Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [25460-25480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24703κις λορένκις λο-ρέν ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. αλμυρή τάρτα με μπέικον ή ζαμπόν, τριμμένο τυρί, κρέμα γάλακτος και αβγά. Πβ. τούρτα. Βλ. σουφλέ. [< γαλλ. quiche lorraine]
24704κισμέτκι-σμέτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μοίρα, πεπρωμένο. Πβ. γραμμένο, γραφτό, ειμαρμένη, κάρμα, ριζικό. Βλ. μοιρολατρία. [< τουρκ. kιsmet]
24705κίσσακίσ-σα ουσ. (θηλ.) : ΟΡΝΙΘ. μικρό δενδρόβιο πτηνό της οικογένειας των κορακοειδών (επιστ. ονομασ. Garrulus glandarius), με καστανοκόκκινο σώμα και μακριά μαύρη ουρά: κλέφτρα ~ (: επειδή συνηθίζει να κλέβει συνήθ. γυαλιστερά μικροαντικείμενα). Βλ. καρακάξα, κουρούνα. [< αρχ. κίσσα]
24706κισσόςκισ-σός ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. ξυλώδες, αειθαλές αναρριχώμενο φυτό (επιστ. ονομασ. Hedera helix), με πλατιά πράσινα φύλλα και ταξιανθίες πράσινων και κίτρινων λουλουδιών, που καλλιεργείται κυρ. ως καλλωπιστικό: ~οί πλεγμένοι/τυλιγμένοι γύρω από κορμούς δέντρων. Στεφάνι/φράχτης από ~ό. Βλ. κλήμα, πόθος2. [< αρχ. κισσός]
24707κιστέρνακι-στέρ-να ουσ. (θηλ.) & κινστέρνα: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία και κυρ. στο Βυζάντιο) κτιστή δεξαμενή για συγκέντρωση νερού: βυζαντινή/υπαίθρια/υπόγεια ~. Η ~ του μοναστηριού. Βλ. στέρνα, υδραγωγείο, φρεάτιο. [< μτγν. κιστέρνα]
24708κίστηκί-στη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. σκεπαστό κουτί, συνήθ. κυλινδρικό, για τη μεταφορά των ιερών αντικειμένων που χρησιμοποιούνταν σε θρησκευτικές τελετές (π.χ. στα Ελευσίνια Μυστήρια): ιερά/λίθινη ~. Πβ. καλάθι. 2. (λόγ.) κιβώτιο. [< αρχ. κίστη]
24709κιτουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ο εξοπλισμός (εργαλεία, σύνεργα) που απαιτείται για μια εργασία και η θήκη στην οποία περιέχεται: ηλεκτρονικά ~. ~ επιβίωσης/επισκευής/πρώτων βοηθειών/συντήρησης (μηχανής). Πβ. βαλιτσάκι, κασετίνα, σετ. Βλ. νεσεσέρ. [< αγγλ. kit]
24710κιτάπικι-τά-πι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (παλαιότ.-λαϊκό): βιβλίο ή τετράδιο για την καταγραφή διάφορων στοιχείων: παλιά/σκονισμένα ~ια. Πβ. κατάστιχο, τεφτέρι. Βλ. ημερολόγιο, σημειωματάριο.|| (κατ' επέκτ.-προφ.) Οικονομικά ~ια. Τα ~ια του Δήμου/Υπουργείου. Κοιτάζω/ψάχνω (σ)τα ~ια μου (= τις σημειώσεις μου).|| (μτφ.) Τα ~ια της μνήμης (= οι αναμνήσεις). [< τουρκ. kitap]
24711κιτριάκι-τρι-ά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μικρό, αειθαλές, εσπεριδοειδές δέντρο (επιστ. ονομασ. Citrus medica), κυρ. μεσογειακό, με μεγάλα, μακρόστενα φύλλα και αγκαθωτούς βλαστούς, που καλλιεργείται για τον εδώδιμο καρπό του (κίτρο) και για το ξύλο του. [< μεσν. κιτρέα]
