| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24620 | κιμπορντίστας | κι-μπορ-ντί-στας ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. μουσικός που παίζει κίμπορντ: ~ του γκρουπ/συγκροτήματος. Βλ. -ίστας. ΣΥΝ. πληκτράς [< αμερικ. keyboardist, 1973] | |
| 24621 | κιμπούτς | κι-μπούτς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κιμπούτζ: κολεκτιβιστική, συνήθ. αγροτική, κοινότητα στο Ισραήλ. Βλ. κολχόζ. [< αγγλ. kibbutz, 1926, γαλλ. kibboutz, περ. 1950] | |
| 24622 | κιμωλία | κι-μω-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. μικρό, κυλινδρικό κομμάτι από ασβεστόλιθο, που συνήθ. χρησιμοποιείται για γράψιμο σε πίνακα σχολικής αίθουσας: λευκές/χρωματιστές ~ες. Σπόγγος/σφουγγάρι και ~. Σκόνη ~ας. 2. ΟΡΥΚΤ. κρητίδα. [< αρχ. Κιμωλία (γῆ), ως ουσ. ‘χώμα της Κιμώλου’] | |
| 24623 | κίνα | κί-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος φυτών της Νοτίου Αμερικής (επιστ. ονομασ. Cinchona) που περιλαμβάνει μεγάλους θάμνους και δέντρα των οποίων ο φλοιός χρησιμοποιείται για την παραγωγή κινίνου και άλλων φαρμάκων: τα αλκαλοειδή της ~ας. ΣΥΝ. κιγχόνη [< αγγλ. quina] | |
| 24624 | κίναιδος | κί-ναι-δος ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): παθητικός ομοφυλόφιλος & (γενικότ.) ομοφυλόφιλος. Πβ. αδελφή, γκέι, πούστης. [< αρχ. κίναιδος] | |
| 24625 | κιναισθησία | κι-ναι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. αίσθηση με την οποία γίνεται αντιληπτή η θέση του σώματος και των μελών του, καθώς και η κίνηση των μυών, των τενόντων και των αρθρώσεων: βελτίωση της ~ας (στα κάτω άκρα). Αναπτύσσω/καλλιεργώ την ~ (με τη μουσική). Βλ. βιοκινητική, εργοφυσιολογία. [< γαλλ. kinesthésie, περ. 1900, αγγλ. kinesthesia] | |
| 24626 | κιναισθητικός | , ή, ό κι-ναι-σθη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με την κιναισθησία: ~ή: αντίληψη/ικανότητα/νοημοσύνη. ~ό: τμήμα (του εγκεφάλου). ~ές: δυσκολίες. ~ά ερεθίσματα. Ακουστικός, οπτικός και ~ τύπος μαθητή. [< γαλλ. kinesthésique, 1931, αγγλ. kinesthetic, 1953] | |
| 24627 | κινάση | κι-νά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. είδος ενζύμου που δρα ως καταλύτης για τη φωσφορυλίωση μορίων ή πρωτεϊνών, τροποποιώντας έτσι τη λειτουργία τους: η ~ της κρεατίνης/της τυροσίνης. Πβ. φωσφατάση. [< γαλλ.kinase, 1902, αγγλ. ~, 1947] | |
| 24628 | κινγκ σάιζ | κινγκ σά-ιζ επίθ. {άκλ.}: (για εμπορικό προϊόν) που είναι το μεγαλύτερο στο είδος του: κρεβάτι ~. Βλ. λαρτζ. [< αγγλ. king-size, 1909] | |
| 24629 | κινδυνεύω | κιν-δυ-νεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κινδύνευ-σα κ. κινδύνε-ψα, κινδυνεύ-σω κ. κινδυνέ-ψω, κινδυνεύ-οντας} 1. βρίσκομαι, μπαίνω σε κίνδυνο: ~ψε σοβαρά η ζωή/υγεία του (= κόντεψε να πεθάνει). ~ψαν περιουσίες/σπίτια από την πυρκαγιά. 2. (+ να/με) αντιμετωπίζω ενδεχόμενη απειλή: ~σε να μείνει ανάπηρη/να πάει φυλακή. Δεν ~εις (καθόλου/με τίποτα) να χάσεις τη δουλειά σου. ~οντας να γίνω κουραστικός, θα επιμείνω. Η ομάδα ~ει με αποκλεισμό. Είδος που ~ει με εξαφάνιση. Βλ. δια~, ριψο~. [< αρχ. κινδυνεύω] | |
