| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24660 | κινητική | κι-νη-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΦΥΣ. κινηματική. Βλ. βιο~, ηλεκτρο~, φαρμακο~. ● ΣΥΜΠΛ.: χημική κινητική (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Χ, Κ): ΧΗΜ. κλάδος που μελετά την ταχύτητα των χημικών αντιδράσεων καθώς και τους παράγοντες από τους οποίους επηρεάζεται. [< γαλλ. cinétique, αγγλ. kinetics] | |
| 24661 | κινητικός | , ή, ό κι-νη-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κίνηση συνήθ. του ανθρώπινου σώματος: ~ή: αγωγή/αποκατάσταση/θεραπεία (βλ. κινησιοθεραπεία). ~ές: δεξιότητες/ικανότητες/λειτουργίες. Αντιμετωπίζει ~ά προβλήματα. Βλ. ηλεκτρο~, μουσικο~, οπτικο~, τηλε~, ψυχο~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: νευρώνας/φλοιός. ~ά: νεύρα. Κακώσεις του ~ού συστήματος. Βλ. αγγειο~, βιο~, ισο~, οφθαλμο~, φαρμακο~. 2. που βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, εξαιρετικά δραστήριος: ακούραστος και ~/~ότατος (παρά την ηλικία του). Πβ. αεικίνητος, ακμαίος, ζωηρός. Βλ. παρα~, υπερ~, υπο~. ΑΝΤ. αδρανής, νωθρός. ● επίρρ.: κινητικά ● ΣΥΜΠΛ.: κινητική αναπηρία: ΙΑΤΡ. ανεπάρκεια που επηρεάζει τη φυσιολογική κίνηση ενός ανθρώπου στις δραστηριότητες της καθημερινής του ζωής: βαριά/σοβαρή ~ ~. Ειδικές ράμπες που διευκολύνουν την πρόσβαση των ατόμων με ~ ~ στα λεωφορεία. Απασχόληση/κοινωνική ένταξη ανθρώπων με ~ές ~ες. Βλ. παράλυση, παραπληγία., κινητική ενέργεια: ΦΥΣ. που έχει ένα σώμα, όταν κινείται. Βλ. θερμική ενέργεια., κινητική τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. είδος αφηρημένης τέχνης που αξιοποιεί την κίνηση για να προκαλέσει αισθητική εντύπωση. [< γαλλ. art cinétique, 1920] , κινητικό γλυπτό: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τρισδιάστατη κατασκευή με εξαρτήματα που τίθενται σε κίνηση με μηχανικό ή φυσικό (από τον άνεμο) τρόπο. [< αγγλ. kinetic sculpture, 1957] , τελική κινητική πλάκα βλ. πλάκα [< αρχ. κινητικός ‘αυτός που (υπο)κινεί, κινητός’, γαλλ. cinétique, αγγλ. cinetic] | |
| 24662 | κινητικότητα | κι-νη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. μετακίνηση προσώπων ή πληθυσμών· ειδικότ. η δυνατότητα ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης: αστική/γεωγραφική/δημογραφική (: πληθυσμιακές ανακατατάξεις· βλ. μετανάστευση)/(ΑΘΛ.) μεταγραφική ~.|| Ακαδημαϊκή/ευρωπαϊκή ~. ~ ανθρώπινου δυναμικού/ερευνητών (βλ. διαρροή εγκεφάλων)/φοιτητών (βλ. ERASMUS). Βλ. Ευρωπαϊκό Πορτφόλιο. || (εθελοντική) ~ στο Δημόσιο (: μετακίνηση από μια υπηρεσία σε άλλη). 