Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25380-25400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24639κινηματίαςκι-νη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που οργανώνει ή συμμετέχει σε κίνημα με στόχο την παράνομη ανατροπή του πολιτικού καθεστώτος: ~ες που κατέλυσαν το πολίτευμα και ανέλαβαν την εξουσία. Πβ. πραξικοπηματίας. Βλ. επαναστάτης, στασιαστής, συνωμότης.|| (ως επίθ.) ~ στρατιωτικός.
24640κινηματικήκι-νη-μα-τι-κή ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Κ): ΦΥΣ. κλάδος της μηχανικής που έχει ως αντικείμενο τις κινήσεις των σωμάτων, ανεξάρτητα από τις δυνάμεις που τις προκαλούν: σχετικιστική ~. ~ μηχανών/ρευστών/στερεού σώματος/υλικού σημείου. Βλ. δυναμική. ΣΥΝ. κινητική [< γαλλ. cinématique]
24641κινηματικός, ή, ό κι-νη-μα-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κίνηση: (ΦΥΣ.) ~ός: μετασχηματισμός. ~ή: ανάλυση. ~ό: κύμα/φαινόμενο. ~ά: μεγέθη. Βλ. κινηματική, στατικός.|| ~ή γλώσσα (= η νοηματική). 2. που αναφέρεται σε κίνημα, κυρ. πολιτικό: ~ός: φορέας. ~ή: δράση. ~ές: οργανώσεις/στρατηγικές. Ριζοσπαστικές και ~ές διαδικασίες.
24642κινηματογράφησηκι-νη-μα-το-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΚΙΝΗΜ. η ενέργεια του κινηματογραφώ: υποβρύχια ~. ~ παράστασης (βλ. βιντεο-, μαγνητο-σκόπηση). Πβ. γύρισμα, τράβηγμα, φιλμάρισμα. Βλ. -γράφηση, εικονοληψία, μοντάζ.
24643κινηματογραφίακι-νη-μα-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΙΝΗΜ. η τέχνη και η τεχνική του κινηματογράφου, της δημιουργίας (και παραγωγής) κινηματογραφικών ταινιών: η ελληνική/ευρωπαϊκή/παγκόσμια ~. Μικρού μήκους ~ (βλ. ταινία). Εργαστήριο/Τμήμα ~ας. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. cinématographie, 1895, αγγλ. cinematography, 1896]
24644κινηματογραφικός, ή, ό κι-νη-μα-το-γρα-φι-κός επίθ.: 1. ΚΙΝΗΜ. που σχετίζεται με τον κινηματογράφο: ~ός: ηθοποιός/κριτικός/σκηνοθέτης (βλ. θεατρικός). ~ή: αίθουσα (= σινεμά)/βιομηχανία (βλ. σοουμπίζ)/βραδιά/λέσχη/πρεμιέρα. ~ό: αρχείο/αφιέρωμα/έργο/ζευγάρι/στούντιο/συνεργείο/φεστιβάλ/φιλμ. ~οί: αστέρες (= σταρ)/ήρωες. ~ές: ταινίες. ~ά: βραβεία (βλ. όσκαρ, χρυσός φοίνικας). Εικόνες αποτυπωμένες στον ~ό φακό. Πβ. φιλμογραφικός. Βλ. μουσ-, τηλεοπτ-ικός. 2. (μτφ.) για γρήγορη δράση με μεγάλη αγωνία, όπως σε ταινίες κινηματογράφου: ~ή: καταδίωξη/ληστεία. ● επίρρ.: κινηματογραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΦΡ.: με κινηματογραφική ταχύτητα: πάρα πολύ γρήγορα: Ο κόσμος αλλάζει ~ ~. Οι αναμνήσεις περνούσαν από μπροστά του ~ ~. Πβ. αστραπιαία. [< γαλλ. cinématographique, 1896, αγγλ. cinematographic]