| 24630 | κινδυνολογία | κιν-δυ-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): λόγος περί ανύπαρκτων κινδύνων ή μεγαλοποίηση υπαρκτών, με σκοπό συνήθ. την πρόκληση φόβου: αβάσιμη/ακατάσχετη/σκόπιμη ~. Επιδίδεται σε ~ες. Πβ. καταστροφολογία. Βλ. φημολογία. [< γαλλ. alarmisme, 1956] | |
| 24631 | κινδυνολογικός | , ή, ό κιν-δυ-νο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κινδυνολογία: ~ή: εκστρατεία. ~ές: δηλώσεις. ~ά: άρθρα. | |
| 23263 | κινδυνολογικος | , ή, ό κασ-σαν-δρι-κός επίθ.: δυσοίωνος, καταστροφολογικός, κινδυνολογικός: ~ές: εκτιμήσεις/προβλέψεις/προφητείες. Πβ. απαισιόδοξος. [< αγγλ. Cassandrian] | |
| 24632 | κινδυνολόγος | κιν-δυ-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που κινδυνολογεί. Πβ. Κασσάνδρα, καταστροφολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. alarmiste] | |
| 24633 | κινδυνολογώ | [κινδυνολογῶ] κιν-δυ-νο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {κινδυνολογ-είς ..., -ώντας | κινδυνολόγ-ησε, -ήσει}: διαδίδω κινδυνολογίες: Δελτία ειδήσεων που έσπευσαν να ~ήσουν για χάρη της τηλεθέασης. Πβ. καταστροφολογώ. Βλ. -λογώ. | |
| 24634 | κίνδυνος | κίν-δυ-νος ουσ. (αρσ.) {κινδύν-ου | -ων, -ους} 1. καθετί που μπορεί να διαταράξει, να απειλήσει τη ζωή, την υγεία, την ασφάλεια, την περιουσία, την ακεραιότητα προσώπου ή να προκαλέσει φθορές, καταστροφές και η αντίστοιχη κατάσταση: θανάσιμος/κοινωνικός/περιβαλλοντικός/υπαρκτός ~. Βιομηχανικοί/θαλάσσιοι/φυσικοί ~οι. Ελλοχεύει/καραδοκεί/παραμονεύει/πέρασε ο ~. Λήψη μέτρων για την αποτροπή/την αποφυγή/την πρόληψη του ~ου. Σε περίπτωση ~ου. ~οι από το κάπνισμα/τη ραδιενέργεια/τη ρύπανση. Προστασία από τους ~ους. Αψηφά/διέφυγε/ξεπέρασε τον ~ο. Νόσημα που αποτελεί ~ο για τη δημόσια υγεία. Σταθμίζω τους ~ους. Επεσήμαναν τους ~ους από τη χρήση ναρκωτικών.|| Η ζωή (κάποιου)/το πλοίο/η χώρα βρίσκεται σε ~ο. Μπήκε σε ~ο (= κινδύνεψε). Βάζουν/θέτουν σε ~ο το περιβάλλον. Νοσηλεύεται εκτός ~ου. (σε επιγραφές, ως προειδοποίηση) Προσοχή, ~! Πβ. απειλή. 2. πιθανότητα να συμβεί κάτι δυσάρεστο ή κακό: ~ απόρριψης/αποτυχίας/ατυχημάτων/εμπλοκής/εξαφάνισης/ηλεκτροπληξίας/θανάτου/μόλυνσης/μπλακ άουτ/πολέμου/πυρκαγιάς/τραυματισμού/φυσικών καταστροφών. (Άμεσος/πιθανός) ~ για αποκλεισμό. Δεν υπάρχει ~ να μεταδοθεί η ασθένεια. Ορατός είναι ο ~ να ... Η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών μειώνει τον ~ο καρδιαγγειακών παθήσεων.|| (προφ.) Δεν υπάρχει τέτοιος ~!|| (ως έκφρ. ευγενείας προτού ειπωθεί κάτι δυσάρεστο) Με ~ο να φανώ/χαρακτηριστώ αγενής ... 