2. (μτφ.) έντονη δραστηριοποίηση σε κάποιον τομέα: διπλωματική/επενδυτική/οικονομική/πολιτική ~. Επικρατεί/παρατηρείται/υπάρχει μεγάλη ~ στην κυβέρνηση. Πβ. καύσωνας, πυρετός. Βλ. αδράνεια, στατικότητα. 3. ΙΑΤΡ. δυνατότητα κίνησης ή ύπαρξη κινητικής δραστηριότητας: η ~ του εμβρύου. Άτομα μειωμένης/περιορισμένης ~ας (βλ. κινητική αναπηρία).|| ~ του εντέρου (βλ. σεροτονίνη)/του οισοφάγου (βλ. γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση)/του σπέρματος (βλ. σπερμοδιάγραμμα). Βλ. υπερ~, υπο~, -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: επαγγελματική κινητικότητα & (σπάν.) εργασιακή κινητικότητα 1. η ικανότητα ή προθυμία των νέων εργαζομένων να εργαστούν σε διαφορετική περιοχή, κυρ. στο εξωτερικό. Βλ. ευελιξία. 2. η ευκολία με την οποία νέοι εργαζόμενοι αλλάζουν εργασία, θέση ή αντικείμενο δραστηριότητας. Βλ. επιχειρηματικότητα., κοινωνική κινητικότητα βλ. κοινωνικός [< γαλλ. mobilité, αγγλ. mobility] | |
| 24663 | κινητό | κι-νη-τό ουσ. (ουδ.) & κινητό τηλέφωνο: ΤΕΧΝΟΛ. -ΤΗΛΕΠ. φορητή ασύρματη συσκευή συνδεδεμένη σε κυψελοειδές δίκτυο· συνεκδ. ο αντίστοιχος αριθμός κλήσης: η κάμερα/η κάρτα/η κεραία/ο λογαριασμός/το μενού/τα μηνύματα του ~ού. Έξυπνο ~ (= σμάρτφον). ~ με οθόνη αφής/με πληκτρολόγιο. Λήψη (βίντεο/φωτογραφιών) με το ~/μέσω ~ού. Κλήσεις προς ~ά. Χτυπά το ~ (: κουδουνίζει). Δεν πιάνει το ~ (= δεν έχει σήμα). Φορτίζω το ~. Παίρνω κάποιον από το/στο ~. Απενεργοποιήστε/κλείστε τα ~ά σας! Βλ. γραφίδα, καρτο~, μικροτηλέφωνο, μπλουτούθ, ρινγκτόουν, φωτo~, χαντς φρι.|| || Αξεσουάρ ~ών. Δώσε μου το ~ σου. ΑΝΤ. σταθερό τηλέφωνο ● Υποκ.: κινητάκι (το) [< αγγλ. mobile phone, 1975, cell phone, 1983] | |
| 24664 | κινητοποίηση | κι-νη-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. οργανωμένη δραστηριοποίηση ομάδας ατόμων για την εκπλήρωση ενός σκοπού· (στον πληθ.) οι συγκεκριμένες μορφές συλλογικής δράσης: αγωνιστική/γενική/ηλεκτρονική (: μέσω του διαδικτύου)/μαζική/παλλαϊκή ~ (πβ. αφύπνιση, ευαισθητοποίηση, συναγερμός, συσπείρωση· βλ. απεύθυνση, επιστράτευση). Άμεση ήταν/υπήρξε η ~ (: επέμβαση) της Πυροσβεστικής. Πβ. ανάληψη δράσης.|| Αγροτικές/απεργιακές/εργατικές/περιβαλλοντικές/φοιτητικές ~ήσεις. Συντονισμένες/δυναμικές ~ήσεις των εργαζομένων ενάντια στο νομοσχέδιο. Αναστολή/διακοπή/κλιμάκωση/λήξη/παράταση/συνέχιση των ~ήσεων. Εβδομάδα/κύμα/μπαράζ/πρόγραμμα ~ήσεων. Πρωτοστατεί/συμμετέχει στις ~ήσεις. Τα σωματεία οργανώνουν/προαναγγέλλουν/προχωρούν σε ~ήσεις. Πβ. αγκιτάτσια. Βλ. διαδήλωση, καθιστική διαμαρτυρία, πορεία, στάση εργασίας. 2. ενεργοποίηση λειτουργίας, διαδικασίας: ~ του κρατικού μηχανισμού.|| ~ κονδυλίων/πόρων (για την υλοποίηση ενός προγράμματος, σχεδίου). Βλ. α~, -ποίηση. [< γαλλ. mobilisation] | |