24645κινηματογραφιστήςκι-νη-μα-το-γρα-φι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. κινηματογραφίστρια}: πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την κινηματογραφία και ειδικότ. κινηματογραφικός σκηνοθέτης: βραβευμένος/πρωτοπόρος ~. Νέοι και ανεξάρτητοι ~ές. Πβ. δημιουργός. Βλ. μικρομηκάς, σεναριο-, φωτο-γράφος. [< γαλλ. cinéaste, 1922]
24646κινηματογράφοςκι-νη-μα-το-γρά-φος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.-λαϊκό) κινηματόγραφος 1. ΚΙΝΗΜ. η τέχνη της δημιουργίας ταινιών που προβάλλονται σε μεγάλη οθόνη· ειδικότ. το σύνολό τους και η βιομηχανία παραγωγής τους: οι αστέρες (βλ. ντίβα)/η μαγεία/η Μέκκα (= το Χόλιγουντ)/οι φίλοι (= κινηματογραφόφιλοι) του ~ου. Βραβεία (βλ. όσκαρ, χρυσός φοίνικας)/βραδιά/κριτικός (= σινεκριτικός)/σκηνοθέτης/σχολή/φεστιβάλ ~ου. Τεχνικός ~ου και τηλεόρασης (βλ. εικονο-, ηχο-λήπτης, κάμεραμαν, μακιγιέρ, μοντέρ, μπούμαν). Μουσική (βλ. σάουντρακ)/σενάριο για τον ~ο. Μεταφορά βιβλίων στον ~ο (βλ. διασκευή).|| Αμερικανικός/ασπρόμαυρος/διεθνής/έγχρωμος/ελληνικός/εμπορικός/εναλλακτικός (βλ. αντεργκράουντ)/ευρωπαϊκός/καλτ/κλασικός/παιδικός/πειραματικός/ποιοτικός/σύγχρονος/ψηφιακός ~. Κάνει τα πρώτα του βήματα στον ~ο. Πβ. εκράν, πανί, σελιλόιντ. Βλ. βιομηχανία του θεάματος, Καλές Τέχνες, κινηματογραφία, κινούμενα σχέδια, μετείκασμα, νουβέλ βαγκ, -γράφος. ΣΥΝ. η έβδομη τέχνη, η μεγάλη οθόνη, σινεμά 2. κλειστός ή ανοιχτός χώρος μαζικής προβολής ταινιών· συνεκδ. οι θεατές: δημοτικός/θερινός/κεντρικός/συνοικιακός/υπαίθριος (βλ. ντράιβ-ιν) ~. Αίθουσες (βλ. πολυ~)/εξοπλισμός ~ου. ~οι Α'/Β' προβολής. Αλυσίδα/πρόγραμμα ~ων. Απόψε θα πάμε ~ο. Σε ποιους ~ους παίζεται/προβάλλεται η ταινία; Πβ. σκοτεινές αίθουσες. Βλ. φουαγιέ.|| Όλος ο ~ έσκασε στα γέλια. ● ΣΥΜΠΛ.: οικιακός κινηματογράφος: ΤΕΧΝΟΛ. οπτικοακουστικός ηλεκτρονικός εξοπλισμός (τηλεόραση, ηχεία, ντι βι ντι πλέιερ) που προβάλλει στο σπίτι ταινίες με ποιότητα εικόνας και ήχου ανάλογη με εκείνη των κινηματογραφικών προβολών: ψηφιακό σύστημα ~ού ~ου. ΣΥΝ. χομ σίνεμα [< αγγλ. home cinema, 1933, γαλλ. home cinéma, 1995] , βουβός/βωβός κινηματογράφος βλ. βουβός, ομιλών κινηματογράφος βλ. ομιλών ● ΦΡ.: κάνω σινεμά/κινηματογράφο βλ. σινεμά [< γαλλ. cinématographe, 1893, cinematograph, 1896]