3. ΟΙΚΟΝ. (ειδικότ.) το ενδεχόμενο απωλειών σε επενδύσεις και γενικότ. χρηματοοικονομικές συναλλαγές: επιτοκιακός/λειτουργικός/συναλλαγματικός/τραπεζικός ~. ~ θέσης/μετοχών και χαρτοφυλακίων. Αποτίμηση/δείκτης/διασπορά/έλεγχος/εξισορρόπηση/μείωση ~ου. Απόδοση χωρίς ~ο. (Μη) ασφαλιστικοί/εμπορικοί ~οι. ~οι από μεταβολές των τιμών της αγοράς. Κατανομή/ταξινόμηση ~ων. 4. διακινδύνευση, ρίσκο: με προσωπικό ~ο. Αγωνίστηκε με ~ο της ζωής του. Πβ. διακύβευση. ● ΣΥΜΠΛ.: αξιολόγηση κινδύνου & εκτίμηση κινδύνου: ποσοτική και ποιοτική αξιολόγηση, ώστε να προσδιοριστούν οι επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου ή/και στο περιβάλλον, από μια δράση ή από την παρουσία και χρήση ουσίας: ~ ~ και στρατηγικές προφύλαξης. ~ ~ σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις., δημόσιος κίνδυνος: καθετί που αποτελεί απειλή για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο: Ένας μεθυσμένος οδηγός είναι ~ ~., επαγγελματικοί κίνδυνοι: που προκύπτουν από την άσκηση ενός επαγγέλματος. Βλ. επαγγελματική ασθένεια, εργατικό ατύχημα., ηθικός κίνδυνος: ΝΟΜ. το ενδεχόμενο οικονομικής ζημίας που αντιμετωπίζει ασφαλιστική εταιρεία και το οποίο προέρχεται από την αβεβαιότητα για την εντιμότητα του ασφαλιζομένου: φυσικός και ~ ~. [< αγγλ. moral hazard] , κίνδυνος-θάνατος: για θανατηφόρο κίνδυνο: ~ ~ το αλκοόλ/το οδικό δίκτυο. ~ ~ για τους οδηγούς/τους πεζούς.|| (σε επιγραφή) Προσοχή! ~ ~ ! (: προειδοποίηση για τον κίνδυνο ηλεκτροπληξίας)., παράγοντας κινδύνου: στοιχείο που οδηγεί σε δύσκολη κατάσταση, κυρ.για θέματα υγείας: ισχυρός/σημαντικός/σοβαρός ~ ~. Βασικοί/κύριοι ~ες ~. Ένας απρόσμενος/νέος ~ ~ για άνοια. [< αγγλ. risk factor, 1949] , σήμα κινδύνου 1. που εκπέμπεται ως έκκληση βοήθειας: Το αεροσκάφος έστειλε ~ ~ στον πύργο ελέγχου. Ακουστικά/ηχητικά/οπτικά/φωτιστικά ~ατα ~. Πβ. ΣΟΣ. 2. (μτφ.) κάθε είδους προειδοποίηση για επικείμενη απειλή: ~ ~ για το νερό/για το περιβάλλον εκπέμπουν οι οικολογικές οργανώσεις. ~ ~ λόγω αύξησης της ανεργίας. [< αγγλ. distress signal] , υψηλού/χαμηλού κινδύνου 1. ο βαθμός απειλής (μικρός ή μεγάλος) για κάποιον ή κάτι: ασθενείς/ζώνη/κατηγορία/περιοχές ~ ~. Υψηλού ~ κύηση (= επαπειλούμενη). 2. που μπορεί να βλάψει περισσότερο ή λιγότερο σοβαρά: παράγοντες υψηλού ~ για την υγεία (π.χ. γενετική προδιάθεση, κάπνισμα, παχυσαρκία). Χαμηλού ~ επεμβάσεις. 3. μεγάλου/μικρού ρίσκου: επενδύσεις/μετοχές ~ ~. Αγορά υψηλού ~. [< αγγλ. high/low risk] , ανάληψη κινδύνου/ρίσκου βλ. ανάληψη, ανάλυση κινδύνου/κινδύνων βλ. ανάλυση, αποστροφή κινδύνου βλ. αποστροφή1, διαχείριση κινδύνου/κινδύνων βλ. διαχείριση, έξοδος κινδύνου βλ. έξοδος, επιχειρηματικός κίνδυνος βλ. επιχειρηματικός, κίνδυνος ρευστότητας βλ. ρευστότητα, ομάδες υψηλού κινδύνου βλ. ομάδα, πιστωτικός κίνδυνος βλ. πιστωτικός, φώτα έκτακτης/επείγουσας ανάγκης βλ. φως ● ΦΡ.: κατά παντός κινδύνου (λόγ.): ΝΟΜ. έναντι όλων των πιθανών ζημιών που μπορεί να προκληθούν από διάφορες αιτίες: ασφάλεια/ασφάλιση/κάλυψη/συμβόλαιο ~ ~., κάτι εγκυμονεί/κρύβει κινδύνους: εμπεριέχει, ενέχει κινδύνους: Ενημέρωση του κοινού για τους κινδύνους που εγκυμονούν τα γενετικά μεταλλαγμένα προϊόντα. Η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ ~ ~. Βλ. επιφυλάσσω., φέρει τον κίνδυνο: ΝΟΜ. έχει την ευθύνη, υφίσταται τη ζημία σε περίπτωση αρνητικής εξέλιξης: Ο εργολάβος ~ ~ του έργου. Ο ανάδοχος ~ ~ για κάθε είδους φθορά ή απώλεια., διατρέχω κίνδυνο/τον κίνδυνο να ... βλ. διατρέχω, εκθέτω σε κίνδυνο βλ. εκθέτω, κρούω τον κώδωνα (του κινδύνου) βλ. κώδων, φλερτάρει με τον θάνατο/τον κίνδυνο βλ. φλερτάρω [< αρχ. κίνδυνος, αγγλ. danger, risk, γαλλ. danger, risque] | |
