| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 6856 | ακαίραιος | , α, ο [ἄρτιος] άρ-τι-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): ακέραιος, πλήρης, ολοκληρωμένος· κατ' επέκτ. τέλειος: ~ος: εξοπλισμός. ~α: εξυπηρέτηση/οργάνωση. ~ο: αποτέλεσμα/οικόπεδο (βλ. οικοδομήσιμος). Υπερσύγχρονες και ~ες εγκαταστάσεις.|| Παραγωγή ~ων προϊόντων υψηλής αξίας. Πβ. άψογος, υποδειγματικός. ● επίρρ.: άρτια ● ΣΥΜΠΛ.: άρτιος (αριθμός): ΜΑΘ. ζυγός. ΑΝΤ. περιττός (2) ● ΦΡ.: στο άρτιο: στο ακέραιο: Οι δανειστές θα αποπληρωθούν ~ ~ (= πλήρως). Έκανε ~ ~ το καθήκον του (= στον ύψιστο βαθμό). [< αρχ. ἄρτιος] | |
| 1552 | ακακία | [ἀκακία] α-κα-κί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος δέντρων ή θάμνων (γένος Acacia) με αγκαθωτά κλαδιά, πλούσιο φύλλωμα και μικρά σφαιρικά λευκά ή κίτρινα άνθη, που καλλιεργούνται συνήθ. ως καλλωπιστικά: ~ (η) Κωνσταντινουπόλεως. Κόµµι/μασίφ ξύλο/μέλι ~ας. Βλ. γαζία, μιμόζα, ψευδ~. [< αρχ. ἀκακία, γαλλ.-αγγλ. acacia] | |
| 1553 | άκακος | , η, ο [ἄκακος] ά-κα-κος επίθ. 1. που δεν έχει κακία, πονηρία ή που δεν προκαλεί κακό, δεν βλάπτει: ~ος: άνθρωπος. ~ο: πλάσμα. Αθώα και ~α παιδιά (= αγαθά, άδολα, απονήρευτα). ~ σαν αρνί. Έχει μια ~η, παιδική καρδιά. ΑΝΤ. δόλιος, κακός, πονηρός.|| ~ο: ζώο/φίδι (= ακίνδυνο). ~α: βακτήρια (= αβλαβή). ΑΝΤ. επιβλαβής. 2. που δεν γίνεται ή δεν λέγεται με κακία: ~η: συμπεριφορά. ~ο: αστείο/πείραγμα/χιούμορ. ● επίρρ.: άκακα [< αρχ. ἄκακος] | |
| 1554 | ακαλαισθησία | [ἀκαλαισθησία] α-κα-λαι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ακαλαίσθητου: προχειρότητα/τσαπατσουλιά και ~ (πβ. κιτς, κιτσαρία). ΣΥΝ. κακογουστιά ΑΝΤ. καλαισθησία (1) | |
| 1555 | ακαλαίσθητος | , η, ο [ἀκαλαίσθητος] α-κα-λαί-σθη-τος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από έλλειψη καλού γούστου ή συνήθ. που έχει φτιαχτεί με κακογουστιά: ~ος: άνθρωπος. ~η: γλώσσα/διακόσμηση/εμφάνιση. ~ο: κείμενο/κτίριο/ντύσιμο/περιβάλλον/ύφος. ~η πλατεία, χωρίς πράσινο. ΣΥΝ. αντιαισθητικός, κακόγουστος, κιτς ΑΝΤ. καλαίσθητος, φιλόκαλος ● επίρρ.: ακαλαίσθητα [< γαλλ. sans goût] | |
| 1556 | ακάλεστος | , η, ο [ἀκάλεστος] α-κά-λε-στος επίθ.: που δεν τον έχουν καλέσει: ~ος: επισκέπτης. Πήγε ~ στο(ν) γάμο/πάρτι/τραπέζι. Ήρθε στην παρέα ~. Πβ. αυτόκλητος.|| (σπάν.-μτφ.) ~η σκέψη ήρθε στο μυαλό. ΣΥΝ. απρόσκλητος ΑΝΤ. καλεσμένος [< μεσν. ακάλεστος] | |