| 24665 | κινητοποιώ | [κινητοποιῶ] κι-νη-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κινητοποι-είς ..., -ώντας | κινητοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. ωθώ κάποιον σε δράση, συνήθ. για την επίτευξη ενός συλλογικού σκοπού ή την αντιμετώπιση ενός προβλήματος: ~ήθηκε ο κρατικός μηχανισμός. ~ήθηκαν οι Αρχές. Περιβαλλοντικές οργανώσεις έχουν ~ηθεί (δυναμικά) για την προστασία της καρέτα καρέτα. ~ημένοι: φοιτητές. Πβ. δραστηριο-, ευαισθητο-ποιώ, θέτω επί ποδός, ξεσηκώνω. Βλ. αφυπνίζω, εξεγείρω, σημαίνω συναγερμό. 2. ενεργοποιώ, ξεκινώ: Η κυβέρνηση ~ησε τις διαδικασίες για ... Προσπάθεια του καθηγητή να ~ήσει (= προκαλέσει) το ενδιαφέρον των μαθητών. Πβ. κινώ.|| ~ήθηκε το έντερο. Βλ. αδρανώ, -ποιώ. [< γαλλ. mobiliser] | |
| 24666 | κινητός | , ή, ό κι-νη-τός επίθ. 1. που είναι δυνατό να κινηθεί ή να μετακινηθεί, που μπορεί κάποιος να του αλλάξει θέση, να τον μεταφέρει: ~ός: γερανός. ~ή: βάση/γέφυρα/σκάλα/συσκευή/τεχνολογία. ~ό: μηχάνημα/ουραίο (τουφεκιού)/στέλεχος (μηχανισμού)/στήριγμα/σύστημα/τηλέφωνο (= κινητό). ~ά: διαχωριστικά/εξαρτήματα/μέρη (π.χ. οροφής)/χωρίσματα. Πβ. κινούμενος.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ά πράγματα μεγάλης αξίας. ΑΝΤ. ακίνητος, σταθερός (2) 2. που χρησιμοποιεί ειδικά εξοπλισμένο και διαμορφωμένο μεταφορικό μέσο, συνήθ. βαν, για να μετακινείται από μέρος σε μέρος: ~ός: σταθμός (παροχής ιατρικής φροντίδας). ~ή: καντίνα. ~ό: συνεργείο (τηλεόρασης). (ΣΤΡΑΤ.) ~ή Ομάδα Αντιμετώπισης Καταστροφών (ακρ. Κ.ΟΜ.Α.Κ.). Βλ. -κίνητος. 3. (σπανιότ.) που μεταβάλλεται, αλλάζει: ~ή: κλίμακα μισθών/ωρών εργασίας. ● Ουσ.: κινητά (τα): κινητή περιουσία: ~ και ακίνητα. ● ΣΥΜΠΛ.: κινητή εορτή & γιορτή: ΕΚΚΛΗΣ. της οποίας η ημερομηνία δεν είναι σταθερή (εξαρτάται από το Πάσχα). ΑΝΤ. ακίνητη/σταθερή γιορτή [< μεσν. κινητή εορτή] , κινητή μονάδα: που είναι πλήρως εξοπλισμένη για την εξυπηρέτηση κάποιου σκοπού, συνήθ. δημόσιας ωφέλειας, και μεταφέρεται με ειδικά διαμορφωμένο όχημα: ~ ~ αιμοληψίας/ενημέρωσης/προληπτικής ιατρικής/ψυχικής υγείας., κινητή περιουσία: περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να μεταφερθούν. ΑΝΤ. ακίνητη περιουσία, κινητή τηλεφωνία: ΤΗΛΕΠ. που αναφέρεται στην επικοινωνία μέσω κινητού τηλεφώνου, στην τεχνολογία και τις υπηρεσίες που την υποστηρίζουν: εταιρική/συνδρομητική ~ ~. Ακτινοβολία/δίκτυο/κεραίες/σύνδεση/τέλη ~ής ~ας. ΑΝΤ. σταθερή τηλεφωνία [< αγγλ. mobile telephony] , κινητό