| 24635 | κινδυνώδης | , ης, ες κιν-δυ-νώ-δης επίθ. {κινδυνώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που επιφυλάσσει κινδύνους: ~ες: εγχείρημα. Κατάσταση (εξαιρετικά) ~ης για τα συμφέροντα της εταιρείας. Βλ. επισφαλής, παράτολμος, -ώδης. ΣΥΝ. επικίνδυνος ΑΝΤ. ακίνδυνος [< αρχ. κινδυνώδης] | |
| 24636 | κινεζικός | , ή, ό κι-νε-ζι-κός επίθ. & (προφ.) κινέζικος, η, ο: που σχετίζεται με την Κίνα ή/και τους Κινέζους: η ~ή Επανάσταση του 1949. Πβ. σινικός.|| ~α: προϊόντα. ● Ουσ.: Κινέζικα (τα) 1. & (επίσ.) Κινεζική (η): η κινεζική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. 2. {χωρ. άρθ.} (μτφ.) δυσνόητα, ακαταλαβίστικα (συνήθ. λόγια): Μου φαίνονται/φαντάζουν ~ όσα μου λες (: δεν τα καταλαβαίνω)! Πβ. αλαμπουρνέζικα, κορακίστικα., κινέζικο (το): ενν. εστιατόριο ή φαγητό: Θα πάμε σε ~.|| Παραγγέλνω/τρώω ~. [< γαλλ. chinois] | |
| 24637 | Κινέζος, Κινέζα | Κι-νέ-ζος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Κίνα ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την κινεζική υπηκοότητα. ● ΦΡ.: κάνει τον Κινέζο & το παίζει Κινέζος (προφ.): προσποιείται τον ανήξερο, κάνει πως δεν ξέρει ή δεν καταλαβαίνει: Έκαναν τον ~ο/τους ~ους στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Πβ. σφυρίζω αδιάφορα/κλέφτικα. ΣΥΝ. κάνει την πάπια/το κορόιδο, ποιεί τη(ν) νήσσα(ν) | |
| 24638 | κίνημα | κί-νη-μα ουσ. (ουδ.) {κινήμ-ατος | -ατα} 1. οργανωμένο σύνολο ατόμων που δραστηριοποιούνται για την επίτευξη ενός κοινού στόχου και κατ' επέκτ. η συνολική τους δράση, η ιδεολογία τους: ακροδεξιό/αναρχικό/αντιπολεμικό/αντιστασιακό/απελευθερωτικό/αριστερό/εθνικιστικό/επαναστατικό/θρησκευτικό/καλλιτεχνικό/κοινωνικό/λαϊκό/μαζικό/οικολογικό/πολιτικό/φοιτητικό ~. ~ αλληλεγγύης/δημοκρατίας/διαμαρτυρίας/ειρήνης. ~ διανοουμένων/πολιτών. Το ~ του εθελοντισμού. Οι αγώνες/η διάδοση/η εμφάνιση/η ήττα/η ιστορία/τα μέλη/η νίκη ενός ~ατος. ~ για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Δυναμώνει το ~ ενάντια στη ... ~ατα νεολαίας. Βλ. αντι~.|| (ειδικότ. για τον πολιτισμό και τις τέχνες) Το ~ του μοντερνισμού/του ρομαντισμού/του υπερρεαλισμού. Πβ. ρεύμα. ΣΥΝ. κίνηση (6) 2. (ειδικότ.) πραξικόπημα: ένοπλο ~ (= στάση). ~ των στρατιωτικών. ● ΣΥΜΠΛ.: γυναικείο/φεμινιστικό κίνημα: οργανωμένη δράση για τη διεκδίκηση, κατοχύρωση και προώθηση των δικαιωμάτων της γυναίκας (συνήθ. επαγγελματικών, κοινωνικών και πολιτικών) με στόχο τη διασφάλιση της ισότητας των δύο φύλων: αυτόνομο/ριζοσπαστικό ~ ~. Απελευθέρωση/χειραφέτηση της γυναίκας και ~ ~. Βλ. σουφραζέτα., εργατικό κίνημα: το σύνολο των αγώνων και διεκδικήσεων των εργαζομένων για καλύτερες συνθήκες εργασίας: το ~ ~ στην Ελλάδα. [< αρχ. κίνημα, γαλλ. mouvement] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