| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24741 | κλαδευτικός | , ή, ό κλα-δευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το κλάδεμα: ~ή: μηχανή/ψαλίδα (= μεγάλο κλαδευτήρι). ~ό: αλυσοπρίονο/πριόνι. ● Ουσ.: κλαδευτικό (το): ενν. μηχάνημα. [< μεσν. κλαδευτικός] | |
| 24742 | κλαδεύω | κλα-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {κλάδ-εψα, -έψει, -εύτηκε, -ευτεί, κλαδεύ-οντας, κλαδ-εμένος} 1. κόβω τα κλαδιά ενός φυτού, με σκοπό τη ρύθμιση της καρποφορίας του ή την απόκτηση συγκεκριμένου σχήματος: Σκάβω/σκαλίζω, ~ και ποτίζω. ~εψε το αμπέλι/τα δέντρα/τους θάμνους. ~εμένες τριανταφυλλιές. Πβ. κουρεύω. Βλ. κουτσουρεύω. 2. (μτφ., στην ποδοσφαιρική αργκό) ανατρέπω αντίπαλο, κλοτσώντας τον αντιαθλητικά στα πόδια. ● ΦΡ.: Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μην κοιτάζεις/και μη ρωτάς φεγγάρι βλ. φεγγάρι [< μτγν. κλαδεύω] | |
| 24743 | κλαδί | κλα-δί ουσ. (ουδ.) {κλαδ-ιού}: ΒΟΤ. καθένα από τα ξυλώδη τμήματα που αναπτύσσονται από τον κορμό ενός δέντρου ή θάμνου και φέρουν φύλλα και συνήθ. άνθη ή καρπούς: ανθισμένα/γυμνά/καμένα/ξερά/σπασμένα/πράσινα/πυκνά ~ιά. ~ αμυγδαλιάς/πεύκου/φοίνικα/φτέρης. Κόψιμο των ~ιών (= κλάδεμα). Πουλιά που πετούν από ~ σε ~. Πβ. βέργα, θαλλός, κλάδος, κλαρί, κλωνάρι, κλώνος. Βλ. ξερό-, χαμό-κλαδο, κληματίδα, παρακλάδι. ● Υποκ.: κλαδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: κλάδος ελαίας/κλαδί ελιάς βλ. ελαία ● ΦΡ.: πριονίζω το κλαδί (πάνω) στο οποίο κάθεται (κάποιος)/την καρέκλα (κάποιου) (μτφ.): υπονομεύω τη θέση του., δεν αφήνω (κάποιον) (να σταθεί) σε χλωρό κλαρί βλ. αφήνω [< μεσν. κλαδί(ν)] | |
| 24744 | κλαδικός | , ή, ό κλα-δι-κός επίθ.: που αφορά συγκεκριμένο επαγγελματικό ή επιστημονικό κλάδο: ~ός: συνεταιρισμός/Τύπος. ~ή: (αναπτυξιακή) πολιτική. ~ό: μισθολόγιο/σωματείο/ταμείο (συντάξεων). ~οί: οργανισμοί/πολλαπλασιαστές (παραγωγής)/σύνδεσμοι. ~ές: (εμπορικές) εκθέσεις. ~ά: επιδόματα. Ανάπτυξη του ~ού κοινωνικού διαλόγου. ~ή συλλογική σύμβαση εργασίας. Βλ. δια~, πολυ~. | |
| 24745 | κλαδοπλέγματα | κλα-δο-πλέγ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΟΙΚΟΛ. πλέγματα από καμένα κλαδιά, τα οποία χρησιμοποιούνται σε κατασκευές για αντιπλημμυρική και αντιδιαβρωτική προστασία περιοχής που έχει υποστεί καταστροφή από πυρκαγιά. Βλ. κορμο-δέματα, -πλέγματα, -φράγματα. | |
