Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25460-25480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24720κιτρινισμόςκι-τρι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): δημοσίευση ή προβολή σκανδαλοθηρικών θεμάτων ή χαλκευμένων ειδήσεων και γενικότ. χρήση αντιδεοντολογικών πρακτικών από ορισμένα ΜΜΕ· (στον πληθ.) τα αντίστοιχα δημοσιεύματα: δημοσιογραφικός/τηλεοπτικός ~. ~οί και συκοφαντίες/υπερβολές. Πβ. ο κίτρινος Τύπος, σκανδαλοθηρία. Βλ. -ισμός, ανεκδοτο-, λασπο-λογία, κουτσομπολιό, παρα-δημοσιογραφία, -πληροφόρηση. [< αμερικ. the yellow press, 1898]
24721κιτρινοπράσινος, η, ο κι-τρι-νο-πρά-σι-νος επίθ.: που έχει απόχρωση ανάμεσα στο κίτρινο και το πράσινο. ΣΥΝ. πρασινοκίτρινος ● Ουσ.: κιτρινοπράσινο (το): το αντίστοιχο χρώμα.
24722κίτρινος, η, ο κί-τρι-νος επίθ. 1. που έχει το χρώμα του ώριμου λεμονιού: ~η: (γλυκιά) πιπεριά/μπάλα. ~ο: ρύζι/φως. ~α: δάχτυλα/δόντια (από το τσιγάρο)/στάχυα/τριαντάφυλλα. Πβ. λεμονής. Βλ. κρεμ, πρασινο~, υπο~, φαιο~, ωχρο~.|| Η ~η φυλή (: με κύρια χαρακτηριστικά το χλομό δέρμα, το πλατύ πρόσωπο και τα σχιστά μάτια, όπως οι Κινέζοι· βλ. έγχρωμος, λευκός, μαύρος). 2. (μτφ.) χλομός, ωχρός: ~ σαν το λεμόνι. Βλ. κατα~.|| (εμφατ.) Έγινε ~ απ' τη ζήλια/τον φόβο του (: έχασε το χρώμα του). 3. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από κιτρινισμό: ~η: δημοσιογραφία/εφημερίδα/φυλλάδα. ~ο: έντυπο/περιοδικό. ~ες: ειδήσεις/εκπομπές. ~α: θέματα. Πβ. κουτσομπολίστικος, σκανδαλοθηρικός. Βλ. ροζ. ● Ουσ.: κίτρινο (το): το αντίστοιχο χρώμα: απαλό/βαθύ/έντονο/παλ/φωτεινό ~. ~ του χρωμίου/της ώχρας.|| Το ~ του αβγού (= ο κρόκος). (στον πληθ.) Της αρέσουν πολύ τα ~α (ενν. ρούχα). ● Υποκ.: κιτρινάκι (το): (για ρούχο) Θα σου πήγαινε το ~., κιτρινούλης , α, ικο & (σπάν.) κιτρινούτσικος, η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: κίτρινος πυρετός 1. ΙΑΤΡ. ιογενής μολυσματική ασθένεια των τροπικών και υποτροπικών περιοχών, που μεταδίδεται με το τσίμπημα κουνουπιών και χαρακτηρίζεται από πυρετό, εξάντληση, λευκωματουρία, ναυτία και ίκτερο. Βλ. δάγκειος πυρετός, ελώδης πυρετός, ενδημική νόσος. 2. (μτφ.) εμπορική διείσδυση της Kίνας στις αγορές όλου του κόσμου. [< γαλλ. fièvre jaune] , κίτρινες σελίδες βλ. σελίδα, κίτρινη γραμμή βλ. γραμμή, κίτρινη κάρτα βλ. κάρτα, κίτρινο φύλλο αγώνα βλ. φύλλο, ο κίτρινος Τύπος βλ. τύπος ● ΦΡ.: κίτρινος/χλομός σαν (το) κερί/φλουρί βλ. χλομός & χλωμός [< μτγν. κίτρινος ‘που έχει το χρώμα του κίτρου’, γαλλ. jaune, αγγλ. yellow]
24723κιτρινωπός, ή, ό κι-τρι-νω-πός επίθ.: που το χρώμα του πλησιάζει το κίτρινο: ~ά: φύλλα. Πβ. υποκίτρινος. Βλ. -ωπός.
24724κίτροκί-τρο ουσ. (ουδ.): ο εδώδιμος καρπός της κιτριάς, ο οποίος έχει αρωματικό φλοιό και μοιάζει με μεγάλο λεμόνι: γλυκό του κουταλιού/λικέρ ~. [< μτγν. κίτρον < λατ. citrus]
24725κιτρολεμονιάκι-τρο-λε-μο-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. υβρίδιο της λεμονιάς, που παράγει κιτρολέμονα. Βλ. εσπεριδοειδή.
24726κιτρολέμονοκι-τρο-λέ-μο-νο ουσ. (ουδ.): ο καρπός της κιτρολεμονιάς, που έχει χαρακτηριστικά κίτρου και λεμονιού: γλυκό ~. Βλ. περγαμόντο.