γραφείο: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. φορητή ηλεκτρονική συσκευή (κυρ. λάπτοπ ή κινητό τηλέφωνο με ηλεκτρονικό στιλό), που παρέχει δυνατότητες γραφείου. [< αγγλ. mobile office] , κινητός μέσος (όρος): ΣΤΑΤΙΣΤ. μέση τιμή μιας αξίας (μετοχής, νομίσματος) για συγκεκριμένη χρονική περίοδο που προηγήθηκε. [< αγγλ. moving average, 1912] , κινητά φύλλα βλ. φύλλο, κινητές αξίες βλ. αξία, κινητές υπηρεσίες βλ. υπηρεσία, κινητή βιβλιοθήκη βλ. βιβλιοθήκη, κινητή μάθηση βλ. μάθηση ● ΦΡ.: είναι ζωντανή/κινητή βιβλιοθήκη/εγκυκλοπαίδεια βλ. εγκυκλοπαίδεια [< 1: αρχ. κινητός, γαλλ.-αγγλ. mobile] | |
| 24668 | κίνητρο | κί-νη-τρο ουσ. (ουδ.) {κινήτρ-ου | -ων} 1. καθετί που παροτρύνει το άτομο σε συγκεκριμένη δράση: ανθρωπιστικά/βαθμολογικά/δελεαστικά/ευγενή/ηθικά/ιδιοτελή/κοινωνικά/προσωπικά/ρατσιστικά/σεξουαλικά/σκοτεινά/ταπεινά/υλικά/ψυχολογικά ~α. Θετικά και αρνητικά (= αντικίνητρα) ~α. (ΠΑΙΔΑΓ.-ΨΥΧΟΛ.) Εξωτερικά/εσωτερικά ~α μάθησης (πβ. αφόρμηση). Έλλειψη ~ων. Έχει (ως) ~ το κέρδος. Τα βαθύτερα/πραγματικά ~α του δράστη εξετάζονται/παραμένουν άγνωστα (πβ. αίτιο, αφορμή, κινούν αίτιο, λόγος). Πρέπει να δημιουργηθούν/δοθούν/προσφερθούν ~α για συμμετοχή στον εθελοντισμό. Πβ. ελατήριο, έναυσμα, ερέθισμα, σπίθα. 2. ΟΙΚΟΝ. {συνήθ. στον πληθ.} κάθε μέτρο που αποσκοπεί στην πρόκληση ενδιαφέροντος για την ανάπτυξη οικονομικής δραστηριότητας: αναπτυξιακά/δημοσιονομικά/διοικητικά/επενδυτικά/επιχειρηματικά/οικονομικά/πιστωτικά ~α. ~ απόδοσης/παραγωγικότητας (βλ. πριμ). Καθιέρωση/κατάργηση/παροχή/χορήγηση ~ων. Πολιτική/προγράμματα/σύστημα ~ων. Ζώνη ~ων (του αναπτυξιακού νόμου). Εφαρμόζονται/θεσπίζονται/προβλέπονται/προτείνονται ~α για τους επενδυτές/καταναλωτές. Πβ. επιδότηση. ● ΣΥΜΠΛ.: ταξίδια κινήτρων & ταξίδια-κίνητρα: που προσφέρουν εταιρείες σε στελέχη τους ως ανταμοιβή για την απόδοσή τους και λειτουργούν ως μέσο για την αύξηση της παραγωγικότητας: ~ ~ εξωτερικού. [< πβ. μτγν. κίνητρον ‘ξύλινη κουτάλα’, γαλλ. motif] | |
| 24669 | κινητροδότηση | κι-νη-τρο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια του κινητροδοτώ: ~ των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Ανάγκη/μέτρα ~ης των επενδύσεων. Βλ. -δότηση. [< αγγλ. incentivization] | |
| 24670 | κινητροδοτώ | [κινητροδοτῶ] κι-νη-τρο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {κινητροδοτ-ήσει, -είται} (επίσ.): παρέχω συνήθ. οικονομικά κίνητρα: Η πολιτεία/ο νέος νόμος ~εί την επιχειρηματικότητα. Βλ. -δοτώ. [< αγγλ. incentivize, 1960] | |