24647κινηματογραφόφιλος, η, ο κι-νη-μα-το-γρα-φό-φι-λος επίθ./ουσ.: (για πρόσ.) που αγαπά τον κινηματογράφο: ~ο: κοινό. ~οι: θεατές.|| (ως ουσ.) Φανατικός ~. Βλ. -φιλος. ΣΥΝ. σινεφίλ
24648κινηματογραφώ[κινηματογραφῶ] κι-νη-μα-το-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {κινηματογραφ-είς ..., -ώντας | κινηματογράφ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καταγράφω σε κινηματογραφικό φιλμ: ~ησε την παράσταση (βλ. βιντεο-, μαγνητο-σκοπώ). ~ημένη: συναυλία. Πβ. γυρίζω, κάνω σινεμά, παίρνω, τραβώ, φιλμάρω. Βλ. φωτογραφίζω, -γραφώ. [< γαλλ. filmer, 1908]
24649κινηματοθέατροκι-νη-μα-το-θέ-α-τρο ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): χώρος θεατρικών παραστάσεων και κινηματογραφικών προβολών. [< ιταλ. cinemateatro, 1935]
24650κίνησηκί-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. μεταβολή της θέσης ενός σώματος σε σχέση με ένα σταθερό σημείο αναφοράς: ανοδική/επαναλαμβανόμενη/καθοδική/κυκλική/παλινδρομική/παλμική/σταθερή/ταχεία/φαινομενική ~. Η (αυτόνομη) ~ του ανθρώπου/των ζώων (βλ. βάδιση, κολύμβηση, πτήση). Η ~ του αεροπλάνου/της μπάλας/του πλοίου. Η (περιοδική) ~ του εκκρεμούς. Η (περιστροφική) ~ των ηλεκτρονίων γύρω από τον πυρήνα/των πλανητών. Σε αδιάκοπη/αέναη/αιώνια/συνεχή ~ (ΑΝΤ. ηρεμία). (ΤΕΧΝΟΛ.) Ανίχνευση/ανιχνευτής ~ης. Βλ. ανα~, ατμο~, αυτο~, ηλεκτρο~, μηχανο~, πετρελαιο~, τηλε~, υδρο~.|| (ΓΡΑΜΜ.) Ρήματα (δηλωτικά) ~ης/~ήσεως.|| (ΦΥΣ.) Αντίρροπη/αντίστροφη/επιβραδυνόμενη/επιταχυνόμενη/(ευθύγραμμη) ομαλή/μεταβαλλόμενη/μεταδιδόμενη/σχετική ~. Η διεύθυνση/οι νόμοι/η φορά της ~ης. Ελικοειδείς/σπειροειδείς ~ήσεις.|| (ΓΕΩΛ.) Εδαφικές/σεισμικές/τεκτονικές ~ήσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ σε πραγματικό χρόνο. Προσθήκη (εφέ) ~ης. Προσομοίωση ~ης. ΑΝΤ. ακινησία (1) 2. (ειδικότ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} μετατόπιση, αλλαγή θέσης μέλους ή μελών του σώματος: αέρινες/εκφραστικές/προκλητικές/ρυθμικές/χορευτικές (πβ. φιγούρα) ~ήσεις. Άνεση/συγχρονισμός ~ήσεων. Με αθόρυβες/απαλές/αργές/άτσαλες/ελαφρές/επιδέξιες/ζωηρές/ήρεμες/μαλακές/νευρικές/συγκρατημένες/συντονισμένες/φοβισμένες/χαριτωμένες ~ήσεις (ενν. των χεριών/ποδιών). Ετοιμάστηκε με απλές/αυτόματες/μηχανικές ~ήσεις. Συμφωνία με μια ~ του κεφαλιού (πβ. νεύμα). Άτομα με δυσκολία στην ~ (: που δυσκολεύονται να περπατήσουν). Έκανε μια αδέξια/απότομη/βίαιη/ξαφνική ~. Αισθάνθηκε μια ~ πίσω του (: κάποιον να κινείται). Πβ. κούνημα, σάλεμα.