Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2520-2540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1557ακαλλιέργητος, η, ο [ἀκαλλιέργητος] α-καλ-λι-έρ-γη-τος επίθ. 1. (για έκταση γης) που δεν έχει καλλιεργηθεί: ~ος: αγρός. ~η: πλαγιά. ~ο: περιβόλι/χωράφι. Άγονο και ~ο έδαφος. Πβ. αδούλευτος, χέρσος. ΑΝΤ. καλλιεργημένος (1) 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη παιδείας: ~ος: χαρακτήρας. ~ο: κοινό. ~α: στρώματα του πληθυσμού. Αγράμματος και ~ (πβ. αγροίκος, άξεστος). Πβ. απολίτιστος, χωριάτης. ΣΥΝ. αμόρφωτος, απαίδευτος (1) ΑΝΤ. καλλιεργημένος (2), μορφωμένος 3. (μτφ.) που δεν έχει αναπτυχθεί με συνεχή και συστηματική άσκηση: ~η: γλώσσα/φωνή. ~ο: ταλέντο. ΣΥΝ. ακατέργαστος (2) [< 1: μεσν. ακαλλιέργητος 2,3: γαλλ. non cultivé, inculte]
1558ακαλλώπιστος, η, ο [ἀκαλλώπιστος] α-καλ-λώ-πι-στος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει καλλωπιστεί, δεν έχει περιττά στολίδια: (συνήθ. μτφ.) ~ος: λόγος (= λιτός, απέριττος). ~ο: ύφος (= ανεπιτήδευτο). ΣΥΝ. αστόλιστος (1) ● επίρρ.: ακαλλώπιστα [< μτγν. ἀκαλλώπιστος]
1559ακάλυπτος, η, ο [ἀκάλυπτος] α-κά-λυ-πτος επίθ. 1. που δεν έχει σκεπαστεί: ~η: λακκούβα/τρύπα. ~ο: καλώδιο/πηγάδι. Βλ. ανοιχτός, ασκέπαστος.|| ~ος: ώμος. ~η: κοιλιά/πλάτη. ~ο: κεφάλι (: χωρίς καπέλο, μαντίλι)/πρόσωπο (χωρίς μάσκα, φερετζέ). ~α: πόδια. Ρούχα που αφήνουν ~ο το σώμα. Πβ. γυμνός, ξεσκέπαστος, ξέσκεπος.|| ~α: μάτια. ΑΝΤ. δεμένα, καλυμμένα.|| ~η: πλαγιά (: χωρίς βλάστηση). ~ο: σημείο (= άδειο).|| (μτφ.) ~η: θέση (= κενή). ~α: κενά (: που δεν έχουν καλυφθεί με προσλήψεις). Κανένα θέμα δεν έμεινε ~ο (: χωρίς να γίνει αναφορά σε αυτό). 2. (μτφ.) που μένει εκτεθειμένος, χωρίς προστασία ή υποστήριξη: (ΑΘΛ.) ~η: άμυνα. (ΣΤΡΑΤ.) Το πεζικό/το στράτευμα έμεινε ~ο. Ο στρατός άφησε ~α τα νώτα του. Είμαι/έμεινα εργασιακά/νομικά/πολιτικά/συναισθηματικά ~. Η διοίκηση της εταιρείας τον άφησε ~ο (απέναντι) στις αιτιάσεις (: κανείς δεν τον υπερασπίστηκε). Βλ. αδειάζω. ΣΥΝ. ανυπεράσπιστος, απροστάτευτος 3. ΟΙΚΟΝ. που δεν έχει πληρωθεί, δεν έχει χρηματικό αντίκρισμα: ~ος: λογαριασμός (: με χρεωστικό υπόλοιπο, πβ. ανοιχτός, απλήρωτος). ~η: συναλλαγματική. ~ο: δάνειο. Βλ. πλαστός. ● ΣΥΜΠΛ.: ακάλυπτη επιταγή 1. ΟΙΚΟΝ. που δεν μπορεί να εισπραχθεί, γιατί δεν υπάρχει το ανάλογο χρηματικό ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό του εκδότη της: μήνυση για ~ ~. 2. (μτφ.) οτιδήποτε δεν έχει πρακτικό αντίκρισμα: Ό, τι υποσχέθηκαν προεκλογικά αποδείχθηκε ~ ~. Πβ. λόγια του αέρα., ακάλυπτος (χώρος): ελεύθερος, μη οικοδομήσιμος χώρος, συνήθ. μεταξύ οικοδομών: υποχρεωτικός ~ ~. Τα παράθυρα βλέπουν στον ~ο. [< 1: αρχ. ἀκάλυπτος 2,3: αγγλ. uncovered, γαλλ. à découvert]
1560ακαμάτης, ακαμάτρα[ἀκαμάτης] α-κα-μά-της επίθ./ουσ. {ακαμάτηδες} & ακαμάτισσα (λαϊκό): τεμπέλης: Πες σ΄ αυτόν τον ~η να τσακιστεί να βοηθήσει! Πβ. ανεπρόκοπος, αργόσχολος, αχαΐρευτος, φυγόπονος.|| (ως επίθ.) ~ης: εργάτης. ~τρα: νοικοκυρά. ΣΥΝ. κηφήνας (2), οκνηρός ● ΦΡ.: με το νου πλουταίνει η κόρη, με τον ύπνο η ακαμάτρα βλ. πλουταίνω [< μεσν. ακαμάτης]
