Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25500-25520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24761κλάμπερκλά-μπερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (αργκό): θαμώνας κλαμπ. [< αγγλ. clubber, 1966]
24762κλάμπινγκκλά-μπινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): διασκέδαση σε κλαμπ: ξέφρενο ~. Κάνω/πάω (για) ~. [< αγγλ. clubbing, 1966]
24763κλανιάκλα-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. πορδή. 2. (μειωτ.) για κάποιον ή κάτι ασήμαντο.
24764κλανιάρης, α, ικο κλα-νιά-ρης επίθ. (προφ.) 1. που κλάνει συχνά. 2. (μειωτ.) δειλός, φοβητσιάρης. Βλ. -ιάρης.
24765κλανίδικλα-νί-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.): κλάσιμο. Βλ. -ίδι.
24766κλάνωκλά-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έκλα-σα, κλάν-οντας, κλα-σμένος} (προφ.) 1. αφήνω κλανιά. Πβ. αερίζομαι, πέρδομαι, πορδίζω. 2. (μτφ.) δεν δίνω σημασία σε κάποιον, αδιαφορώ: Τον έχει ~σμένο (= γραμμένο)! Πβ. αγνοώ, περιφρονώ. ● ΦΡ.: κλάνω μαλλί/μέντες/πατάτες: φοβάμαι υπερβολικά, τρομάζω., τι να κλάσει/κλάσουν: για κάτι που μειονεκτεί ή δεν έχει σημασία., θα μου/μας κλάσεις τ' αρχίδια! βλ. αρχίδι [< μεσν. κλάνω]
24767κλάξονκλά-ξον ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κυρ. παλαιότ.): κόρνα: ~ αυτοκινήτου/ποδηλάτου. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Klaxon < αρχ. κλάζω «κάνω θόρυβο, σφυρίζω’, 1910, γαλλ. ~, 1911]
24768κλάπακλά-πα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κομμάτι από ξύλο ή σίδερο, καρφωμένο ανάμεσα σε δύο ξύλα, το οποίο ενισχύει τη σύνδεσή τους σε διάφορες κατασκευές: οι ~ες της πόρτας (πβ. μεντεσές). [< μεσν. κλάπα]
24769κλαπάτσακλα-πά-τσα ουσ. (θηλ.) & χλαπάτσα (προφ.): διστομίαση. [< βλάχικο gălbadză, gălbeaţă]
24770κλαπατσίμπαλακλα-πα-τσί-μπα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) & κλαμπατσίμπαλα & κλαπατσίμπανα: (κρουστά) μουσικά όργανα που προκαλούν με το παίξιμό τους ενοχλητικό θόρυβο. [< ιταλ. clavicembalo, πβ. μεσν. κλαβιτσίμπαλον]
24771κλαπέντα βλ. κλέπτω
24772κλαπέτοκλα-πέ-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): βοηθητική πέδη με φραγή καυσαερίων σε μεγάλα οχήματα: ~ εξάτμισης. Πβ. βαλβίδα. Βλ. ABS. ● ΦΡ.: μου/σου/του ... φεύγει η μαγκιά/το κλαπέτο βλ. μαγκιά [< γαλλ. clapet]
24773κλάρακλά-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): (μεγάλο) κλαρί.
24774κλαρίκλα-ρί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κλαδί. Βλ. βέργα. ● Υποκ.: κλαράκι (το) ● ΦΡ.: βγάζω στο κλαρί 1. εκδίδω, εκπορνεύω. 2. αποκαλύπτω, δημοσιοποιώ., βγήκε στο κλαρί 1. έγινε πόρνη, κάνει πεζοδρόμιο. ΣΥΝ. βγήκε/έχει βγει στην πιάτσα (2) 2. ασχολήθηκε με δύσκολη ή παράνομη δραστηριότητα: Βγήκε από νωρίς στο ~ (= στη βιοπάλη, στο κουρμπέτι)., δεν αφήνω (κάποιον) (να σταθεί) σε χλωρό κλαρί βλ. αφήνω, δεν κάθεται/δεν στέκεται σε χλωρό κλαρί βλ. χλωρός [< μεσν. κλαρί]
24775κλαρινετίσταςκλα-ρι-νε-τί-στας ουσ. (αρσ.) {θηλ. κλαρινετίστα, κλαρινετίστρια}: ΜΟΥΣ. μουσικός που παίζει κλαρινέτο: ~ της τζαζ. Βλ. -ίστας. [< ιταλ. clarinettista, γαλλ. clarinettiste]
24776κλαρινέτοκλα-ρι-νέ-το ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. πνευστό όργανο συνήθ. από ξύλο, που αποτελείται από επιστόμιο με μονό γλωσσίδι, σωληνωτό τμήμα με κλειδιά και οπές (για τα δάκτυλα) και καμπάνα: μπάσο ~. Σόλο ~. Πβ. κλαρίνο. Βλ. μαντούρα, σαξόφωνο, φλάουτο, φλογέρα. [< ιταλ. clarinetto, γαλλ. clarinette]
24777κλαρινίσταςκλα-ρι-νί-στας ουσ. (αρσ.): μουσικός που παίζει κλαρίνο: ~ της τζαζ. Πβ. κλαριτζής. Βλ. -ίστας. [< ιταλ. clarinista, 1970]
24778κλαρίνοκλα-ρί-νο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. (στην ελληνική παραδοσιακή μουσική) κλαρινέτο: βιρτουόζος/δεξιοτέχνης/μάστορας του ~ου. Με ~α και βιολιά/λαούτα/νταούλια. Παίζει ~ (σε γάμους και πανηγύρια).|| (συνεκδ.) Το καλύτερο ~ (= ο καλύτερος κλαριτζής)!κλαρίνα (τα) (προφ.) 1. δημοτικά, παραδοσιακά τραγούδια: ~ και νησιώτικα. 2. ορχήστρα με κλαριτζήδες ή το νυχτερινό κέντρο όπου παίζει. ● ΦΡ.: κάθομαι/στέκομαι κλαρίνο/σούζα/απίκο βλ. στέκομαι [< ιταλ. clarino]
24779κλαριτζήςκλα-ρι-τζής ουσ. (αρσ.) & κλαριντζής (λαϊκό): λαϊκός κλαρινίστας.
24780κλαρκουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. περονοφόρο. Βλ. γερανός, παλετοφόρο. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Clark, 1917]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.