Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [25440-25460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24683κιοτεύωκιο-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {κιότ-εψα, -έψει} (λαϊκό): δειλιάζω: ~εψε μπροστά στον κίνδυνο. Πβ. λιγοψυχώ, φοβάμαι.
24684κιοτήςκιο-τής ουσ. (αρσ.) {κιοτήδες} (λαϊκό): δειλός, φοβητσιάρης. Πβ. λιγόψυχος. [< τουρκ. kötü]
24685κίουικί-ου-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΒΟΤ. ακτινίδιο. 2. ΟΡΝΙΘ. κίβι. [< 1: αγγλ. kiwifruit, 1965, γαλλ. kiwi, περ. 1970]
24686κιούπικιού-πι ουσ. (ουδ.): μικρό πιθάρι: κεραμικά/πήλινα ~ια. (παλαιότ.) ~ια με λάδι. Βλ. βαρέλι, στάμνα. [< τουρκ. küp]
24687κιουρίκιου-ρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της ραδιενέργειας (σύμβ. Ci). Βλ. μπεκερέλ. [< αγγλ.-γαλλ. curie, 1910, γαλλ. ανθρ. Marie & Pierre Curie]
24688κιούριοκιού-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό μεταλλικό ραδιενεργό στοιχείο που ανήκει στην κατηγορία των ακτινιδών (σύμβ. Cm, Ζ 96). Βλ. πλουτ-, ποσειδ-ώνιο, υπερουράνια στοιχεία. [< αγγλ. curium, 1946, γαλλ. ~, 1953, γαλλ. ανθρ. Marie & Pierre Curie]
24689κιούρτος[κιοῦρτος] κιούρ-τος ουσ. (αρσ.): ιχθυοπαγίδα με τη μορφή κωνικού ή κυλινδρικού καλαθιού με δόλωμα: ~ σε σχήμα κλωβού. Αλιεία με ~ους. [< αρχ. κύρτος ‘καλάθι του ψαρά’]
24690κιοφτέςβλ. κεφτές
24691κιπάκι-πά ουσ. (ουδ.): παραδοσιακό σκουφάκι που φορούν κυρ. οι (ορθόδοξοι) Εβραίοι. [< γαλλ. kippa, αγγλ. kippah]
24692κίπερβλ. γκολκίπερ
24693κιπούρβλ. γκιπούρ
24694κιρκαδικός, ή, ό κιρ-κα-δι-κός επίθ. & κιρκάδιος, α, ο & κιρκαδιανός: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. (για βιολογική διαδικασία) που παρουσιάζει περιοδικότητα περίπου εικοσιτεσσάρων ωρών: ~ός: κύκλος/ρυθμός (ύπνου-αφύπνισης· βλ. βιορυθμοί, τζετ λαγκ). ~ές: μεταβολές/φάσεις. ~ά: φαινόμενα. Το ~ό ρολόι του σώματος (βλ. βιολογικό ρολόι). Βλ. κυκλικός. [< γαλλ. circadien, 1957, αγγλ. circadian, 1959 < λατ. circa diem ‘περίπου μια μέρα’]
24695ΚίρκηΚίρ-κη ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ., από τη μυθική μάγισσα της Οδύσσειας): οτιδήποτε παγιδεύει κάποιον, ασκώντας πάνω του σαγηνευτική επίδραση: μαγεμένος από την ~ της εξουσίας/της κατανάλωσης/του πλούτου. Βλ. δέλεαρ, θέλγητρο. [< αρχ. Κίρκη]
24696κιρκινέζικιρ-κι-νέ-ζι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό, κυρ. εντομοφάγο γεράκι (επιστ. ονομασ. Falco naumanni) με γκρίζο-μπλε κεφάλι και ουρά, κοκκινωπή ράχη και μπεζ κοιλιά με κηλίδες. Βλ. βραχοκιρκίνεζο, πετρίτης. [< τουρκ. kerkenez]
24697κίρρωσηκίρ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια, εκφυλιστική, μη αναστρέψιμη ασθένεια, που χαρακτηρίζεται από καταστροφή των ηπατικών κυττάρων, υπερπλασία του συνδετικού ιστού και νέκρωση του ήπατος: αλκοολική (: λόγω αλκοολισμού)/χολική (: λόγω απόφραξης των χοληφόρων οδών) ~. ~ του ήπατος (= ηπατική ~). Βλ. ηπατίτιδα. [< γαλλ. cirrhose, αγγλ. cirrhosis]
24698κιρρωτικός, ή, ό κιρ-ρω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κίρρωση του ήπατος: ~ός: υδροθώρακας. ~ή: βλάβη. ~οί: όζοι.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. ασθενείς). [< γαλλ. cirrhotique, αγγλ. cirrhotic]
24699κιρσοειδής, ής, ές βλ. κιρσώδης
24700κιρσοκήληκιρ-σο-κή-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική διάταση των σπερματικών φλεβών: εφηβική ~. Η ~ ως αίτιο της ανδρικής υπογονιμότητας. Βλ. -κήλη. [< μτγν. κιρσοκήλη]
24701κιρσόςκιρ-σός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. παθολογική διάταση των φλεβών στα κάτω άκρα (συνήθ. των γυναικών), που οφείλεται κυρ. σε κληρονομικούς λόγους, στην ορθοστασία ή την εγκυμοσύνη: πρωτοπαθείς/δευτεροπαθείς ~οί. Εμφανίζω/έχω ~ (στα πόδια). Βλ. ευρυαγγεία, φλεβίτιδα. [< αρχ. κιρσός]
24702κιρσώδης, ης, ες κιρ-σώ-δης επίθ. {κιρσώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} & κιρσοειδής: ΙΑΤΡ. που έχει κιρσούς ή προκαλείται από αυτούς: ~εις: φλέβες. ~η: έλκη. Βλ. -ώδης. [< αρχ. κιρσώδης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.