1561ακάματος, η, ο [ἀκάματος] α-κά-μα-τος επίθ. (λόγ.) 1. (για πρόσ.) που δεν κουράζεται, δεν καταπονείται: ~ος: αθλητής/ερευνητής (πβ. χαλκέντερος). ~ εργάτης των γραμμάτων/της τέχνης. ~ υπηρέτης του θεάτρου. ~, θαλερός και ακμαίος συνέχιζε την πορεία του. ΣΥΝ. ακαταπόνητος (1), ακούραστος, άοκνος 2. (για ποικίλες δραστηριότητες) που δεν ανακόπτεται από κάποιο εμπόδιο, δεν σταματά: ~ος: αγώνας/δυναμισμός/ενθουσιασμός/ζήλος. ~η: εργατικότητα/φροντίδα. ~ο: ενδιαφέρον. ΣΥΝ. αδιάκοπος, συνεχής (1) ● επίρρ.: ακάματα [< αρχ. ἀκάματος]
1562άκαμπτος, η, ο [ἄκαμπτος] ά-κα-μπτος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν μεταβάλλεται ή δεν προσαρμόζεται σε νέα δεδομένα, που αντιστέκεται, δεν κλονίζεται, δεν καταβάλλεται, δεν υποχωρεί: (για πρόσωπα, συναισθήματα) ~ος: δικαστής/δογματισμός/χαρακτήρας. ~η: επιμονή/θέληση/πολιτική/στάση. ~ο: ηθικό/φρόνημα. ~ες: αρχές/πεποιθήσεις. Είναι/εμφανίζεται/παραμένει ~ στις αποφάσεις/στις απόψεις/στις διεκδικήσεις/στις επιλογές του. Στάθηκε ~ στις θέσεις/στην ιδεολογία του. Πβ. αδάμαστος, αδιάλλακτος, αμετακίνητος, ανένδοτος, ανυποχώρητος, άτεγκτος. ΑΝΤ. υποχωρητικός.|| (για θεσμούς) ~ος: κανόνας/νόμος. ~η: νομοθεσία. ~ο: διπλωματικό πρωτόκολλο (= αυστηρό)/πρόγραμμα (= μη ευέλικτο)/σύστημα. ~ο και απαραβίαστο θεσμικό πλαίσιο. 2. που δεν κάμπτεται ή δεν μπορεί να καμφθεί, να λυγίσει: (για υλικά, αντικείμενα) ~ος: σωλήνας. ~ο: μέταλλο. Πβ. αλύγιστος, σκληρός.|| (για το σώμα) ~ος: αυχένας/μυς. ~ες: αρθρώσεις. ~α: δάχτυλα. Πβ. δύσκαμπτος. ΑΝΤ. εύκαμπτος (1), ευλύγιστος (1) ● επίρρ.: άκαμπτα [< 1: γαλλ. inflexible 2: αρχ. ἄκαμπτος]
1563ακαμψία[ἀκαμψία] α-καμ-ψί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) εμμονή σε μία κατάσταση, αδυναμία προσαρμογής σε νέα δεδομένα: δογματική/ιδεολογική/συναισθηματική ~ (= αδιαλλαξία). ~ αντιλήψεων/της κυβέρνησης/χαρακτήρα. ~ του νόμου (= αυστηρότητα). ~ στις διαπραγματεύσεις/στην πολιτική/στη συμπεριφορά. ΑΝΤ. υποχωρητικότητα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ των επιτοκίων/του πληθωρισμού/του χρηματοπιστωτικού συστήματος. ~ες στην αγορά εργασίας. ΑΝΤ. ελαστικότητα, ευελιξία. 2. ΙΑΤΡ. δυσκολία ή αδυναμία κάμψης του σώματος ή μελών του: μυϊκή/νεκρική ~. ~ των άκρων/του αυχένα. Κόπωση/μυϊκό άλγος λόγω ~ας. Πβ. αγκύλωση. ΑΝΤ. ευκαμψία, ευλυγισία 3. (γενικότ.) έλλειψη ελαστικότητας: ~ δοκού/κατασκευής/μετάλλου. Πβ. δυσκαμψία.|| (ΦΥΣ., η αντίσταση που προβάλλει ένα στερεό υλικό σε οποιαδήποτε δύναμη παραμόρφωσης του ασκείται) Στρεπτική/στροφική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ακαμψία τιμής βλ. τιμή [< 1,2: γαλλ. inflexibilité, rigidité 3: αρχ. ἀκαμψία]
1564ακανές[ἀκανές] α-κα-νές ουσ. (αρσ.) : ΖΑΧΑΡ. παραδοσιακό γλύκισμα των Σερρών, είδος λουκουμιού με φρέσκο βούτυρο και αμύγδαλο. Βλ. -ές.