| 24671 | κινίνη | κι-νί-νη ουσ. (θηλ.) & (παλαιότ.-λαϊκό) κινίνο (το): ΧΗΜ. αλκαλοειδές (σύμβ. C20H24N2O2) εξαγόμενο από το φλοιό του φυτού κίνα, με πικρή γεύση και βασική χρήση, κυρ. παλαιότ., στη φαρμακευτική για την καταπολέμηση της ελονοσίας: θειική/υδροχλωρική ~. Βλ. βραδυ~, κυτο~, τόνικ, φυτοορμόνη, -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. quinine] | |
| 24672 | κιννάβαρι | κιν-νά-βα-ρι ουσ. (ουδ.) {κινναβάρεως} : ΟΡΥΚΤ. θειούχο ορυκτό του υδραργύρου με ζωηρό κόκκινο χρώμα· συνεκδ. η εξαγόμενη από αυτό ερυθρά μελάνη. [< αρχ. κιννάβαρι, αγγλ. cinnabar, γαλλ. cinabre] | |
| 41503 | Κινο | πο-λυ-κα-τοι-κί-α ουσ. (θηλ.) 1. οικοδόμημα με περισσότερους από δύο ορόφους, που περιλαμβάνει αυτοτελή διαμερίσματα ή επαγγελματικούς χώρους: γωνιακή/διώροφη/εργατική/νεόκτιστη ~. Ανέγερση/διαχείριση/είσοδος/κανονισμός/κοινόχρηστα/πιλοτή/ταράτσα ~ας. Σηκώνουν ~ες. ΑΝΤ. μονοκατοικία 2. (συνεκδ.) οι ένοικοί της: Η έκρηξη αναστάτωσε τις γύρω ~ες. | |
| 24673 | κίνο | κί-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τυχερό παιχνίδι του ΟΠΑΠ ή των καζίνο, στο οποίο ο παίκτης κερδίζει, αν προβλέψει σωστά ένα έως δώδεκα νούμερα από τα είκοσι που κληρώνονται σε σύνολο ογδόντα αριθμών. Βλ. λόττο, προπό. [< αγγλ. keno < γαλλ. quine + -o, όπως στο lotto] | |
| 24674 | κινόα | κι-νό-α ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. φυτό των Άνδεων (επιστ. ονομασ. Chenopodium Quinoa), που καλλιεργείται κυρ. για τους καρπούς του, λόγω της υψηλής διατροφικής τους αξίας: τρίχρωμη ~ (: άσπροι, κόκκινοι και μαύροι σπόροι). [< αγγλ.-γαλλ. quinoa] | |
| 24675 | κινούμενος | , η, ο κι-νού-με-νος επίθ. {-ου (λόγ.) -ένου, -ης (σπάν.-λόγ.) -ένης} 1. που κινείται: ~ο: όχημα (βλ. αυτο~)/ρομπότ/σώμα. Πβ. κινητός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: εικόνα. Βλ. βιντεοτέχνη, πολυμέσα.|| (μτφ.) ~οι προς την κατεύθυνση της συνεργασίας. ΑΝΤ. ακίνητος 2. που παρακινείται να προβεί σε ορισμένη ενέργεια· ωθούμενος: ~ από ένστικτο/οικονομικά κίνητρα/οίκτο/περιέργεια/συμφέρον/φθόνο. Βλ. υποκινώ. ● ΣΥΜΠΛ.: κινούμενα σχέδια: ταινία αποτελούμενη από σειρά σχεδίων, τα οποία προβάλλονται γρήγορα το ένα μετά το άλλο, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση της κίνησης· η αντίστοιχη τέχνη ή ο σχετικός τομέας της κινηματογραφικής βιομηχανίας: τρισδιάστατα/ψηφιακά ~ ~. Ήρωες/χαρακτήρες ~ων ~ων. Πβ. καρτούν. Βλ. η ένατη τέχνη, κόμικς. [< αγγλ. animated cartoons, 1915] , κινούμενη άμμος βλ. άμμος, κινούμενος στόχος βλ. στόχος [< αρχ. κινούμενος] | |
| 24676 | κινστέρνα | βλ. κιστέρνα | |