| 24746 | κλάδος | κλά-δος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) αυτόνομο τμήμα, τομέας ενός ευρύτερου οργανωμένου συνόλου (διοικητικού, επαγγελματικού, επιστημονικού, μορφωτικού ή οικονομικού): ακμάζων/ανεπτυγμένος/ανταγωνιστικός/νευραλγικός ~. Ο ακαδημαϊκός/βιομηχανικός/δημοσιοϋπαλληλικός/δικαστικός/διπλωματικός/εκπαιδευτικός/εμπορικός/επιχειρηματικός/ιατρικός/κατασκευαστικός/ξενοδοχειακός/παραγωγικός/τεχνικός/τραπεζικός/φαρμακευτικός ~. Ο ~ της αγοράς/ασφάλισης (= ασφαλιστικός ~)/της Υγείας. Ανάκαμψη/ δυναμικότητα ενός ~ου. Εισφορά/παροχές ~ου ασθενείας. ~οι υπηρεσιών. Σε φάση αναδιάρθρωσης βρίσκεται ο ~ της ιχθυοκαλλιέργειας. Πτωτικά κινήθηκε ο δείκτης του ~ου των τηλεπικοινωνιών.|| (ειδικότ., για σωματείο επαγγελματιών) Ο ~ των Φιλολόγων. Τα αιτήματα/συμφέροντα ενός ~ου. Βλ. όμιλος, ομοσπονδία, συνδικαλιστής, συντεχνία.|| Ο ~ των Μαθηματικών. ~οι σπουδών. 2. (λόγ.) κλαδί. || (κατ' επέκτ.) Γενεαλογικός/οικογενειακός ~.|| (ΙΑΤΡ.) ~οι αρτηρίας/νεύρων/φλέβας. ● ΣΥΜΠΛ.: κλάδος ελαίας/κλαδί ελιάς βλ. ελαία ● ΦΡ.: μετά βαΐων και κλάδων βλ. βάγια [< 1: γαλλ. branche, rameau 2: μτγν. κλάδος] | |
| 24747 | κλαδοσπορίωση | κλα-δο-σπο-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. μυκητολογική ασθένεια κυρ. καλλιεργούμενων φυτών, όπως η ντομάτα και η πατάτα. Βλ. ανθράκ-, κηλίδ-, σεπτορί-ωση, ίσκα, περονόσπορος, σκωρίαση, φόμοψη. [< αγγλ. cladosporiosis, γαλλ. cladosporiose] | |
| 24748 | κλαδωτός | , ή, ό κλα-δω-τός επίθ. 1. που διακλαδίζεται: (ΜΑΘ.) ~ή: αλυσίδα/συνάρτηση. 2. κλαρωτός. [< μεσν. κλαδωτός 'με πολλές διακλαδώσεις'] | |
| 24749 | Κλαζομένιος | Κλα-ζο-μέ-νι-ος επίθ.: στη ● ΦΡ.: έξεστι(ν) Κλαζομενίοις ασχημονείν βλ. ασχημονώ [< αρχ. Κλαζομένιος] | |
| 24750 | κλαίω | κλαί-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κλαις ..., κλαίγοντας, (λόγ. μτχ. ενεστ. κλαί-ων, -ουσα, -ον) | έκλαι-γα, έκλα-ψα, κλά-ψει, κλαύ-τηκα κ. κλάφ-τηκα, κλαυ-τεί κ. κλαφ-τεί, κλα-μένος} & (σπάν.) κλαίγω 1. εξωτερικεύω ένα έντονο συναίσθημα (κυρ. λύπη, θλίψη, πόνο ή σπανιότ. χαρά), χύνοντας δάκρυα που, κάποιες φορές, συνοδεύονται από λυγμούς: ~ γιατί/επειδή/που ... Δεν αξίζει/πάψε (πια) να κλαις! Έλα, μην κλαις! Τι έχεις και κλαις; ~ει απαρηγόρητα/ασταμάτητα/βουβά/γοερά/εύκολα/σπαρακτικά/χωρίς λόγο. Όλο ~ει. ~νε από συγκίνηση/τα γέλια. ~γε με αναφιλητά (βλ. σκούζω)/κροκοδείλια δάκρυα. ~ψε δημόσια/μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα/στην αγκαλιά του. Ήμουν έτοιμος να/κρατήθηκα να μην/μου 'ρχεται να/πήγα να ~ψω (= να βάλω τα κλάματα). Κλάψε να ξαλαφρώσεις! Έφυγε κλαίγοντας. Πβ. με παίρνουν τα ζουμιά, με πήραν τα δάκρυα, με πήραν τα σιρόπια.