1565άκανθα[ἄκανθα] ά-καν-θα ουσ. (θηλ.) {άκανθ-ες, ακανθ-ών} (λόγ.) 1. αγκάθι· γενικότ. κάθε σκληρή βελονοειδής απόφυση ή προεξοχή σε φυτό ή ζώο: στέφανος εξ ~ών (: το ακάνθινο στεφάνι του Ιησού).|| (ΖΩΟΛ.) ~ εντόμου/φιδιού (: η σπονδυλική του στήλη)/ψαριού (πβ. ψαροκόκαλο). 2. ΑΝΑΤ. ακανθώδης απόφυση ή προεξοχή: ισχιακή/οστική/ραχιαία/ρινική ~. ~ πτέρνας/σπονδύλου. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. άκανθος. [< 1: αρχ. ἄκανθα 2: μτγν. ~]
1566ακάνθινος, η, ο [ἀκάνθινος] α-κάν-θι-νος επίθ. (λόγ.): αγκαθωτός, ακανθώδης: ~ο: σύρμα (του φράχτη).|| (μτφ.) ~ο: θέμα. ΣΥΝ. αγκάθινος ● ΣΥΜΠΛ.: ακάνθινο/αγκάθινο στεφάνι & (λόγ.) ακάνθινος στέφανος: στεφάνι από αγκάθια, που φόρεσαν στον Χριστό κατά τη σταύρωσή του· κατ' επέκτ. οτιδήποτε προκαλεί πόνο, βάσανα: το ~ ~ του Εσταυρωμένου/του μαρτυρίου.|| Το ~ ~ των ξεριζωμένων. [< αρχ. ἀκάνθινος]
1567ακανθοκυτταρικός, ή, ό [ἀκανθοκυτταρικός] α-καν-θο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα: ΙΑΤΡ. μορφή καρκίνου κυρ. του δέρματος που οφείλεται κυρ. στη μακροχρόνια έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία: ~ ~ στο πρόσωπο. [< αγγλ. squamous cell carcinoma, 1907]
1568άκανθος[ἄκανθος] ά-καν-θος ουσ. (θηλ.) {ακάνθ-ου} 1. ΒΟΤ. {κ. αρσ.} ποώδες καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Acanthus mollis) με μεγάλα φύλλα που φέρουν πολλές και βαθιές τομές: ~ η απαλή. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. γλυπτό διακοσμητικό στοιχείο του κορινθιακού κιονόκρανου, παρόμοιο με το ομώνυμο φυτό: φύλλα ~ου. ΣΥΝ. άκανθα (3) [< μτγν. ἄκανθος, γαλλ. acanthe, αγγλ. acanthus]
1569ακανθόχοιρος[ἀκανθόχοιρος] α-καν-θό-χοι-ρος ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λόγ.): ΖΩΟΛ. σκαντζόχοιρος. [< μτγν. ἀκανθόχοιρος]
1570ακανθώδης, ης, ες [ἀκανθώδης] α-καν-θώ-δης επίθ. {ακανθώδ-ους | -εις (ουδ. -η) -ών} (λόγ.) 1. (κυρ. για φυτό) που έχει αγκάθια: ~ης: θάμνος/κάκτος.|| ~ες: μονοπάτι. Το φραγκόσυκο είναι ~ες φρούτο. Πβ. αγκαθωτός. Βλ. -ώδης. 2. (μτφ.) που παρουσιάζει δυσκολίες, εμπόδια, που είναι δύσκολο να ξεπεραστεί, να επιλυθεί: ~ης: δρόμος (& κυριολ.). ~ης: υπόθεση. ~ες: ερώτημα/ζήτημα/θέμα/πρόβλημα/σημείο. ΣΥΝ. δυσχερής, περίπλοκος ● ΣΥΜΠΛ.: ακανθώδης απόφυση: ΙΑΤΡ. προεξοχή στο πίσω μέρος σπονδύλου: ~ ~ της σπονδυλικής στήλης. [< γαλλ. apophyse épineu se] [< 1: αρχ. ἀκανθώδης 2: γαλλ. épineux]