| 24677 | κινώ | [κινῶ] κι-νώ ρ. (μτβ.) {κιν-είς ..., -ώντας, (λόγ. μτχ. ενεστ. -ών, -ούσα, -ούν) | κίν-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε (λόγ. εκιν-ήθη, -ήθησαν, μτχ. κιν-ηθείς, -ηθείσα), -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. θέτω κάτι (που αδρανεί ή είναι στάσιμο) σε κίνηση ή λειτουργία· (μεσοπαθ., για άψυχα) βρίσκομαι ή τίθεμαι σε κίνηση, λειτουργώ: Ισχύς που ~εί την αντλία/το αυτοκίνητο/το μηχάνημα. Ο άνεμος ~ούσε τις γεννήτριες. Δυσκολευόταν να ~ήσει (= κουνήσει) τα άκρα του.|| (μτφ.) Η καινοτομία/το χρήμα ~εί την αγορά/επιχειρηματικότητα. ~ούν (= καθορίζουν) τις εξελίξεις. ~ούσα: αρχή/δύναμη (του Σύμπαντος).|| Η Γη ~είται (= περιστρέφεται). Το αίμα ~είται μέσα στις φλέβες. Οχήματα που ~ούνται με ηλεκτρική ενέργεια/πετρέλαιο (= ηλεκτρο-/πετρελαιο-κίνητα). Οι συρμοί του προαστιακού θα ~ηθούν (= εκτελέσουν τα δρομολόγια) κανονικά.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~είται ο λογαριασμός (: γίνονται αναλήψεις και καταθέσεις).|| (μτφ.) Δεν ~είται τίποτα (: για απόλυτη ησυχία ή αδράνεια). Βλ. ανα~, δια~, εκ~, ξανα~, συγ~, κινούμενος. 2. μετατοπίζω κάτι· (μεσοπαθ.) αλλάζω θέση, μετακινούμαι, κατευθύνομαι, πηγαίνω κάπου: ~ το πιόνι/ποντίκι (του υπολογιστή).|| ~είται από τα δυτικά προς τα ανατολικά/αργά προς τα πίσω/δεξιά/εναντίον του εχθρού. Μην ~είσαι!|| (ΦΥΣ.) Σωματίδιο που ~είται (: τρέχει) με την ταχύτητα του φωτός.|| (μτφ.) Οι έρευνες ~ούνται (= στρέφονται) προς κάθε κατεύθυνση/στο σκοτάδι. ~είται ανάμεσα σε διαφορετικά στιλ γραφής.|| (λαϊκό-λογοτ.) ~ησε για ... (= αναχώρησε, ξεκίνησε). 3. (μτφ.) προκαλώ, προξενώ, διεγείρω: ~ το ενδιαφέρον/τον θαυμασμό/τον οίκτο/την προσοχή/τις υποψίες κάποιου. ~ησε τον φθόνο των αντιπάλων του. Μου έχει ~ήσει την περιέργεια. Πβ. εξάπτω. 4. (μτφ.) ωθώ, παροτρύνω κάποιον: Τον ~εί η δύναμη της ψυχής του/ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Τι τον ~ησε να πει τέτοιο ψέμα; Πβ. παρα~, προτρέπω.|| ~είται από ζήλια/ιδιοτέλεια/συμφέρον. ~ούνται από αγάπη/ένστικτο. Πβ. ορμώμαι. Βλ. παρασύρω, υπο~. 5. (επίσ.) ξεκινώ, προωθώ κάτι, προβαίνοντας στις απαιτούμενες ενέργειες: ~ αγωγή/δίκη/πόλεμο εναντίον κάποιου. (ΝΟΜ.) ~θείσα διαδικασία (π.χ. επιδίκασης διατροφής). Βλ. παγώνω. ● Παθ.: κινούμαι 1. ενεργώ, δρω για την επίτευξη στόχου· ειδικότ. αναπτύσσω δράση σε συγκεκριμένο τομέα, χώρο: ~είται γρήγορα και αποτελεσματικά/εκτός των ορίων της νομιμότητας/εκ του ασφαλούς/έξυπνα/μεθοδικά/με άκρα μυστικότητα/νομικά/παρασκηνιακά/υπογείως/ύπουλα. ~ήθηκαν υπέρ της ειρήνης. Δεν ξέρει πώς να ~ηθεί (= φερθεί). Αν δεν ~ηθούμε αμέσως, ...