| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24700 | κιρσοκήλη | κιρ-σο-κή-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική διάταση των σπερματικών φλεβών: εφηβική ~. Η ~ ως αίτιο της ανδρικής υπογονιμότητας. Βλ. -κήλη. [< μτγν. κιρσοκήλη] | |
| 24701 | κιρσός | κιρ-σός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. παθολογική διάταση των φλεβών στα κάτω άκρα (συνήθ. των γυναικών), που οφείλεται κυρ. σε κληρονομικούς λόγους, στην ορθοστασία ή την εγκυμοσύνη: πρωτοπαθείς/δευτεροπαθείς ~οί. Εμφανίζω/έχω ~ (στα πόδια). Βλ. ευρυαγγεία, φλεβίτιδα. [< αρχ. κιρσός] | |
| 24702 | κιρσώδης | , ης, ες κιρ-σώ-δης επίθ. {κιρσώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} & κιρσοειδής: ΙΑΤΡ. που έχει κιρσούς ή προκαλείται από αυτούς: ~εις: φλέβες. ~η: έλκη. Βλ. -ώδης. [< αρχ. κιρσώδης] | |
| 24703 | κις λορέν | κις λο-ρέν ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. αλμυρή τάρτα με μπέικον ή ζαμπόν, τριμμένο τυρί, κρέμα γάλακτος και αβγά. Πβ. τούρτα. Βλ. σουφλέ. [< γαλλ. quiche lorraine] | |
| 24704 | κισμέτ | κι-σμέτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μοίρα, πεπρωμένο. Πβ. γραμμένο, γραφτό, ειμαρμένη, κάρμα, ριζικό. Βλ. μοιρολατρία. [< τουρκ. kιsmet] | |
| 24705 | κίσσα | κίσ-σα ουσ. (θηλ.) : ΟΡΝΙΘ. μικρό δενδρόβιο πτηνό της οικογένειας των κορακοειδών (επιστ. ονομασ. Garrulus glandarius), με καστανοκόκκινο σώμα και μακριά μαύρη ουρά: κλέφτρα ~ (: επειδή συνηθίζει να κλέβει συνήθ. γυαλιστερά μικροαντικείμενα). Βλ. καρακάξα, κουρούνα. [< αρχ. κίσσα] | |
| 24706 | κισσός | κισ-σός ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. ξυλώδες, αειθαλές αναρριχώμενο φυτό (επιστ. ονομασ. Hedera helix), με πλατιά πράσινα φύλλα και ταξιανθίες πράσινων και κίτρινων λουλουδιών, που καλλιεργείται κυρ. ως καλλωπιστικό: ~οί πλεγμένοι/τυλιγμένοι γύρω από κορμούς δέντρων. Στεφάνι/φράχτης από ~ό. Βλ. κλήμα, πόθος2. [< αρχ. κισσός] | |
| 24707 | κιστέρνα | κι-στέρ-να ουσ. (θηλ.) & κινστέρνα: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία και κυρ. στο Βυζάντιο) κτιστή δεξαμενή για συγκέντρωση νερού: βυζαντινή/υπαίθρια/υπόγεια ~. Η ~ του μοναστηριού. Βλ. στέρνα, υδραγωγείο, φρεάτιο. [< μτγν. κιστέρνα] | |
| 24708 | κίστη | κί-στη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. σκεπαστό κουτί, συνήθ. κυλινδρικό, για τη μεταφορά των ιερών αντικειμένων που χρησιμοποιούνταν σε θρησκευτικές τελετές (π.χ. στα Ελευσίνια Μυστήρια): ιερά/λίθινη ~. Πβ. καλάθι. 2. (λόγ.) κιβώτιο. [< αρχ. κίστη] | |
| 24709 | κιτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ο εξοπλισμός (εργαλεία, σύνεργα) που απαιτείται για μια εργασία και η θήκη στην οποία περιέχεται: ηλεκτρονικά ~. ~ επιβίωσης/επισκευής/πρώτων βοηθειών/συντήρησης (μηχανής). Πβ. βαλιτσάκι, κασετίνα, σετ. Βλ. νεσεσέρ. [< αγγλ. kit] | |
| 24710 | κιτάπι | κι-τά-πι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (παλαιότ.-λαϊκό): βιβλίο ή τετράδιο για την καταγραφή διάφορων στοιχείων: παλιά/σκονισμένα ~ια. Πβ. κατάστιχο, τεφτέρι. Βλ. ημερολόγιο, σημειωματάριο.|| (κατ' επέκτ.-προφ.) Οικονομικά ~ια. Τα ~ια του Δήμου/Υπουργείου. Κοιτάζω/ψάχνω (σ)τα ~ια μου (= τις σημειώσεις μου).|| (μτφ.) Τα ~ια της μνήμης (= οι αναμνήσεις). [< τουρκ. kitap] | |