| 1557 | ακαλλιέργητος | , η, ο [ἀκαλλιέργητος] α-καλ-λι-έρ-γη-τος επίθ. 1. (για έκταση γης) που δεν έχει καλλιεργηθεί: ~ος: αγρός. ~η: πλαγιά. ~ο: περιβόλι/χωράφι. Άγονο και ~ο έδαφος. Πβ. αδούλευτος, χέρσος. ΑΝΤ. καλλιεργημένος (1) 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη παιδείας: ~ος: χαρακτήρας. ~ο: κοινό. ~α: στρώματα του πληθυσμού. Αγράμματος και ~ (πβ. αγροίκος, άξεστος). Πβ. απολίτιστος, χωριάτης. ΣΥΝ. αμόρφωτος, απαίδευτος (1) ΑΝΤ. καλλιεργημένος (2), μορφωμένος 3. (μτφ.) που δεν έχει αναπτυχθεί με συνεχή και συστηματική άσκηση: ~η: γλώσσα/φωνή. ~ο: ταλέντο. ΣΥΝ. ακατέργαστος (2) [< 1: μεσν. ακαλλιέργητος 2,3: γαλλ. non cultivé, inculte] | |
| 1558 | ακαλλώπιστος | , η, ο [ἀκαλλώπιστος] α-καλ-λώ-πι-στος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει καλλωπιστεί, δεν έχει περιττά στολίδια: (συνήθ. μτφ.) ~ος: λόγος (= λιτός, απέριττος). ~ο: ύφος (= ανεπιτήδευτο). ΣΥΝ. αστόλιστος (1) ● επίρρ.: ακαλλώπιστα [< μτγν. ἀκαλλώπιστος] | |
| 1559 | ακάλυπτος | , η, ο [ἀκάλυπτος] α-κά-λυ-πτος επίθ. 1. που δεν έχει σκεπαστεί: ~η: λακκούβα/τρύπα. ~ο: καλώδιο/πηγάδι. Βλ. ανοιχτός, ασκέπαστος.|| ~ος: ώμος. ~η: κοιλιά/πλάτη. ~ο: κεφάλι (: χωρίς καπέλο, μαντίλι)/πρόσωπο (χωρίς μάσκα, φερετζέ). ~α: πόδια. Ρούχα που αφήνουν ~ο το σώμα. Πβ. γυμνός, ξεσκέπαστος, ξέσκεπος.|| ~α: μάτια. ΑΝΤ. δεμένα, καλυμμένα.|| ~η: πλαγιά (: χωρίς βλάστηση). ~ο: σημείο (= άδειο).|| (μτφ.) ~η: θέση (= κενή). ~α: κενά (: που δεν έχουν καλυφθεί με προσλήψεις). Κανένα θέμα δεν έμεινε ~ο (: χωρίς να γίνει αναφορά σε αυτό). 2. (μτφ.) που μένει εκτεθειμένος, χωρίς προστασία ή υποστήριξη: (ΑΘΛ.) ~η: άμυνα. (ΣΤΡΑΤ.) Το πεζικό/το στράτευμα έμεινε ~ο. Ο στρατός άφησε ~α τα νώτα του. Είμαι/έμεινα εργασιακά/νομικά/πολιτικά/συναισθηματικά ~. Η διοίκηση της εταιρείας τον άφησε ~ο (απέναντι) στις αιτιάσεις (: κανείς δεν τον υπερασπίστηκε). Βλ. αδειάζω. ΣΥΝ. ανυπεράσπιστος, απροστάτευτος 3. ΟΙΚΟΝ. που δεν έχει πληρωθεί, δεν έχει χρηματικό αντίκρισμα: ~ος: λογαριασμός (: με χρεωστικό υπόλοιπο, πβ. ανοιχτός, απλήρωτος). ~η: συναλλαγματική. ~ο: δάνειο. Βλ. πλαστός. ● ΣΥΜΠΛ.: ακάλυπτη επιταγή 1. ΟΙΚΟΝ. που δεν μπορεί να εισπραχθεί, γιατί δεν υπάρχει το ανάλογο χρηματικό ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό του εκδότη της: μήνυση για ~ ~. 2. (μτφ.) οτιδήποτε δεν έχει πρακτικό αντίκρισμα: Ό, τι υποσχέθηκαν προεκλογικά αποδείχθηκε ~ ~. Πβ. λόγια του αέρα., ακάλυπτος (χώρος): ελεύθερος, μη οικοδομήσιμος χώρος, συνήθ. μεταξύ οικοδομών: υποχρεωτικός ~ ~. Τα παράθυρα βλέπουν στον ~ο. [< 1: αρχ. ἀκάλυπτος 2,3: αγγλ. uncovered, γαλλ. à découvert] | |
| 1560 | ακαμάτης, ακαμάτρα | [ἀκαμάτης] α-κα-μά-της επίθ./ουσ. {ακαμάτηδες} & ακαμάτισσα (λαϊκό): τεμπέλης: Πες σ΄ αυτόν τον ~η να τσακιστεί να βοηθήσει! Πβ. ανεπρόκοπος, αργόσχολος, αχαΐρευτος, φυγόπονος.|| (ως επίθ.) ~ης: εργάτης. ~τρα: νοικοκυρά. ΣΥΝ. κηφήνας (2), οκνηρός ● ΦΡ.: με το νου πλουταίνει η κόρη, με τον ύπνο η ακαμάτρα βλ. πλουταίνω [< μεσν. ακαμάτης] | |
