| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24680 | κιονόκρανο | κι-ο-νό-κρα-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου}: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. το υψηλότερο τμήμα του κίονα, που φέρει διακόσμηση και είναι πλατύτερο σε σχέση με τον κορμό: αρχαιοελληνικό/παλαιοχριστιανικό ~. ~ δωρικού/ιωνικού/κορινθιακού (βλ. άκανθος, κάλαθος, κριός) ρυθμού. Πβ. επίκρανο. Βλ. άβακας, έλικας, εχίνος, κυμάτιο. [< μτγν. κιονόκρανον] | |
| 24681 | κιονοστοιχία | κι-ο-νο-στοι-χί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΙΤ. σειρά από ισοϋψείς κίονες που είναι τοποθετημένοι σε ίση απόσταση ο ένας από τον άλλον: εξωτερική/εσωτερική/μαρμάρινη/ξύλινη ~. Η ~ της στοάς. Ναός με διπλή ~ (= δίπτερος). Πβ. πεσσοστοιχία. Βλ. αέτωμα. [< γαλλ. colonnade] | |
| 24682 | κιόσκι | κιό-σκι ουσ. (ουδ.): στεγασμένη κατασκευή σε υπαίθριο χώρο, που χρησιμεύει ως σημείο ανάπαυσης, πληροφόρησης ή εξυπηρέτησης του κοινού: μεταλλικό/ξύλινο/τουριστικό ~. Προεκλογικά ~ια. Το ~ του πάρκου/της πλατείας (βλ. καλαμωτή, οικίσκος, σκιάδα). ~ πώλησης (εφημερίδων). Πβ. περίπτερο. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικό/διαδραστικό/ψηφιακό κιόσκι: ΠΛΗΡΟΦ. οθόνη αφής τοποθετημένη σε δημόσιο χώρο, για την παροχή πληροφοριών ή γενικότ. την εξυπηρέτηση των πολιτών: ~ά ~ια ενημέρωσης των καταναλωτών. [< αγγλ. electronic kiosk] [< μεσν. κιόσκι(ον) < τουρκ. köşk, πβ. γαλλ. kiosque] | |
| 24683 | κιοτεύω | κιο-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {κιότ-εψα, -έψει} (λαϊκό): δειλιάζω: ~εψε μπροστά στον κίνδυνο. Πβ. λιγοψυχώ, φοβάμαι. | |
| 24684 | κιοτής | κιο-τής ουσ. (αρσ.) {κιοτήδες} (λαϊκό): δειλός, φοβητσιάρης. Πβ. λιγόψυχος. [< τουρκ. kötü] | |
| 24685 | κίουι | κί-ου-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΒΟΤ. ακτινίδιο. 2. ΟΡΝΙΘ. κίβι. [< 1: αγγλ. kiwifruit, 1965, γαλλ. kiwi, περ. 1970] | |
| 24686 | κιούπι | κιού-πι ουσ. (ουδ.): μικρό πιθάρι: κεραμικά/πήλινα ~ια. (παλαιότ.) ~ια με λάδι. Βλ. βαρέλι, στάμνα. [< τουρκ. küp] | |
| 24687 | κιουρί | κιου-ρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της ραδιενέργειας (σύμβ. Ci). Βλ. μπεκερέλ. [< αγγλ.-γαλλ. curie, 1910, γαλλ. ανθρ. Marie & Pierre Curie] | |
| 24688 | κιούριο | κιού-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό μεταλλικό ραδιενεργό στοιχείο που ανήκει στην κατηγορία των ακτινιδών (σύμβ. Cm, Ζ 96). Βλ. πλουτ-, ποσειδ-ώνιο, υπερουράνια στοιχεία. [< αγγλ. curium, 1946, γαλλ. ~, 1953, γαλλ. ανθρ. Marie & Pierre Curie] | |
| 24689 | κιούρτος | [κιοῦρτος] κιούρ-τος ουσ. (αρσ.): ιχθυοπαγίδα με τη μορφή κωνικού ή κυλινδρικού καλαθιού με δόλωμα: ~ σε σχήμα κλωβού. Αλιεία με ~ους. [< αρχ. κύρτος ‘καλάθι του ψαρά’] | |
| 24690 | κιοφτές | βλ. κεφτές | |
| 24691 | κιπά | κι-πά ουσ. (ουδ.): παραδοσιακό σκουφάκι που φορούν κυρ. οι (ορθόδοξοι) Εβραίοι. [< γαλλ. kippa, αγγλ. kippah] | |
| 24692 | κίπερ | βλ. γκολκίπερ | |
| 24693 | κιπούρ | βλ. γκιπούρ | |
| 24694 | κιρκαδικός | , ή, ό κιρ-κα-δι-κός επίθ. & κιρκάδιος, α, ο & κιρκαδιανός: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. (για βιολογική διαδικασία) που παρουσιάζει περιοδικότητα περίπου εικοσιτεσσάρων ωρών: ~ός: κύκλος/ρυθμός (ύπνου-αφύπνισης· βλ. βιορυθμοί, τζετ λαγκ). ~ές: μεταβολές/φάσεις. ~ά: φαινόμενα. Το ~ό ρολόι του σώματος (βλ. βιολογικό ρολόι). Βλ. κυκλικός. [< γαλλ. circadien, 1957, αγγλ. circadian, 1959 < λατ. circa diem ‘περίπου μια μέρα’] | |
| 24695 | Κίρκη | Κίρ-κη ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ., από τη μυθική μάγισσα της Οδύσσειας): οτιδήποτε παγιδεύει κάποιον, ασκώντας πάνω του σαγηνευτική επίδραση: μαγεμένος από την ~ της εξουσίας/της κατανάλωσης/του πλούτου. Βλ. δέλεαρ, θέλγητρο. [< αρχ. Κίρκη] | |
| 24696 | κιρκινέζι | κιρ-κι-νέ-ζι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό, κυρ. εντομοφάγο γεράκι (επιστ. ονομασ. Falco naumanni) με γκρίζο-μπλε κεφάλι και ουρά, κοκκινωπή ράχη και μπεζ κοιλιά με κηλίδες. Βλ. βραχοκιρκίνεζο, πετρίτης. [< τουρκ. kerkenez] | |
| 24697 | κίρρωση | κίρ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια, εκφυλιστική, μη αναστρέψιμη ασθένεια, που χαρακτηρίζεται από καταστροφή των ηπατικών κυττάρων, υπερπλασία του συνδετικού ιστού και νέκρωση του ήπατος: αλκοολική (: λόγω αλκοολισμού)/χολική (: λόγω απόφραξης των χοληφόρων οδών) ~. ~ του ήπατος (= ηπατική ~). Βλ. ηπατίτιδα. [< γαλλ. cirrhose, αγγλ. cirrhosis] | |
| 24698 | κιρρωτικός | , ή, ό κιρ-ρω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κίρρωση του ήπατος: ~ός: υδροθώρακας. ~ή: βλάβη. ~οί: όζοι.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. ασθενείς). [< γαλλ. cirrhotique, αγγλ. cirrhotic] | |
| 24699 | κιρσοειδής | , ής, ές βλ. κιρσώδης |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