενήντα πέντε ~ της ελευθέρας πάλης., με το κιλό 1. (μτφ.) για κάτι που βρίσκεται σε μεγάλες ποσότητες, αλλά συνήθ. είναι χαμηλής ποιότητας: (Πάρτε) παπούτσια/ρούχα ~ ~ (: με τον σωρό). Πβ. αβέρτα, με τη σέσουλα. 2. (παλαιότ.) (για τιμή) ανάλογα με το βάρος του εμπορεύματος: Αγοράζω/πουλώ ~ ~. ΑΝΤ. με το κομμάτι, τα έχει/πήρε τα κιλάκια του/της (προφ., συχνά ευφημ.): είναι παχουλός, παχύς. Βλ. εύσωμος., βάζω/παίρνω κιλά/βάρος βλ. παίρνω [< γαλλ. kilo (< συντομ. kilogramme)]
24605κιλο-: ΜΕΤΡΟΛ. α' συνθετικό μονάδων μέτρησης που δηλώνει το πολλαπλάσιο κατά χίλια: ~βάτ/~μπάιτ/~χέρτζ. Πβ. χιλιο-. Βλ. μεγα-, μιλι-.
24606κιλοβάτκι-λο-βάτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ. (σύμβ. kW) μονάδα μέτρησης της ισχύος του ηλεκτρικού ρεύματος που είναι ίση με χίλια βατ. Βλ. κιλοβατώρα. [< γαλλ. kilowatt]
24607κιλοβατώρακι-λο-βα-τώ-ρα ουσ. (θηλ.) (σύμβ. kWh): ΦΥΣ. ποσό ενέργειας που παράγει μηχανή ισχύος ενός κιλοβάτ σε μία ώρα: ~ ηλεκτρισμού. Η τιμή της ~ας. Χρέωση κιλοβατωρών (αδόκ. κιλοβατώρων). Καταναλώνει ... ~ες την ημέρα/τον μήνα/τον χρόνο. [< γαλλ. kilowattheure, αγγλ. kilowatt-hour]
24608κιλομπάιτκι-λο-μπά-ιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (σύμβ. kB): ΠΛΗΡΟΦ. μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας μνήμης ίση με 1.024 μπάιτ. Βλ. γιγα-, μεγα-μπάιτ. [< αγγλ. kilobyte, 1970]
24610κιλότακι-λό-τα ουσ. (θηλ.) 1. γυναικείο εσώρουχο που φοριέται από τα πόδια και καλύπτει την περιοχή των γεννητικών οργάνων και τους γλουτούς. Βλ. βρακί, σλιπ. 2. (παλαιότ.) παντελόνι φαρδύ στο πάνω μέρος του και εφαρμοστό στο κάτω: ~ ιππασίας. ● Υποκ.: κιλοτάκι (το): στη σημ. 1. [< γαλλ. culotte]
24611κιλότοκι-λό-το ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. κομμάτι κρέατος καλής ποιότητας από τη λεκάνη συνήθ. μοσχαριού: κιμάς από ~. Βλ. μπούτι, νουά, σπάλα, φιλέτο. [< γαλλ. culotte]
24612κιλοχέρτζκι-λο-χέρτζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ. (σύμβ. kHz) μονάδα μέτρησης της συχνότητας, ίση με χίλια χερτζ. Βλ. γιγα-, μεγα-χέρτζ. ΣΥΝ. χιλιόκυκλος [< αγγλ. kilohertz, 1929, γαλλ. ~, 1958]
24613κιλτουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: παραδοσιακή, ανδρική σκωτσέζικη φούστα από τάρταν, που φτάνει περ. μέχρι το γόνατο. [< αγγλ. kilt]
24614κιμάςκι-μάς ουσ. (αρσ.) {κιμάδες}: ΜΑΓΕΙΡ. κρέας που έχει αλεστεί σε ειδική μηχανή: άπαχος/αρνίσιος/κατεψυγμένος/μοσχαρίσιος/φρέσκος/χοιρινός ~. Μισό κιλό ~. ~ ρολό. Γεμιστά/κανελόνια/μακαρόνια/μπουρεκάκια/πίτα με ~ά. Μηχανή του ~ά (= κρεατομηχανή).|| ~ από σόγια. || (σε συνταγές:) Ζυμώνουμε/πλάθουμε/τσιγαρίζουμε τον ~ά. ● ΦΡ.: κάνω κάποιον κιμά (λαϊκό) ΣΥΝ. κάνω κάποιον με τα κρεμμυδάκια 1. τον δέρνω άγρια: (απειλητ.) Θα σε κάνω ~. 2. τον κατατροπώνω. [< τουρκ. kιyma]
24615κιμιλιάκι-μι-λιά ουσ. (θηλ.): ΕΔΑΦ. -ΟΙΚΟΔ. μαλακός βράχος, που χρησιμοποιείται και ως δομικό υλικό. Βλ. άμμος.
24616κιμονόκι-μο-νό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: παραδοσιακή μακριά γιαπωνέζικη ρόμπα με φαρδιά μανίκια, η οποία συγκρατείται από μία μεγάλη ζώνη· κατ' επέκτ. σύγχρονο γυναικείο ένδυμα με παρόμοιο σχέδιο: γκέισες/χορεύτριες με ~.|| Μανίκια ~ (βλ. ζαπονέ). [< γαλλ.-αγγλ. kimono < ιαπων. ~ < ki ‘φορώ’ + mono ‘πράγμα’]
24617κιμπάρηςκι-μπά-ρης ουσ. (αρσ.) {θηλ. κιμπάρισσα} (λαϊκό): άνθρωπος γενναιόδωρος, ευθύς, αξιοπρεπής και με φιλότιμο. Πβ. ανοιχτοχέρης, χουβαρντάς. Βλ. ντόμπρος. [< τουρκ. kibar]
24618κιμπαριλίκικι-μπα-ρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) & κιμπαρλίκι (λαϊκό): συμπεριφορά που χαρακτηρίζει τον κιμπάρη. Πβ. αρχοντιά, γενναιοδωρία, ντομπροσύνη. Βλ. -ιλίκι. [< τουρκ. kibarlιk]
24619κίμπορντκί-μπορντ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ΜΟΥΣ. κάθε ηλεκτρονικό μουσικό όργανο με πλήκτρα. Βλ. αρμόνιο, συνθεσάιζερ. 2. ΠΛΗΡΟΦ. (σπάν.) πληκτρολόγιο. [< αμερικ. keyboard]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.