|| (μτφ.-λογοτ.) ~ει ο ουρανός (= βρέχει).|| (από εξωτερικό ερέθισμα:) ~ει, καθαρίζοντας κρεμμύδια. Τσούζουν και ~νε τα μάτια μου (: δακρύζουν). Βλ. μυξο~, σιγο~. ΑΝΤ. γελώ (1) 2. (εμφατ.) θρηνώ· λυπάμαι, οικτίρω: ~ει και αναστενάζει/μοιρολογεί/φωνάζει για τον χαμό του ... ~νε τον νεκρό/τους δικούς τους. ~νε για την καταστροφή. Πβ. θρηνολογώ, πενθώ.|| ~ τα νιάτα μου/τα χρήματα που ξόδεψα άσκοπα/τον χρόνο που έχασα.|| ~ει η καρδιά/ψυχή μου (= στενοχωριέμαι πολύ)! (ειρων.) Σιγά μην ~ψω για πάρτη σου! Αν δεν πάνε καλά τα πράγματα, κλάψ' τον! Πβ. θλίβομαι, συμπονώ. ● Παθ.: κλαίγομαι: παραπονιέμαι, συνήθ. άδικα ή αναίτια: Τι (κάθεσαι και) ~εσαι όλη μέρα; Πάψε/σταμάτα να ~εσαι για το παραμικρό! ~εται μονίμως ότι δεν έχει λεφτά. Πήγε και του ~τηκε πως δεν έχει δουλειά (: τον παρακάλεσε επίμονα και αναξιοπρεπώς). Πβ. κλαυθμυρίζω, κλαψουρίζω, μεμψιμοιρώ. ● Μτχ.: κλαίων , ουσα, ον (λόγ.) 1. (συνήθ. ειρων.) που κλαίει: ~ουσες: χήρες. Το παίζει ~ουσα (= μετανοούσα) Μαγδαληνή. 2. του οποίου το φύλλωμα ή τα ανθισμένα κλαδιά γέρνουν προς το έδαφος, δίνοντας την εντύπωση δακρύων: ~ουσες: τριανταφυλλιές. ● ΣΥΜΠΛ.: κλαίουσα ιτιά βλ. ιτιά ● ΦΡ.: (εμένα/αυτόν) μη με/τον κλαις (προφ.): μη με/τον λυπάσαι, γιατί δεν έχω/έχει ανάγκη: Αυτόν ~ ~· έχει λεφτά να ζήσει!, αν δεν κλάψει το παιδί, δεν το ταΐζει η μάνα/δεν του δίνουνε βυζί (παροιμ.): για να αποκτήσεις κάτι ή να βρεις το δίκιο σου, πρέπει να το διεκδικήσεις., είναι να τον κλαίνε (κι) οι ρέγκες/είναι να τον κλαις (προφ.): για κάποιον αξιολύπητο: Εάν αποτύχω, θα είμαι (για) να με ~ οι ρέγγες. Έτσι που κατάντησε, ~ ~ (= για κλάματα/για λύπηση). , θα βάλω τη γάτα μου να κλαίει (προφ.): για δήλωση πλήρους αδιαφορίας (για κάτι): Ναι! Κι εγώ τώρα ~ ~! Σιγά μη βάλω ~ ~! Πβ. σκασίλα μου., θα κλάψουν(ε) μανούλες (προφ.): θα προκληθεί μεγάλη αναστάτωση, θα γίνει μεγάλο κακό: Αν αποφασίσει να μιλήσει, (τότε) ~ ~ (πβ. θα πέσουν κορμιά). (απειλητ.) Μην το ξανακάνεις, διαφορετικά ~ ~!, κλαίν'/κλαίνε οι χήρες, κλαίν'/κλαίνε κι οι παντρεμένες (παροιμ.): για άτομο ανικανοποίητο, που παραπονιέται, ενώ δεν θα έπρεπε., κλαίω πικρά: μετανιώνω: ~ει ~ για το κακό που προκάλεσε.