|| (για ακούσιες/αντανακλαστικές ~ήσεις) ~ήσεις του οφθαλμού. Καρδιακές/μυικές ~ήσεις (: συσπάσεις, τόνος). 3. μετακίνηση οχημάτων σε αστικούς κυρ. δρόμους ή εθνικές οδούς· ειδικότ. κυκλοφοριακή συμφόρηση: έλεγχος της ~ης. Ενημέρωση για την ~ στο κέντρο της πόλης. Αραιή/αυξημένη/μειωμένη/πυκνή η ~ (των αυτοκινήτων). Η ~ διεξάγεται ομαλά/χωρίς προβλήματα.|| Έχει απερίγραπτη/αφάνταστη/αφόρητη/τρομερή ~. Πού πας με τέτοια ~; Έμπλεξε στην ~ και άργησε. Βλ. κυκλοφοριακό, μποτιλιάρισμα, υγραεριο~. 4. μαζική μετακίνηση ανθρώπων· διακίνηση αγαθών: μεταναστευτική ~. Αύξηση/μείωση της τουριστικής ~ης. Αναμενόμενη/ενισχυμένη/περιορισμένη η (επιβατική) ~ στα αεροδρόμια/λιμάνια (πβ. κινητικότητα). (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Έξοδα (παραστάσεως και) ~ήσεως. (ΣΤΡΑΤ.) ~ήσεις στρατευμάτων. Επιθέσεις με κυκλωτικές ~ήσεις.|| Αγοραστική/εμπορική ~. ~ των ειδών/εμπορευμάτων/προϊόντων. 5. {συνηθέστ. στον πληθ.} ενέργεια, πράξη για επίτευξη συγεκριμένου στόχου: απεγνωσμένη/αποφασιστική/έξυπνη/περίεργη/σημαντική ~ (προσέγγισης). Αναπτυξιακές/βελτιωτικές/διορθωτικές/επιθετικές/κερδοσκοπικές/μεθοδικές/μεταγραφικές/προμελετημένες/προσεκτικές/σπασμωδικές/ύποπτες ~ήσεις. ~ήσεις εκτόνωσης/εμπιστοσύνης/εντυπωσιασμού/εξομάλυνσης των σχέσεων. Με αποτελεσματικές/μετρημένες ~ήσεις ... Έξοχη επιχειρηματική ~. ~ αγάπης για τους σεισμοπαθείς. ~ προς τη σωστή κατεύθυνση. Με μια ~ αιφνιδιασμού ... Η ~ή σου δεν ήταν σωστή. Έκανες λάθος ~! Έκανε την πρώτη ~ (= βήμα). Εξετάζει/προετοιμάζει την επόμενή του ~. Καταγράφουν/παρακολουθούν τις ~ήσεις μας. Μελέτη των ~ήσεων του αντιπάλου. Πβ. χειρισμός. Βλ. παρα~.|| (στο σκάκι) Ματ σε τέσσερις/τρεις ~εις.|| (ΝΟΜ.) ~ αγωγής. Αίτηση/απόφαση ~ήσεως (= έναρξης) της διαδικασίας. 6. κίνημα: ανανεωτική/αντιεθνικιστική/αντιεξουσιαστική/δημοκρατική/ενιαία/ενωτική/οικολογική/προοδευτική/ριζοσπαστική ~. Αγωνιστική/ανεξάρτητη/αυτόνομη ~ εκπαιδευτικών/φοιτητών. ~ (και πρωτοβουλία) πολιτών κατά του ρατσισμού/για την προστασία των μεταναστών. Συνεργαζόμενες πολιτικές ~ήσεις. Εθελοντικές ~ήσεις/~ήσεις εθελοντών. ~ήσεις και συσπειρώσεις. Ιδρύθηκε/λειτουργεί/συγκροτήθηκε διεθνής ~ για ... Ενισχύω/συμμετέχω σε/υποστηρίζω αντιπολεμική ~. Πβ. ρεύμα. 