| 24711 | κιτριά | κι-τρι-ά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μικρό, αειθαλές, εσπεριδοειδές δέντρο (επιστ. ονομασ. Citrus medica), κυρ. μεσογειακό, με μεγάλα, μακρόστενα φύλλα και αγκαθωτούς βλαστούς, που καλλιεργείται για τον εδώδιμο καρπό του (κίτρο) και για το ξύλο του. [< μεσν. κιτρέα] | |
| 24712 | κιτρικός | , ή, ό κι-τρι-κός επίθ. που αναφέρεται στο 1. ΧΗΜ. κιτρικό οξύ: ~ός: χαλκός/ψευδάργυρος. ~ό: κάλιο/νάτριο. ~οί: εστέρες. 2. ΒΟΤ. (σπάν.) κίτρο. ● Ουσ.: κιτρικά (τα): ΧΗΜ. ενν. οξέα ή άλατα. ● ΣΥΜΠΛ.: κιτρικό οξύ (κωδικός αριθμός: Ε330): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. άχρωμο κρυσταλλικό οξύ (σύμβ. C6H8O7) που εμφανίζεται στον κυτταρικό μεταβολισμό, εξάγεται κυρ. από εσπεριδοειδή ή από τη ζύμωση σακχάρων και χρησιμοποιείται συνήθ. ως ρυθμιστής οξύτητας ή αρωματικό συστατικό: ο κύκλος του ~ού οξέος. Βλ. τρυγικό οξύ. [< γαλλ. citrique, αγγλ. citric] | |
| 24713 | κιτρινάδα | κι-τρι-νά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): κίτρινο χρώμα: η ~ του δέρματος (= χλομάδα, ωχρότητα). Βλ. -άδα. [< μεσν. κιτρινάδα] | |
| 24714 | κιτρίνης | κι-τρί-νης ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος, διαφανής ποικιλία του χαλαζία σε κίτρινο χρώμα που μοιάζει με τοπάζι. [< μτγν. (πέτρα) κιτρίνη, γαλλ. (pierre) citrine, αγγλ. citrine] | |
| 24715 | κιτρινιάζω | βλ. κιτρινίζω | |
| 24716 | κιτρινιάρης | , α, ικο κι-τρι-νιά-ρης επίθ. & κιτρινιάρικος, η, ο (προφ.): που έχει αχνό κίτρινο χρώμα· κατ΄επέκτ. χλομός, ωχρός: ~ικο: φως.|| ~ικο: πρόσωπο. Βλ. αρρωστιάρης, -ιάρης. [< μεσν. κιτρινιάρης] | |
| 24717 | κιτρινίζω | κι-τρι-νί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κιτρίνι-σα, -σει, κιτρινίζ-οντας, κιτρινι-σμένος} & (λαϊκό) κιτρινιάζω 1. κάνω κάτι να αποκτήσει κίτρινο ή κιτρινωπό χρώμα: Παρκετίνη που δεν ~ει τις επιφάνειες. Βλ. αλλοιώνω. 2. (μτφ.) χλομιάζω: ~σε απ' τον φόβο του (= έχασε το χρώμα του, κέρωσε, πάνιασε). 3. (αθλητική αργκό, στο ποδόσφαιρο κ. το βόλεϊ) δείχνω σε παίκτη κίτρινη κάρτα (ως διαιτητής). ● κιτρινίζει: αποκτά κίτρινη απόχρωση: Τα φύλλα των δέντρων ~ουν (και πέφτουν) το φθινόπωρο. Έχουν ~σει τα δάχτυλα/τα δόντια του απ' το τσιγάρο.|| Οι φωτογραφίες ~σαν με τον χρόνο (= ξεθώριασαν). ~σμένες: εφημερίδες/σελίδες. ~σμένα: βιβλία (: πολυκαιρισμένα, φθαρμένα). ● ΦΡ.: κιτρίνισε/πρασίνισε απ' το κακό/τη ζήλια του βλ. κακό [< μεσν. κιτρινίζω] | |
| 24718 | κιτρινίλα | κι-τρι-νί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ανεπιθύμητη κίτρινη απόχρωση, συνήθ. ως συνέπεια αλλοίωσης του φυσιολογικού χρώματος· (στον πληθ.) κίτρινοι λεκέδες, κίτρινα στίγματα: ~ στον τοίχο (: από την υγρασία). ~ του προσώπου (= κιτρινάδα, χλομάδα, ωχρότητα).|| ~ες στο χαλί. Βλ. -ίλα. 2. (σπάν.-προφ.) κιτρινισμός. | |
| 24719 | κιτρίνισμα | κι-τρί-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. απόκτηση κίτρινης απόχρωσης ως αποτέλεσμα αλλοίωσης· (συνεκδ., στον πληθ.) κίτρινοι λεκέδες: ~ του δέρματος και των ματιών (π.χ. από ίκτερο· βλ. χλόμιασμα)/των φύλλων (βλ. χλώρωση)/του χαρτιού (με τον χρόνο). Βλ. -ισμα.|| Λευκά ρούχα με ~ατα (= κιτρινίλες· γαριασμένα). 2. (αθλητική αργκό, στο ποδόσφαιρο κ. το βόλεϊ) τιμωρία παίκτη με κίτρινη κάρτα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