| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24723 | κιτρινωπός | , ή, ό κι-τρι-νω-πός επίθ.: που το χρώμα του πλησιάζει το κίτρινο: ~ά: φύλλα. Πβ. υποκίτρινος. Βλ. -ωπός. | |
| 24724 | κίτρο | κί-τρο ουσ. (ουδ.): ο εδώδιμος καρπός της κιτριάς, ο οποίος έχει αρωματικό φλοιό και μοιάζει με μεγάλο λεμόνι: γλυκό του κουταλιού/λικέρ ~. [< μτγν. κίτρον < λατ. citrus] | |
| 24725 | κιτρολεμονιά | κι-τρο-λε-μο-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. υβρίδιο της λεμονιάς, που παράγει κιτρολέμονα. Βλ. εσπεριδοειδή. | |
| 24726 | κιτρολέμονο | κι-τρο-λέ-μο-νο ουσ. (ουδ.): ο καρπός της κιτρολεμονιάς, που έχει χαρακτηριστικά κίτρου και λεμονιού: γλυκό ~. Βλ. περγαμόντο. | |
| 24727 | κιτρονέλα | βλ. σιτρονέλα | |
| 24728 | κιτς | επίθ./ουσ. {άκλ.}: κακογουστιά που συνίσταται στον κραυγαλέο και φανταχτερό συνδυασμό αταίριαστων στοιχείων κυρ. στην τέχνη, το ντύσιμο, τη διακόσμηση· συνεκδ. οτιδήποτε χαρακτηρίζεται από αυτή: η αποθέωση/το βασίλειο του ~. Στα όρια του ~. Πβ. ακαλαισθησία. Βλ. βλαχομπαρόκ, καρακίτς, κιτσαρία, λαϊκούρα.|| (ως επίθ.) ~ εμφάνιση/ρούχα (= κιτσάτη/α. ΑΝΤ. σικ). Βλ. μπανάλ, φολκλόρ. [< γερμ. Kitsch < διαλεκτ. kitschen ‘μουτζουρώνω’, αγγλ. kitsch, 1925, γαλλ. kit(s)ch, 1962] | |
| 24729 | κιτσαρία | κι-τσα-ρί-α ουσ. (θηλ.) & κιτσαριό (το) (προφ.): κιτς κατάσταση, κακογουστιά· συνεκδ. καθετί που χαρακτηρίζεται από αυτή: Η ~ σε όλο της το μεγαλείο! Πβ. βλαχομπαρόκ, καρα~, καρακιτσαριό.|| Αγαλματάκια, πιατάκια, σεμεδάκια και λοιπές ~ες. | |
| 24730 | κιτσάτος | , η, ο [κιτσᾶτος] κι-τσά-τος επίθ. (προφ.): που είναι κιτς: ~η: αισθητική/εμφάνιση. ~α: αξεσουάρ/ρούχα. Πβ. κακόγουστος. Βλ. -άτος. | |
| 24731 | κιχ | επιφών. {άκλ.} (προφ.): μόκο, τσιμουδιά. Κυρ. στις ● ΦΡ.: δεν ακούγεται/δε(ν) βγαίνει άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά βλ. μιλιά, δεν βγάζω άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά βλ. μιλιά [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 24732 | κίχλη | κί-χλη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΟΡΝΙΘ. τσίχλα. [< αρχ. κίχλη] | |
| 24733 | κιχώριο | κι-χώ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. γένος ποωδών φυτών (επιστ. ονομασ. Cichorium Intybus), στο οποίο ανήκουν φυτά όπως τα ραδίκια και τα αντίδια. [< αρχ. κιχώριον] | |
| 24735 | κλαβιέ | κλα-βιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. πληκτρολόγιο: δυναμικό ~ (αρμονίου). Το ~ του πιάνου. [< γαλλ. clavier] | |
| 24736 | κλαγγή | κλαγ-γή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: η κλαγγή των όπλων: οξύς και δυνατός ήχος συγκρουόμενων σιδερένιων όπλων· κατ' επέκτ. κλίμα σύγκρουσης και αντιπαράθεσης. Πβ. κροτάλισμα.|| (μτφ.) Η ~ ~ στο κόμμα καταλάγιασε. [< αρχ. κλαγγή] | |