7. κυκλοφορία πελατών, επισκεπτών, θεατών σε εμπορικούς ή πολιτιστικούς συνήθ. χώρους· συνεκδ. το σύνολό τους και οι οικονομικές συναλλαγές που πραγματοποιούνται: κατάστημα με μεγάλη/μικρή (ετήσια/καθημερινή/μηνιαία) ~. Η ~ στα μουσεία/στην αγορά. Η ~ στα μαγαζιά ήταν/παρουσιάστηκε ανεβασμένη/αυξημένη/μειωμένη/πεσμένη. Ενισχύθηκε η οικονομική ~ της πόλης. Άνοδος/πτώση της αγοραστικής/εμπορικής ~ης. Καταγραφή/στατιστικά ~ης δικτύου/ιστοσελίδας/υπηρεσίας (πβ. επισκεψιμότητα). (σε νοσοκομείο) Βιβλίο ~ης ασθενών. 8. {συνήθ. στον εν.} (περιληπτ.) δραστηριότητες, εκδηλώσεις, πρωτοβουλίες, γεγονότα σε ορισμένο τομέα ή χώρο δράσης: επιστημονική/καλλιτεχνική/πνευματική ~. ~ ιδεών. Παρακολούθηση της πολιτιστικής ~ης. Η αθλητική ~ του σαββατοκύριακου. Ρεπορτάζ για την αγωνιστική ~ στο μπάσκετ. Τηλεπικοινωνιακή ~ της εορταστικής περιόδου. 9. διακύμανση ποσοτικού μεγέθους, όπως αυτή καταγράφεται επισήμως: (ΟΙΚΟΝ.) ~ κεφαλαίων (και συνάλλαγμα)/λογαριασμού/μετοχών/πιστωτικής κάρτας/ταμείου/τιμών. Η ~ στο χρηματιστήριο.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Δείκτης/στοιχεία ~ης του πληθυσμού (: γεννητικότητας, θνησιμότητας, μετανάστευσης). 10. ΤΕΧΝΟΛ. για μηχανική διάταξη που έχει τη δυνατότητα να θέσει κάτι (όχημα, συσκευή) σε λειτουργία, μεταδίδοντας συνήθ. κινητήρια ροπή: αυτοκίνητο με μπροστινή/οπίσθια ~/με ~ στους τέσσερις τροχούς. Βιομηχανικά/υβριδικά/υδραυλικά συστήματα ~ης. Αλυσίδες (μετάδοσης) ~ης. Βλ. τετρα~. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφείο κίνησης & (λόγ.) κινήσεως 1. τμήμα ιδρύματος, υπηρεσίας, αρμόδιο για την οργάνωση της μετακίνησης των μελών του και της εκτέλεσης των δρομολογίων, καθώς και για τον έλεγχο της στάθμευσης και συντήρησης των οχημάτων του: (ΣΤΡΑΤ.) αξιωματικός του ~ου ~ήσεως. 2. τμήμα νοσοκομείου αρμόδιο για την καταγραφή των ασθενών που εισέρχονται προς νοσηλεία ή φεύγουν με εξιτήριο και κατ' επέκτ. για την έκδοση εισιτηρίων, εξιτηρίων., παθητική κίνηση: μέθοδος φυσικοθεραπείας-αποκατάστασης κατά την οποία εξασφαλίζεται κίνηση των κάτω άκρων με τη χρήση ειδικών μηχανημάτων: ~ ~ σε παράλυτους/παραπληγικούς. ~ ~ μετά από αρθροπλαστική γόνατος., ανάδρομη πορεία/κίνηση/τροχιά/φορά βλ. ανάδρομος, αναπνευστικές κινήσεις βλ. αναπνευστικός, ελευθερία/άνεση κινήσεων/κινήσεως βλ. ελευθερία, κεφάλαιο κίνησης βλ. κεφάλαιο, οικουμενική κίνηση βλ. οικουμενικός ● ΦΡ.: εν κινήσει & (προφ.) σε κίνηση: για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι κινείται: Το όχημα βρίσκεται/είναι ~ ~. ΑΝΤ. εν στάσει, θέτω/βάζω σε κίνηση 1. βάζω σε λειτουργία: Μηχανισμός που τίθεται/μπαίνει ~ αυτόματα/με ρεύμα/με το πάτημα ενός κουμπιού. 