| 1561 | ακάματος | , η, ο [ἀκάματος] α-κά-μα-τος επίθ. (λόγ.) 1. (για πρόσ.) που δεν κουράζεται, δεν καταπονείται: ~ος: αθλητής/ερευνητής (πβ. χαλκέντερος). ~ εργάτης των γραμμάτων/της τέχνης. ~ υπηρέτης του θεάτρου. ~, θαλερός και ακμαίος συνέχιζε την πορεία του. ΣΥΝ. ακαταπόνητος (1), ακούραστος, άοκνος 2. (για ποικίλες δραστηριότητες) που δεν ανακόπτεται από κάποιο εμπόδιο, δεν σταματά: ~ος: αγώνας/δυναμισμός/ενθουσιασμός/ζήλος. ~η: εργατικότητα/φροντίδα. ~ο: ενδιαφέρον. ΣΥΝ. αδιάκοπος, συνεχής (1) ● επίρρ.: ακάματα [< αρχ. ἀκάματος] | |
| 1562 | άκαμπτος | , η, ο [ἄκαμπτος] ά-κα-μπτος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν μεταβάλλεται ή δεν προσαρμόζεται σε νέα δεδομένα, που αντιστέκεται, δεν κλονίζεται, δεν καταβάλλεται, δεν υποχωρεί: (για πρόσωπα, συναισθήματα) ~ος: δικαστής/δογματισμός/χαρακτήρας. ~η: επιμονή/θέληση/πολιτική/στάση. ~ο: ηθικό/φρόνημα. ~ες: αρχές/πεποιθήσεις. Είναι/εμφανίζεται/παραμένει ~ στις αποφάσεις/στις απόψεις/στις διεκδικήσεις/στις επιλογές του. Στάθηκε ~ στις θέσεις/στην ιδεολογία του. Πβ. αδάμαστος, αδιάλλακτος, αμετακίνητος, ανένδοτος, ανυποχώρητος, άτεγκτος. ΑΝΤ. υποχωρητικός.|| (για θεσμούς) ~ος: κανόνας/νόμος. ~η: νομοθεσία. ~ο: διπλωματικό πρωτόκολλο (= αυστηρό)/πρόγραμμα (= μη ευέλικτο)/σύστημα. ~ο και απαραβίαστο θεσμικό πλαίσιο. 2. που δεν κάμπτεται ή δεν μπορεί να καμφθεί, να λυγίσει: (για υλικά, αντικείμενα) ~ος: σωλήνας. ~ο: μέταλλο. Πβ. αλύγιστος, σκληρός.|| (για το σώμα) ~ος: αυχένας/μυς. ~ες: αρθρώσεις. ~α: δάχτυλα. Πβ. δύσκαμπτος. ΑΝΤ. εύκαμπτος (1), ευλύγιστος (1) ● επίρρ.: άκαμπτα [< 1: γαλλ. inflexible 2: αρχ. ἄκαμπτος] | |
| 1563 | ακαμψία | [ἀκαμψία] α-καμ-ψί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) εμμονή σε μία κατάσταση, αδυναμία προσαρμογής σε νέα δεδομένα: δογματική/ιδεολογική/συναισθηματική ~ (= αδιαλλαξία). ~ αντιλήψεων/της κυβέρνησης/χαρακτήρα. ~ του νόμου (= αυστηρότητα). ~ στις διαπραγματεύσεις/στην πολιτική/στη συμπεριφορά. ΑΝΤ. υποχωρητικότητα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ των επιτοκίων/του πληθωρισμού/του χρηματοπιστωτικού συστήματος. ~ες στην αγορά εργασίας. ΑΝΤ. ελαστικότητα, ευελιξία. 2. ΙΑΤΡ. δυσκολία ή αδυναμία κάμψης του σώματος ή μελών του: μυϊκή/νεκρική ~. ~ των άκρων/του αυχένα. Κόπωση/μυϊκό άλγος λόγω ~ας. Πβ. αγκύλωση. ΑΝΤ. ευκαμψία, ευλυγισία 3. (γενικότ.) έλλειψη ελαστικότητας: ~ δοκού/κατασκευής/μετάλλου. Πβ. δυσκαμψία.|| (ΦΥΣ., η αντίσταση που προβάλλει ένα στερεό υλικό σε οποιαδήποτε δύναμη παραμόρφωσης του ασκείται) Στρεπτική/στροφική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ακαμψία τιμής βλ. τιμή [< 1,2: γαλλ. inflexibilité, rigidité 3: αρχ. ἀκαμψία] | |