|| (συνήθ. απειλητ.) Θα ~ψεις ~ για όσα μου 'κανες (= θα το πληρώσεις ακριβά)!, κλάφ' τα (Χαράλαμπε) (προφ.): για άθλια κατάσταση. ΣΥΝ. άστα βράστα, βράσε ρύζι/όρυζα, κλάψε με μάνα (μ') κλάψε με! (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθούν οι φοβερές συνέπειες που θα υποστεί κάποιος, σε περίπτωση που συμβεί αυτό που απεύχεται: Θα το μάθει και τότε ~ ~!, να κλάψω ή να γελάσω; (προφ., δηλωτικό αμηχανίας, απογοήτευσης ή στωικότητας): να στενοχωρηθώ ή να χαρώ;: Μ' αυτά που άκουσα, θα πρέπει ~ ~; Εδώ (τώρα) κλαίνε ή γελάνε;, ούτε κλαίει ούτε γελάει (προφ.) 1. (μτφ.) κάτι βρίσκεται σε μία μέση (ούτε θετική ούτε αρνητική) κατάσταση: Η πορεία της οικονομίας ~ ~. 2. (για πρόσ.) δεν εκδηλώνει κανένα συναίσθημα, τηρεί ουδέτερη στάση., τραβάτε/βαράτε με κι ας κλαίω (προφ.-ειρων.): για κάποιον που προσποιείται ότι κάνει κάτι μόνο και μόνο επειδή υποκύπτει σε εξωτερικές πιέσεις και όχι επειδή, κατά βάθος, το θέλει πραγματικά: Όλο ~ ~ είσαι!, αύριο κλαίνε βλ. αύριο, δεν έχει μαντίλι να κλάψει βλ. μαντίλι, κλαίω και οδύρομαι/χτυπιέμαι βλ. οδύρομαι, κλαίω με μαύρο δάκρυ βλ. δάκρυ, κλαίω τα λεφτά μου βλ. λεφτά, κλαίω τη μοίρα μου βλ. μοίρα, όλοι κλαίν(ε) τον πόνο τους κι ο μυλωνάς τ' αυλάκι βλ. μυλωνάς, περασμένα μεγαλεία (και διηγώντας τα να κλαις) βλ. μεγαλείο [< αρχ. κλαίω] | |
| 24751 | κλακ | επιφών.: στιγμιαίος, μικρής έντασης ήχος, προκαλούμενος από σπάσιμο, χτύπημα, σύνδεση ή κούμπωμα: κλικ ~.|| (ως ουσ.) Ακούστηκε ένα ~. [< λ. ηχομιμητ., γαλλ. clac, αγγλ. clack] | |
| 24752 | κλάκα | κλά-κα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ομάδα κλακαδόρων· συνεκδ. επιδοκιμασίες: ~ και χειροκροτήματα. Βλ. αποδοκιμασία. [< γαλλ. claque] | |
| 24753 | κλακαδόρος | κλα-κα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): πρόσωπο που τοποθετείται σε δημόσια, συνήθ. πολιτική εκδήλωση, για να επιδοκιμάζει με φωνές και χειροκροτήματα. Βλ. βαλτός, εγκάθετος, -αδόρος. | |
| 24754 | κλακάζ | κλα-κάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (αργκό): μεγάλη αναστάτωση, ταραχή, σύγχυση: ψυχολογικό ~. Έπαθε ~ (= ταράκουλο). Πβ. βραχυκύκλωμα. [< γαλλ. claquage] | |
| 24755 | κλακέτα | κλα-κέ-τα ουσ. (θηλ.): ξύλινο όργανο που χρησιμοποιείται σε κινηματογραφικά και τηλεοπτικά γυρίσματα και αποτελείται από έναν μικρό πίνακα όπου αναγράφονται τα στοιχεία λήψης καθώς και η συγκεκριμένη σκηνή και από έναν βραχίονα με το χτύπημα του οποίου δηλώνεται η έναρξη γυρίσματος του πλάνου: Φώτα, κάμερα, ~, πάμε! Βλ. -έτα. ● κλακέτες (οι): μεταλλικές ή ξύλινες πλάκες, κυρ. είδος χορού ο οποίος βασίζεται στους ήχους που παράγουν τα χτυπήματα της μύτης και του τακουνιού των παπουτσιών του χορευτή, τα οποία είναι εφοδιασμένα με αυτές στα αντίστοιχα σημεία. Βλ. φλαμένγκο. [< γαλλ. claquette, ιταλ. claquettes, 1952] | |