1572άκαπνος, η, ο [ἄκαπνος] ά-κα-πνος επίθ. 1. που δεν καπνίζει ή δεν έχει καπνίσει· γενικότ. που δεν εισπνέει ή δεν έχει καπνό: Είναι ~ και χωρίς καφέ.|| ~ο: περιβάλλον. Το δικαίωμα για ~ο αέρα σε χώρους εργασίας. 2. που δεν αναδίδει καπνό ή καίγεται χωρίς να βγάζει καπνό: ~η: ψησταριά. ~ο: τζάκι. || ~ο: καύσιμο/φιτίλι. 3. (μτφ.-μειωτ.) που δεν έχει λάβει μέρος σε αγώνα και γενικότ. δεν έχει δοκιμαστεί σε κάτι: ~ος και φυγόστρατος. ~οι από πόλεμο. Οι ~οι της εξέγερσης/της επανάστασης. (ΑΝΤ. μπαρουτοκαπνισμένος). Πβ. απειροπόλεμος, απόλεμος. ΑΝΤ. εμπειροπόλεμος.|| Νέος και ~ πολιτικός. Πβ. άπειρος. 4. (μτφ.) που δεν καταφέρνει να πετύχει τον στόχο του, που δεν έχει πρακτικό αποτέλεσμα: ~ος: σκόρερ (= άσφαιρος). ~η: θεωρία. [< 2: αρχ. ἄκαπνος]
1573άκαρδος, η, ο [ἄκαρδος] ά-καρ-δος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από σκληρότητα, έλλειψη συμπόνιας, άσπλαχνος: ~ος: άνθρωπος/κόσμος. ~η: κοινωνία/συμπεριφορά/τιμωρία. ~ο: πλάσμα. Φέρεται με ~ο τρόπο. Είναι σκληροί και ~οι. Βλ. -καρδος. ΣΥΝ. ανάλγητος, άπονος, σκληρόκαρδος ΑΝΤ. καλόκαρδος, πονόψυχος, συμπονετικός, φιλεύσπλαχνος ● επίρρ.: άκαρδα [< μεσν. άκαρδος]
1574ακάρεα[ἀκάρεα] α-κά-ρε-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. άκαρ-ι, ακάρ-εως}: ΖΩΟΛ. ομάδα μικροσκοπικών αραχνοειδών ζωυφίων (π.χ. σκόρος, τσιμπούρι) που ζουν κυρ. παρασιτικά, συχνά ως φορείς ασθενειών: αλλεργιογόνα/σαπροφυτικά/φυτοφάγα ~. ~ δέντρων/σκόνης/σκουριάς. ~ στην επιφάνεια του δέρματος/στο υπνοδωμάτιο. Το ~ι προσβάλλει τις καλλιέργειες. [< αρχ. ἀκαρί ‘είδος σκουληκιού’, νεολατ. acarus, γαλλ. acariens]
1575ακαρεοκτόνος, ος, ο [ἀκαρεοκτόνος] α-κα-ρε-ο-κτό-νος επίθ. (λόγ.): που εξουδετερώνει τα ακάρεα: ~ος: δράση. ~ο: φάρμακο. Το θειάφι έχει ~ες ιδιότητες. Βλ. -κτόνος. ● Ουσ.: ακαρεοκτόνο (το): χημικό παρασκεύασμα για την εξουδετέρωση των ακάρεων: μη τοξικά ~α. Ψεκάζω με ~. ~ για γεωργική χρήση/για χαλιά και μοκέτες. Βλ. -κτόνο. [< αγγλ. acaricide] [< αγγλ. acaricidal, 1946, γαλλ. acaricide, περ. 1970]
1576ακαριαίος, α, ο [ἀκαριαῖος] α-κα-ρι-αί-ος επίθ. (λόγ.): που συντελείται ή γίνεται σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, άμεσος: ~ος: έρωτας (= κεραυνοβόλος)/θάνατος (πβ. αιφνίδιος, ξαφνικός)/πυροβολισμός. ~α: αλλαγή/δράση/έκρηξη/επέμβαση/κινητοποίηση/μεταβολή. ~ο: πλήγμα/φιτίλι (: που προκαλεί άμεση έκρηξη). Βλ. -ιαίος. ΣΥΝ. αστραπιαίος, στιγμιαίος (1) ● επίρρ.: ακαριαία & (σπάν.-λόγ.) ακαριαίως: Σκοτώθηκε ~. [< αρχ. ἀκαριαῖος]
1577ακαρίαση[ἀκαρίαση] α-κα-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μολυσματική νόσος που προκαλείται από ακάρεα: τραχειακή ~. ~ αμπελιών/μελισσών. Πβ. ψώρα. Βλ. -ίαση. [< γαλλ. acariose, αγγλ. acariasis]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.