24712κιτρικός, ή, ό κι-τρι-κός επίθ. που αναφέρεται στο 1. ΧΗΜ. κιτρικό οξύ: ~ός: χαλκός/ψευδάργυρος. ~ό: κάλιο/νάτριο. ~οί: εστέρες. 2. ΒΟΤ. (σπάν.) κίτρο. ● Ουσ.: κιτρικά (τα): ΧΗΜ. ενν. οξέα ή άλατα. ● ΣΥΜΠΛ.: κιτρικό οξύ (κωδικός αριθμός: Ε330): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. άχρωμο κρυσταλλικό οξύ (σύμβ. C6H8O7) που εμφανίζεται στον κυτταρικό μεταβολισμό, εξάγεται κυρ. από εσπεριδοειδή ή από τη ζύμωση σακχάρων και χρησιμοποιείται συνήθ. ως ρυθμιστής οξύτητας ή αρωματικό συστατικό: ο κύκλος του ~ού οξέος. Βλ. τρυγικό οξύ. [< γαλλ. citrique, αγγλ. citric]
24713κιτρινάδακι-τρι-νά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): κίτρινο χρώμα: η ~ του δέρματος (= χλομάδα, ωχρότητα). Βλ. -άδα. [< μεσν. κιτρινάδα]
24714κιτρίνηςκι-τρί-νης ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος, διαφανής ποικιλία του χαλαζία σε κίτρινο χρώμα που μοιάζει με τοπάζι. [< μτγν. (πέτρα) κιτρίνη, γαλλ. (pierre) citrine, αγγλ. citrine]
24715κιτρινιάζωβλ. κιτρινίζω
24716κιτρινιάρης, α, ικο κι-τρι-νιά-ρης επίθ. & κιτρινιάρικος, η, ο (προφ.): που έχει αχνό κίτρινο χρώμα· κατ΄επέκτ. χλομός, ωχρός: ~ικο: φως.|| ~ικο: πρόσωπο. Βλ. αρρωστιάρης, -ιάρης. [< μεσν. κιτρινιάρης]
24717κιτρινίζωκι-τρι-νί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κιτρίνι-σα, -σει, κιτρινίζ-οντας, κιτρινι-σμένος} & (λαϊκό) κιτρινιάζω 1. κάνω κάτι να αποκτήσει κίτρινο ή κιτρινωπό χρώμα: Παρκετίνη που δεν ~ει τις επιφάνειες. Βλ. αλλοιώνω. 2. (μτφ.) χλομιάζω: ~σε απ' τον φόβο του (= έχασε το χρώμα του, κέρωσε, πάνιασε). 3. (αθλητική αργκό, στο ποδόσφαιρο κ. το βόλεϊ) δείχνω σε παίκτη κίτρινη κάρτα (ως διαιτητής). ● κιτρινίζει: αποκτά κίτρινη απόχρωση: Τα φύλλα των δέντρων ~ουν (και πέφτουν) το φθινόπωρο. Έχουν ~σει τα δάχτυλα/τα δόντια του απ' το τσιγάρο.|| Οι φωτογραφίες ~σαν με τον χρόνο (= ξεθώριασαν). ~σμένες: εφημερίδες/σελίδες. ~σμένα: βιβλία (: πολυκαιρισμένα, φθαρμένα). ● ΦΡ.: κιτρίνισε/πρασίνισε απ' το κακό/τη ζήλια του βλ. κακό [< μεσν. κιτρινίζω]
24718κιτρινίλακι-τρι-νί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ανεπιθύμητη κίτρινη απόχρωση, συνήθ. ως συνέπεια αλλοίωσης του φυσιολογικού χρώματος· (στον πληθ.) κίτρινοι λεκέδες, κίτρινα στίγματα: ~ στον τοίχο (: από την υγρασία). ~ του προσώπου (= κιτρινάδα, χλομάδα, ωχρότητα).|| ~ες στο χαλί. Βλ. -ίλα. 2. (σπάν.-προφ.) κιτρινισμός.
24719κιτρίνισμακι-τρί-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. απόκτηση κίτρινης απόχρωσης ως αποτέλεσμα αλλοίωσης· (συνεκδ., στον πληθ.) κίτρινοι λεκέδες: ~ του δέρματος και των ματιών (π.χ. από ίκτερο· βλ. χλόμιασμα)/των φύλλων (βλ. χλώρωση)/του χαρτιού (με τον χρόνο). Βλ. -ισμα.|| Λευκά ρούχα με ~ατα (= κιτρινίλες· γαριασμένα). 2. (αθλητική αργκό, στο ποδόσφαιρο κ. το βόλεϊ) τιμωρία παίκτη με κίτρινη κάρτα.