| 24737 | κλάδεμα | κλά-δε-μα ουσ. (ουδ.) {κλαδέμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κλαδεύω: ~ δέντρων/θάμνων. ~ της ελιάς. ~ ανανέωσης/διαμόρφωσης/καρποφορίας. Πριόνι/ψαλίδι ~ατος (= κλαδευτήρι). Πβ. κλάδευση, κούρεμα. Βλ. κουτσούρεμα.|| (σπάν. στον πληθ., κλαδεμένα κλαδιά:) Κομποστοποίηση/(περι)συλλογή ~άτων. 2. (μτφ., στην ποδοσφαιρική αργκό) αντιαθλητική ενέργεια κατά την οποία ένας παίκτης κλοτσά δυνατά στα πόδια τον αντίπαλό του και τον ανατρέπει, κυρ. στην προσπάθεια να του πάρει την μπάλα. [< 1: μτγν. κλάδευμα] | |
| 24738 | κλάδευση | κλά-δευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κλάδεμα· συνήθ. οι σχετικές εργασίες που γίνονται από συνεργεία του Δήμου. [< μτγν. κλάδευσις] | |
| 24739 | κλαδευτήρι | κλα-δευ-τή-ρι ουσ. (ουδ.) 1. & (σπάν.-λαϊκό) κλαδευτήρα (η): μεταλλικό εργαλείο κλαδέματος, συνήθ. με μορφή ψαλίδας: ηλεκτρικό/τηλεσκοπικό ~. Επαγγελματικό ~ (ακριβείας). ~ια και μηχανές κουρέματος/σκαλιστήρια. Βλ. -τήρι. 2. (μτφ., στην ποδοσφαιρική αργκό) ποδοσφαιριστής, κυρ. αμυντικός, ο οποίος κλαδεύει συχνά τους αντιπάλους του. [< 1: μεσν. κλαδευτήρι] | |
| 24740 | κλαδευτής | κλα-δευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. εργάτης που ασχολείται με το κλάδεμα. 2. (λαϊκό) μήνας κατά τη διάρκεια του οποίου εκτελούνται εργασίες κλαδέματος: Γενάρης/Φλεβάρης ο ~. [< μτγν. κλαδευτής] | |
| 24741 | κλαδευτικός | , ή, ό κλα-δευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το κλάδεμα: ~ή: μηχανή/ψαλίδα (= μεγάλο κλαδευτήρι). ~ό: αλυσοπρίονο/πριόνι. ● Ουσ.: κλαδευτικό (το): ενν. μηχάνημα. [< μεσν. κλαδευτικός] | |
| 24742 | κλαδεύω | κλα-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {κλάδ-εψα, -έψει, -εύτηκε, -ευτεί, κλαδεύ-οντας, κλαδ-εμένος} 1. κόβω τα κλαδιά ενός φυτού, με σκοπό τη ρύθμιση της καρποφορίας του ή την απόκτηση συγκεκριμένου σχήματος: Σκάβω/σκαλίζω, ~ και ποτίζω. ~εψε το αμπέλι/τα δέντρα/τους θάμνους. ~εμένες τριανταφυλλιές. Πβ. κουρεύω. Βλ. κουτσουρεύω. 2. (μτφ., στην ποδοσφαιρική αργκό) ανατρέπω αντίπαλο, κλοτσώντας τον αντιαθλητικά στα πόδια. ● ΦΡ.: Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μην κοιτάζεις/και μη ρωτάς φεγγάρι βλ. φεγγάρι [< μτγν. κλαδεύω] | |
| 24743 | κλαδί | κλα-δί ουσ. (ουδ.) {κλαδ-ιού}: ΒΟΤ. καθένα από τα ξυλώδη τμήματα που αναπτύσσονται από τον κορμό ενός δέντρου ή θάμνου και φέρουν φύλλα και συνήθ. άνθη ή καρπούς: ανθισμένα/γυμνά/καμένα/ξερά/σπασμένα/πράσινα/πυκνά ~ιά. ~ αμυγδαλιάς/πεύκου/φοίνικα/φτέρης. Κόψιμο των ~ιών (= κλάδεμα). Πουλιά που πετούν από ~ σε ~. Πβ. βέργα, θαλλός, κλάδος, κλαρί, κλωνάρι, κλώνος. Βλ. ξερό-, χαμό-κλαδο, κληματίδα, παρακλάδι. ● Υποκ.: κλαδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: κλάδος ελαίας/κλαδί ελιάς βλ. ελαία ● ΦΡ.: πριονίζω το κλαδί (πάνω) στο οποίο κάθεται (κάποιος)/την καρέκλα (κάποιου) (μτφ.): υπονομεύω τη θέση του., δεν αφήνω (κάποιον) (να σταθεί) σε χλωρό κλαρί βλ. αφήνω [< μεσν. κλαδί(ν)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