2. (μτφ.) ενεργοποιώ, δραστηριοποιώ: Τέθηκε/μπήκε ~ η διαδικασία/προσπάθεια (επίλυσης του ζητήματος) (: ξεκίνησε, τέθηκε σε ισχύ). Έχουν τεθεί/μπει ~ όλα τα πρωτοκλασάτα στελέχη (: κινητοποιηθεί)., έκανε (κίνηση ρουά) ματ βλ. ματ1, έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων βλ. πρωτοβουλία, κόβω κίνηση βλ. κόβω, σε αργή κίνηση βλ. αργός, σε γρήγορη κίνηση βλ. γρήγορος [< αρχ. κίνησις, γαλλ. mouvement]
24651κινησιο-: λεξικό πρόθημα ουσιαστικών, που αναφέρεται στην κίνηση του ανθρώπινου σώματος: ~θεραπεία/~λογία.
24652κινησιοθεραπείακι-νη-σι-ο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μέθοδος αποκατάστασης των βλαβών του μυοσκελετικού συστήματος μέσω ειδικών κινήσεων και μαλάξεων: ενεργητική/παθητική ~ (: ανάλογα με το αν η κίνηση εκτελείται από τον πάσχοντα ή από τον ειδικό). Κέντρο φυσικής αποκατάστασης και ~ας. Βλ. -θεραπεία. [< γαλλ. kinésithérapie, αγγλ. kinesitherapy]
24653κινησιοθεραπευτήςκι-νη-σι-ο-θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. κινησιοθεραπεύτρια}: επαγγελματίας που αποκαθιστά μυοσκελετικά προβλήματα, εφαρμόζοντας μεθόδους κινησιοθεραπείας: μασέρ-~. Βλ. χειροπράκτης. [< γαλλ. kinésithérapeute, 1948]
24654κινησιολογίακι-νη-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. (κ. με κεφαλ. Κ) κλάδος που μελετά την μηχανική της κίνησης του ανθρώπινου σώματος: αθλητική/εφαρμοσμένη ~. Σεμινάριο/σχολή/τμήμα ~ας. Βλ. -λογία, βιοκινητική, εργο-θεραπεία, -φυσιολογία. 2. ΘΕΑΤΡ. διδασκαλία (σε ηθοποιούς και χορευτές) τεχνικών κίνησης και αναπνοής, για την απόκτηση σωματικής εκφραστικότητας. Βλ. θεατρολογία. 3. (γενικότ.) ο τρόπος κίνησης· το σύνολο των κινητικών ενεργειών που απαιτεί μια δραστηριότητα: ~ του σώματος.|| ~ της γιόγκα. [< 1: αγγλ. kinesiology, 1894, γαλλ. kinésiologie, 1941]
24655κινησιολογικός, ή, ό κι-νη-σι-ο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κινησιολογία: ~ή: έκφραση. ~ό: εργαστήριο. ~ές: ασκήσεις/μέθοδοι (θεραπείας). Το ~ό μέρος μιας παράστασης. ● επίρρ.: κινησιολογικά [< αγγλ. kinesiologic(al), 1941]
24656κινησιολόγοςκι-νη-σι-ο-λο-γoς  (αρσ. + θηλ.): ειδικός στην κινησιολογία.
