| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24781 | κλαρωτός | , ή, ό κλα-ρω-τός επίθ.: (για ρούχο ή ύφασμα) που έχει σχέδιο με κλαριά. Βλ. εμπριμέ, φλοράλ. ΣΥΝ. κλαδωτός (2) | |
| 24782 | κλασάτος | , η, ο [κλασᾶτος] κλα-σά-τος επίθ. (προφ.): αξιόλογος, υψηλού επιπέδου: ~ος: ποδοσφαιριστής. ~ο: εστιατόριο/ξενοδοχείο. Βλ. πρωτο~, δευτερο~, τριτο~. | |
| 24783 | κλασέρ | κλα-σέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ντοσιέ που φέρει κρίκους ή μπάρα συγκράτησης των χαρτιών. Βλ. ζελατίνα. [< γαλλ. classeur] | |
| 24784 | κλάση1 | κλά-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): σπάσιμο, τεμαχισμός: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ του άρτου. [< αρχ. κλάσις] | |
| 24785 | κλάση2 | κλά-ση ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο ομοειδών αντικειμένων· τάξη, κατηγορία: (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) δασμολογικές ~εις. Ασφαλιστικές ~εις των αμειβόμενων μισθωτών.|| (ΜΑΘ.) ~ υπολοίπων.|| Οχήματα/προϊόντα/σκάφος ~ης ... Πβ. είδος, ομάδα. 2. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των στρατευόμενων ενός έτους: στρατεύσιμοι προηγούμενων ~εων. Καλείται για κατάταξη η ~ του έτους ... Πβ. σειρά. 3. ΠΛΗΡΟΦ. συλλογή μεταβλητών και συναρτήσεων: αφηρημένη/συγκεκριμένη ~. Ιεραρχία ~εων. Ταξινομώ σε ~εις. 4. ΒΙΟΛ. ομοταξία. Βλ. υπερ~. ● κλάσης & (λόγ.) κλάσεως: αξίας, υψηλής ποιότητας, επιπέδου: εξοπλισμός/επιστήμονας διεθνούς ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κλάση ισοδυναμίας: ΜΑΘ. σύνολο στο οποίο κάθε ζεύγος στοιχείων συνδέεται με μια σχέση ισοδυναμίας., ενεργειακή κλάση/σήμανση βλ. ενεργειακός ● ΦΡ.: κλάσεις ανώτερος & κλάσεις καλύτερος: για κάποιον ή κάτι που υπερέχει κατά πολύ έναντι άλλου: Το βιβλίο ήταν ~ ~ο απ' την ταινία.|| Το νέο μοντέλο (κινητού) είναι μια κλάση ανώτερο/καλύτερο από το προηγούμενο (: υπερτερεί σε σχέση με αυτό). [< γαλλ. classe] | |
| 24786 | κλασικισμός | κλα-σι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τεχνοτροπία του 17ου αι. κατά την οποία ο δημιουργός (καλλιτέχνης ή συγγραφέας), εμπνευσμένος από τις αξίες της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής τέχνης, στρέφεται προς συγκεκριμένους κανόνες αισθητικής (π.χ. μέτρο, ισορροπία), καθώς και προς τη φύση και τον άνθρωπο: γερμανικός/ευρωπαϊκός ~. Πρώιμος/ώριμος ~. ~ στη(ν) αρχιτεκτονική/ζωγραφική/λογοτεχνία/μουσική. Βλ. νεο~, (υπερ)ρεαλ-, συμβολ-ισμός. [< γαλλ. classicisme, γερμ. Klassizismus] | |
| 24787 | κλασικιστής | κλα-σι-κι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. κλασικίστρια}: δημιουργός που ακολουθεί το ρεύμα του κλασικισμού. || (ως επίθ.) ~ γλύπτης/ποιητής/συγγραφέας. [< γερμ. Klassizist, αγγλ. classicist] | |
| 24788 | κλασικιστικός | , ή, ό κλα-σι-κι-στι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον κλασικισμό: ~ό: ύφος. ~ές: φόρμες. ~ά: πρότυπα. Βλ. ρομαντικός, -ιστικός1. [< αγγλ. classicistic] | |