| 1564 | ακανές | [ἀκανές] α-κα-νές ουσ. (αρσ.) : ΖΑΧΑΡ. παραδοσιακό γλύκισμα των Σερρών, είδος λουκουμιού με φρέσκο βούτυρο και αμύγδαλο. Βλ. -ές. | |
| 1565 | άκανθα | [ἄκανθα] ά-καν-θα ουσ. (θηλ.) {άκανθ-ες, ακανθ-ών} (λόγ.) 1. αγκάθι· γενικότ. κάθε σκληρή βελονοειδής απόφυση ή προεξοχή σε φυτό ή ζώο: στέφανος εξ ~ών (: το ακάνθινο στεφάνι του Ιησού).|| (ΖΩΟΛ.) ~ εντόμου/φιδιού (: η σπονδυλική του στήλη)/ψαριού (πβ. ψαροκόκαλο). 2. ΑΝΑΤ. ακανθώδης απόφυση ή προεξοχή: ισχιακή/οστική/ραχιαία/ρινική ~. ~ πτέρνας/σπονδύλου. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. άκανθος. [< 1: αρχ. ἄκανθα 2: μτγν. ~] | |
| 1566 | ακάνθινος | , η, ο [ἀκάνθινος] α-κάν-θι-νος επίθ. (λόγ.): αγκαθωτός, ακανθώδης: ~ο: σύρμα (του φράχτη).|| (μτφ.) ~ο: θέμα. ΣΥΝ. αγκάθινος ● ΣΥΜΠΛ.: ακάνθινο/αγκάθινο στεφάνι & (λόγ.) ακάνθινος στέφανος: στεφάνι από αγκάθια, που φόρεσαν στον Χριστό κατά τη σταύρωσή του· κατ' επέκτ. οτιδήποτε προκαλεί πόνο, βάσανα: το ~ ~ του Εσταυρωμένου/του μαρτυρίου.|| Το ~ ~ των ξεριζωμένων. [< αρχ. ἀκάνθινος] | |
| 1567 | ακανθοκυτταρικός | , ή, ό [ἀκανθοκυτταρικός] α-καν-θο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα: ΙΑΤΡ. μορφή καρκίνου κυρ. του δέρματος που οφείλεται κυρ. στη μακροχρόνια έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία: ~ ~ στο πρόσωπο. [< αγγλ. squamous cell carcinoma, 1907] | |
| 1568 | άκανθος | [ἄκανθος] ά-καν-θος ουσ. (θηλ.) {ακάνθ-ου} 1. ΒΟΤ. {κ. αρσ.} ποώδες καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Acanthus mollis) με μεγάλα φύλλα που φέρουν πολλές και βαθιές τομές: ~ η απαλή. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. γλυπτό διακοσμητικό στοιχείο του κορινθιακού κιονόκρανου, παρόμοιο με το ομώνυμο φυτό: φύλλα ~ου. ΣΥΝ. άκανθα (3) [< μτγν. ἄκανθος, γαλλ. acanthe, αγγλ. acanthus] | |
| 1569 | ακανθόχοιρος | [ἀκανθόχοιρος] α-καν-θό-χοι-ρος ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λόγ.): ΖΩΟΛ. σκαντζόχοιρος. [< μτγν. ἀκανθόχοιρος] | |
| 1570 | ακανθώδης | , ης, ες [ἀκανθώδης] α-καν-θώ-δης επίθ. {ακανθώδ-ους | -εις (ουδ. -η) -ών} (λόγ.) 1. (κυρ. για φυτό) που έχει αγκάθια: ~ης: θάμνος/κάκτος.|| ~ες: μονοπάτι. Το φραγκόσυκο είναι ~ες φρούτο. Πβ. αγκαθωτός. Βλ. -ώδης. 2. (μτφ.) που παρουσιάζει δυσκολίες, εμπόδια, που είναι δύσκολο να ξεπεραστεί, να επιλυθεί: ~ης: δρόμος (& κυριολ.). ~ης: υπόθεση. ~ες: ερώτημα/ζήτημα/θέμα/πρόβλημα/σημείο. ΣΥΝ. δυσχερής, περίπλοκος ● ΣΥΜΠΛ.: ακανθώδης απόφυση: ΙΑΤΡ. προεξοχή στο πίσω μέρος σπονδύλου: ~ ~ της σπονδυλικής στήλης. [< γαλλ. apophyse épineu se] [< 1: αρχ. ἀκανθώδης 2: γαλλ. épineux] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