24727κιτρονέλαβλ. σιτρονέλα
24728κιτςεπίθ./ουσ. {άκλ.}: κακογουστιά που συνίσταται στον κραυγαλέο και φανταχτερό συνδυασμό αταίριαστων στοιχείων κυρ. στην τέχνη, το ντύσιμο, τη διακόσμηση· συνεκδ. οτιδήποτε χαρακτηρίζεται από αυτή: η αποθέωση/το βασίλειο του ~. Στα όρια του ~. Πβ. ακαλαισθησία. Βλ. βλαχομπαρόκ, καρακίτς, κιτσαρία, λαϊκούρα.|| (ως επίθ.) ~ εμφάνιση/ρούχα (= κιτσάτη/α. ΑΝΤ. σικ). Βλ. μπανάλ, φολκλόρ. [< γερμ. Kitsch < διαλεκτ. kitschen ‘μουτζουρώνω’, αγγλ. kitsch, 1925, γαλλ. kit(s)ch, 1962]
24729κιτσαρίακι-τσα-ρί-α ουσ. (θηλ.) & κιτσαριό (το) (προφ.): κιτς κατάσταση, κακογουστιά· συνεκδ. καθετί που χαρακτηρίζεται από αυτή: Η ~ σε όλο της το μεγαλείο! Πβ. βλαχομπαρόκ, καρα~, καρακιτσαριό.|| Αγαλματάκια, πιατάκια, σεμεδάκια και λοιπές ~ες.
24730κιτσάτος, η, ο [κιτσᾶτος] κι-τσά-τος επίθ. (προφ.): που είναι κιτς: ~η: αισθητική/εμφάνιση. ~α: αξεσουάρ/ρούχα. Πβ. κακόγουστος. Βλ. -άτος.
24731κιχεπιφών. {άκλ.} (προφ.): μόκο, τσιμουδιά. Κυρ. στις ● ΦΡ.: δεν ακούγεται/δε(ν) βγαίνει άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά βλ. μιλιά, δεν βγάζω άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά βλ. μιλιά [< λ. ηχομιμητ.]
24732κίχληκί-χλη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΟΡΝΙΘ. τσίχλα. [< αρχ. κίχλη]
24733κιχώριοκι-χώ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. γένος ποωδών φυτών (επιστ. ονομασ. Cichorium Intybus), στο οποίο ανήκουν φυτά όπως τα ραδίκια και τα αντίδια. [< αρχ. κιχώριον]
24735κλαβιέκλα-βιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. πληκτρολόγιο: δυναμικό ~ (αρμονίου). Το ~ του πιάνου. [< γαλλ. clavier]
24736κλαγγήκλαγ-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: η κλαγγή των όπλων: οξύς και δυνατός ήχος συγκρουόμενων σιδερένιων όπλων· κατ' επέκτ. κλίμα σύγκρουσης και αντιπαράθεσης. Πβ. κροτάλισμα.|| (μτφ.) Η ~ ~ στο κόμμα καταλάγιασε. [< αρχ. κλαγγή]
24737κλάδεμακλά-δε-μα ουσ. (ουδ.) {κλαδέμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κλαδεύω: ~ δέντρων/θάμνων. ~ της ελιάς. ~ ανανέωσης/διαμόρφωσης/καρποφορίας. Πριόνι/ψαλίδι ~ατος (= κλαδευτήρι). Πβ. κλάδευση, κούρεμα. Βλ. κουτσούρεμα.|| (σπάν. στον πληθ., κλαδεμένα κλαδιά:) Κομποστοποίηση/(περι)συλλογή ~άτων. 2. (μτφ., στην ποδοσφαιρική αργκό) αντιαθλητική ενέργεια κατά την οποία ένας παίκτης κλοτσά δυνατά στα πόδια τον αντίπαλό του και τον ανατρέπει, κυρ. στην προσπάθεια να του πάρει την μπάλα. [< 1: μτγν. κλάδευμα]
24738κλάδευσηκλά-δευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κλάδεμα· συνήθ. οι σχετικές εργασίες που γίνονται από συνεργεία του Δήμου. [< μτγν. κλάδευσις]
24739κλαδευτήρικλα-δευ-τή-ρι ουσ. (ουδ.) 1. & (σπάν.-λαϊκό) κλαδευτήρα (η): μεταλλικό εργαλείο κλαδέματος, συνήθ. με μορφή ψαλίδας: ηλεκτρικό/τηλεσκοπικό ~. Επαγγελματικό ~ (ακριβείας). ~ια και μηχανές κουρέματος/σκαλιστήρια. Βλ. -τήρι. 2. (μτφ., στην ποδοσφαιρική αργκό) ποδοσφαιριστής, κυρ. αμυντικός, ο οποίος κλαδεύει συχνά τους αντιπάλους του. [< 1: μεσν. κλαδευτήρι]
24740κλαδευτήςκλα-δευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. εργάτης που ασχολείται με το κλάδεμα. 2. (λαϊκό) μήνας κατά τη διάρκεια του οποίου εκτελούνται εργασίες κλαδέματος: Γενάρης/Φλεβάρης ο ~. [< μτγν. κλαδευτής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.