|| ~είται με άνεση στην υψηλή κοινωνία/μεταξύ αριστεράς και κέντρου. Εταιρεία που ~είται στον χώρο της πληροφορικής. Ζουν και ~ούνται στην περιφέρεια. Πβ. δραστηριοποιούμαι. 2. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) (για μέγεθος) κυμαίνεται· (για δραστηριότητα, κατάσταση) αφορά: Ο γενικός δείκτης τιμών ~είται ανοδικά/πτωτικά. Η συμμετοχή του κόσμου ~ήθηκε σε υψηλά επίπεδα. Σε υψηλούς τόνους ~ήθηκε η ομιλία του.|| Η εκδήλωση/συζήτηση θα ~ηθεί γύρω από τρεις βασικούς άξονες. ● ΣΥΜΠΛ.: κινούν αίτιο(ν) βλ. αίτιο ● ΦΡ.: κινώ γη και ουρανό & (σπάν.) θεούς και δαίμονες {συνηθέστ. σε αόρ. και μέλλ.} (μτφ.): μεταχειρίζομαι κάθε μέσο: ~ησε ~, για να δικαιωθεί/τη βρει. Πβ. βάζω λυτούς και δεμένους, κάνω τα αδύνατα δυνατά., κινώ ένα θέμα/ζήτημα: το φέρνω στο προσκήνιο: ~ησε το θέμα της παραχώρησης δικαιώματος ..., κινεί τα νήματα/τα γρανάζια βλ. νήμα, κίνησε ο Εβραίος για το παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο βλ. Σάββατο, ο άνθρωπος/η πίστη κινεί βουνά βλ. βουνό, συν Αθηνά και χείρα κίνει βλ. χειρ [< αρχ. κινῶ] | |
| 24678 | κιόλας | κιό-λας επίρρ. (προφ.) & (λαϊκό) κιόλα 1. για κάτι που έρχεται, συμβαίνει ή συντελείται πολύ νωρίτερα ή γρηγορότερα σε σχέση με το αναμενόμενο ή το συνηθισμένο: Έχει ~ φάει. Πέρασε ~ ένας χρόνος. -Πρέπει να φύγουμε. -~; Πβ. ήδη. 2. εμφατικά, όταν συνοδεύει έκφραση με χρονική σημασία: Ξεκίνα σήμερα ~ (: αμέσως)! Από την πρώτη ~ θεραπεία, τα αποτελέσματα είναι ορατά. 3. (συνήθ. στο τέλος πρότασης) επιπλέον, επιπροσθέτως, κι αποπάνω: Αν θέλετε, θα σας μαγειρέψω ~. Δεν είναι μόνο το γράψιμο, πρέπει να διαβάσω ~. 4. επιτείνει αυτό που ο ομιλητής θέλει να τονίσει: Γι' αυτό ~ (: άλλωστε, εξάλλου) είπα ότι ... Οι φήμες είναι πολλές, κάποιοι ~ (πβ. μάλιστα) διέδιδαν πως ...|| (σε αρνητική ή αντιθετική σύνδεση) Δεν μας ακούν απλά, μας υπολογίζουν ~ (: όχι μόνο ..., αλλά και). ● ΦΡ.: δεν θα (πέσω να) πεθάνω (κιόλας) βλ. πεθαίνω, δεν τρελαίνομαι (κιόλας) βλ. τρελαίνω, μην τρελαθούμε κιόλας/τώρα/(και) τελείως βλ. τρελαίνω [< μεσν. κιόλας, κιόλα] | |
| 24679 | κίονας | κί-ο-νας ουσ. (αρσ.) {κιόν-ων}: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. στήριγμα της οροφής αρχαίου ναού, μακρόστενο, κυλινδρικό και συνήθ. μαρμάρινο, που αποτελείται από βάση, κορμό και κιονόκρανο: δωρικός/ιωνικός/κορινθιακός ~. Αράβδωτοι/μονολιθικοί ~ες. Σειρα ~ων (= κιονοστοιχία). Αναστήλωση/αποκατάσταση ~ων. Πβ. κολόνα, πεσσός, στύλος. Βλ. ημι~, ακιδογράφημα, γλυφή, επιστύλιο, εχίνος, Καρυάτιδα, κρηπίδα, σπείρα, σπόνδυλος, τρόχιλος. ● Υποκ.: κιονίσκος (ο) [< αρχ. κίων] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