24657κινητήραςκι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. κάθε μηχανή που μετατρέπει ενέργεια οποιασδήποτε μορφής σε μηχανική· ιδ. η κινητήρια μηχανή τροχοφόρου οχήματος: αερόψυκτος/ατμοσφαιρικός (: η πίεση εισαγωγής του αέρα που χρησιμοποιείται για την καύση δεν υπερβαίνει την ατμοσφαιρική)/δεκαεξαβάλβιδος/δίχρονος/εμβολοφόρος (βλ. πιστόνι, στρόφαλος)/εξακύλινδρος/εξωλέμβιος/ηλεκτρικός (= ηλεκτρο~)/θερμικός/περιστροφικός/τούρμπο ~. ~ αεροσκάφους (βλ. δικινητήριος)/αυτοκινήτου (βλ. καρμπιρατέρ, κομπρέσορας). ~ ... ίππων (βλ. ιπποδύναμη)/... κυβικών. Εκκίνηση/έλεγχος/λειτουργία του ~α. Αλλαγή ~α. Η απόδοση/ευστροφία/ισχύς/τα καυσαέρια του ~α. Βλάβη/πρόβλημα στον ~α. ~ες αιθανόλης/βενζίνης (= βενζινοκινητήρες)/ντίζελ (= ντιζελο-, πετρελαιο-κινητήρες)/φυσικού αερίου. ~ες ανάφλεξης με συμπίεση. ~ες εναλλασσόμενου/συνεχούς ρεύματος. Ανταλλακτικά/καύσιμα/λάδια/λιπαντικά ~ων. Βλ. αερο~, ανεμο~, μικρο~, πυραυλο~, σερβο~, στροβιλο~, υδρο~, -τήρας. ΣΥΝ. μοτέρ ● ΣΥΜΠΛ.: μηχανή/κινητήρας εσωτερικής καύσης/καύσεως: ΜΗΧΑΝΟΛ. τύπος κινητήρα μέσα στον οποίο συντελείται η ανάφλεξη του καύσιμου υλικού και, στη συνέχεια, η καύση του. Βλ. αβάνς, προθάλαμος, ρελαντί, στροβιλοσυμπιεστής, υπερσυμπίεση, υπερτροφοδότης. [< αγγλ. internal combustion engine] , αριθμός κινητήρα βλ. αριθμός [< πβ. αρχ. κινητήρ ‘αυτός που σείει’, γαλλ. moteur, αγγλ. motor]
24658κινητήριος, α/ος, ο κι-νη-τή-ρι-ος επίθ. 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. που παράγει και μεταδίδει κίνηση: ~ος: μηχανισμός. ~α: ισχύς. ~ο: σύστημα. ~οι: τροχοί (αυτοκινήτου). ~ες: μηχανές (= κινητήρες). Βλ. δι~, μονο~. 2. (μτφ.) που ενεργοποιεί μια συνήθ. θετική εξέλιξη: ~α: ιδέα/σκέψη. ● ΣΥΜΠΛ.: κινητήρια δύναμη & (λόγ.) κινητήριος δύναμη 1. (μτφ.) παράγοντας που μπορεί να προκαλέσει κάτι θετικό: οι ~ες ~άμεις της ζωής. Η τεχνολογία/ο τουρισμός αποτελεί (την βασική/κύρια) ~ ~ ανάπτυξης/της οικονομίας. Πβ. ατμομηχανή, λοκομοτίβα. 2. που θέτει κάτι σε κίνηση: χρήση της ενέργειας του ανέμου ως ~ας ~ης. [< γαλλ. force motrice ] , κινητήριος άξονας βλ. άξονας, κινητήριος μοχλός βλ. μοχλός [< πβ. αρχ. κινητήριος ‘αυτός που ταράζει ή βασανίζει’, γαλλ. moteur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.