24720κιτρινισμόςκι-τρι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): δημοσίευση ή προβολή σκανδαλοθηρικών θεμάτων ή χαλκευμένων ειδήσεων και γενικότ. χρήση αντιδεοντολογικών πρακτικών από ορισμένα ΜΜΕ· (στον πληθ.) τα αντίστοιχα δημοσιεύματα: δημοσιογραφικός/τηλεοπτικός ~. ~οί και συκοφαντίες/υπερβολές. Πβ. ο κίτρινος Τύπος, σκανδαλοθηρία. Βλ. -ισμός, ανεκδοτο-, λασπο-λογία, κουτσομπολιό, παρα-δημοσιογραφία, -πληροφόρηση. [< αμερικ. the yellow press, 1898]
24721κιτρινοπράσινος, η, ο κι-τρι-νο-πρά-σι-νος επίθ.: που έχει απόχρωση ανάμεσα στο κίτρινο και το πράσινο. ΣΥΝ. πρασινοκίτρινος ● Ουσ.: κιτρινοπράσινο (το): το αντίστοιχο χρώμα.
24722κίτρινος, η, ο κί-τρι-νος επίθ. 1. που έχει το χρώμα του ώριμου λεμονιού: ~η: (γλυκιά) πιπεριά/μπάλα. ~ο: ρύζι/φως. ~α: δάχτυλα/δόντια (από το τσιγάρο)/στάχυα/τριαντάφυλλα. Πβ. λεμονής. Βλ. κρεμ, πρασινο~, υπο~, φαιο~, ωχρο~.|| Η ~η φυλή (: με κύρια χαρακτηριστικά το χλομό δέρμα, το πλατύ πρόσωπο και τα σχιστά μάτια, όπως οι Κινέζοι· βλ. έγχρωμος, λευκός, μαύρος). 2. (μτφ.) χλομός, ωχρός: ~ σαν το λεμόνι. Βλ. κατα~.|| (εμφατ.) Έγινε ~ απ' τη ζήλια/τον φόβο του (: έχασε το χρώμα του). 3. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από κιτρινισμό: ~η: δημοσιογραφία/εφημερίδα/φυλλάδα. ~ο: έντυπο/περιοδικό. ~ες: ειδήσεις/εκπομπές. ~α: θέματα. Πβ. κουτσομπολίστικος, σκανδαλοθηρικός. Βλ. ροζ. ● Ουσ.: κίτρινο (το): το αντίστοιχο χρώμα: απαλό/βαθύ/έντονο/παλ/φωτεινό ~. ~ του χρωμίου/της ώχρας.|| Το ~ του αβγού (= ο κρόκος). (στον πληθ.) Της αρέσουν πολύ τα ~α (ενν. ρούχα). ● Υποκ.: κιτρινάκι (το): (για ρούχο) Θα σου πήγαινε το ~., κιτρινούλης , α, ικο & (σπάν.) κιτρινούτσικος, η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: κίτρινος πυρετός 1. ΙΑΤΡ. ιογενής μολυσματική ασθένεια των τροπικών και υποτροπικών περιοχών, που μεταδίδεται με το τσίμπημα κουνουπιών και χαρακτηρίζεται από πυρετό, εξάντληση, λευκωματουρία, ναυτία και ίκτερο. Βλ. δάγκειος πυρετός, ελώδης πυρετός, ενδημική νόσος. 2. (μτφ.) εμπορική διείσδυση της Kίνας στις αγορές όλου του κόσμου. [< γαλλ. fièvre jaune] , κίτρινες σελίδες βλ. σελίδα, κίτρινη γραμμή βλ. γραμμή, κίτρινη κάρτα βλ. κάρτα, κίτρινο φύλλο αγώνα βλ. φύλλο, ο κίτρινος Τύπος βλ. τύπος ● ΦΡ.: κίτρινος/χλομός σαν (το) κερί/φλουρί βλ. χλομός & χλωμός [< μτγν. κίτρινος ‘που έχει το χρώμα του κίτρου’, γαλλ. jaune, αγγλ. yellow]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.