| 24756 | κλάμα | κλά-μα ουσ. (ουδ.) {κλάμ-ατος | -ατα}: ροή δακρύων εξαιτίας έντονου συναισθήματος (λύπης, οργής, πόνου ή χαράς), που συνοδεύεται συνήθ. από άναρθρους ήχους ή/και λυγμούς: ασυγκράτητο/βουβό/γοερό (βλ. κοπετός)/δυνατό/λυτρωτικό/πνιχτό/σιγανό/σπαρακτικό ~. Το ~ του μωρού. Μάτια πρησμένα απ' το ~. Τέρμα τα ~ατα (κι οι στενοχώριες)! (εμφατ.) Έριξε το ~ του αιώνα/της ζωής της (= έκλαψε πολύ). Έλιωσε στο ~. Άρχισε/έβαλε τα ~ατα. Αναλύθηκε/ξέσπασε σε ~ατα. ΣΥΝ. κλαυθμός. Πβ. αναφιλητά, θρήνος, κλάψιμο, πλάνταγμα.|| Το (λυπητερό) ~ του σκύλου. ● ΦΡ.: για κλάματα (προφ.): για κάποιον ή κάτι που βρίσκεται σε τραγική, αξιολύπητη κατάσταση. Βλ. για γέλια., και κλάμα (αργκό-ειρων.): για κάποιον που περιέπεσε σε δυσάρεστη κατάσταση: ~ η κυρία!, σπαράζω/πλαντάζω/βαλαντώνω/σκάω στο κλάμα & σπαράζω απ' το κλάμα (προφ.): κλαίω με λυγμούς, γοερά., για γέλια και για κλάματα βλ. γέλιο, με πήραν τα δάκρυα/κλάματα βλ. δάκρυ [< μεσν. κλάμα] | |
| 24757 | κλαμένος | , η, ο κλα-μέ-νος επίθ.: που έχει κλάψει: Γύρισε ~.|| ~ο: πρόσωπο. ~α: μάτια (= δακρυσμένα).|| ~η: φωνή. Πήρε το γνωστό ~ο (= κλαψιάρικο, παραπονεμένο) του ύφος. ● ΦΡ.: σαν κλαμένη χήρα βλ. χήρα | |
| 24758 | κλάμερ | κλά-μερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αξεσουάρ για το πιάσιμο των μαλλιών, που μοιάζει με δαγκάνα. Πβ. κοκαλάκι. Βλ. μπαρέτα, πιάστρα, χτένι1. ● Υποκ.: κλαμεράκι (το) [< αγγλ. clam] | |
| 24759 | κλαμπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. χώρος νυχτερινής διασκέδασης όπου μπορεί κάποιος να ακούσει μουσική (συνήθ. από ντιτζέι), να χορέψει και να πιει ποτό: παραλιακό/υπαίθριο ~. Τζαζ ~. Οι θαμώνες των ~ (= κλάμπερς). Βλ. μαγαζί, ντισκοτέκ, ξενυχτάδικο. ΣΥΝ. νάιτ κλαμπ 2. λέσχη: πριβέ/τένις ~. ~ οπαδών. Πβ. εντευκτήριο. Βλ. βιντεοκλάμπ, φαν ~.|| (συνήθ. ειρων.) Ανήκει/μπήκε στο ~ των εργένηδων/ισχυρών/παντρεμένων. ● Υποκ.: κλαμπάκι (το) ● ΦΡ.: έλα/καλώς ήρθες στο κλαμπ (προφ.-χιουμορ.): λέγεται προς κάποιον ομοιοπαθή: ~ ~ των χωρισμένων. -Δεν θα πάρω άδεια φέτος. -~ ~! [< αγγλ. join the club, 1973] [< αγγλ. club] | |
| 24760 | κλαμπ σάντουιτς | κλαμπ σά-ντου-ιτς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) κλαμπ: τύπος σάντουιτς που φτιάχνεται συνήθ. με τρεις στρώσεις ψημένου ψωμιού για τοστ, ανάμεσα στις οποίες μπαίνουν διάφορα υλικά, κυρ. αλλαντικά, τυρί, ντομάτα, μαρούλι και μαγιονέζα: ~ ~ με τηγανητές πατάτες. [< αγγλ. club sandwich, 1903] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