| 24789 | κλασικός | , ή, ό κλα-σι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την αρχαία ελληνική ή ρωμαϊκή περίοδο και ειδικότ. με τους αιώνες ακμής τους· κατ' επέκτ. που μιμείται πολιτιστικά τους στοιχεία ή εμπνέεται από αυτά: ~ός: ναός/πολιτισμός. ~ή: γεωμετρία (= ευκλείδεια)/γραμματεία/εποχή/κληρονομιά/τέχνη. ~ό: πνεύμα. ~οί: φιλόσοφοι. ~ά: αγάλματα/μνημεία. Εφορεία Προϊστορικών και ~ών Αρχαιοτήτων. Τα ~ά γράμματα/χρόνια.|| (που αναφέρεται στην πνευματική ή καλλιτεχνική παραγωγή των χρόνων αυτών:) ~ός: φιλόλογος. ~ή: αρχαιολογία/ιστορία/μόρφωση/παιδεία. ~ές: γλώσσες/επιστήμες/σπουδές. Σπουδαστήριο/τομέας ~ής Φιλολογίας.|| ~ό: Λύκειο (: στο οποίο δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών και λατινικών).|| (κατ' επέκτ.) (ΑΘΛ.) ~ός: μαραθώνιος. (ΑΡΧΙΤ.) ~ός: σχεδιασμός. ~ή: απλότητα/αρχιτεκτονική (: που χαρακτηρίζεται από τον λιτό, επιβλητικό και συμμετρικό ρυθμό της σχετικής περιόδου). ~ό: στιλ (: σε αντιδιαστολή με το μπαρόκ). Βλ. μετα~, νεο~, προ~. 2. που αποτελεί διαχρονικό αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, πρότυπο· σπουδαίος, αναγνωρισμένης αξίας, ανυπέρβλητος: ~ός: κινηματογράφος. ~ή: θεωρία/λογοτεχνία/ομορφιά/ταινία. ~ό: αριστούργημα/άρωμα/βιβλίο/θέατρο/τραγούδι. ~οί: πίνακες (ζωγραφικής). ~ές: δημιουργίες/επιτυχίες/κωμωδίες/μελέτες/μελωδίες/μπαλάντες. ~ά: παραμύθια. Η ~ή ιατρική (= αλλοπαθητική)/μηχανική/στατιστική/φυσική/χημεία/ψυχολογία. Έργο που θεωρείται ~ό στο είδος του. Πβ. αξεπέραστος, άριστος. 3. που συγκεντρώνει τα βασικά γνωρίσματα (της κατηγορίας του), χαρακτηριστικός, τυπικός και συνηθισμένος· κατ' επέκτ. που μένει προσηλωμένος στο καθιερωμένο και παραδοσιακό, που δεν υιοθετεί σύγχρονες τάσεις και δεν είναι εξεζητημένος, με αποτέλεσμα να θεωρείται απλός, σοβαρός και αποδεκτός: ~ός: έλεγχος/(ιατρικός) εξοπλισμός/κανόνας/ορισμός/τύπος (εκκλησίας). ~ή: απάντηση/διδασκαλία/ερώτηση/θεραπεία/νοοτροπία/περίπτωση/προσέγγιση/συμπεριφορά. ~ό: δίλημμα/επιχείρημα/παράδειγμα/πείραμα/πρόβλημα/φαινόμενο/χαρακτηριστικό. ~οί: (ταξιδιωτικοί) προορισμοί. ~ές: αντιλήψεις/αξίες/ατάκες/διαδρομές/μέθοδοι/συνταγές/τεχνικές (πβ. κοινός). ~ και εναλλακτικός τουρισμός. Με την ~ή έννοια του όρου. ~ό δείγμα ημιμάθειας. Έκανε το ~ό λάθος. Επαναλαμβάνεται το ~ό σκηνικό.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ός: τεμπέλης/ψεύτης (πβ. πρώτης τάξεως). ΑΝΤ. ασυνήθιστος, σπάνιος.|| ~ή: αισθητική/διακόσμηση/εμφάνιση/επίπλωση. ~ό: γούστο/ντύσιμο. Βλ. νεωτεριστικός, πρωτοποριακός. (ως ουσ.) Η γοητεία του ~ού. Παντρεύω το ~ό με το μοντέρνο. 4. ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στην κλασική μουσική: ~ός: πιανίστας/συνθέτης (= μουσουργός). ~ή: κιθάρα. ● Ουσ.: Κλασικοί (οι) 1. οι αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι ποιητές, ρήτορες, ιστορικοί και φιλόσοφοι: μετάφραση των (έργων των) ~ών. 2. δημιουργοί ή ερευνητές που το έργο τους θεωρείται πρότυπο, καθιερωμένο και διαχρονικό: οι μεγάλοι ~. Άπαντα Νεοελλήνων ~ών. Έχεις διαβάσει τους ~ούς;|| Οι ~ της αριθμητικής ανάλυσης/της κοινωνιολογίας. ● επίρρ.: κλασικά: ως συνήθως, όπως συνηθίζεται: Πήγαμε ~ για ένα καφεδάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: Κλασικά Εικονογραφημένα: (παλαιότ.) τεύχη με εικονογραφημένα έργα της κλασικής λογοτεχνίας: οι αναγνώστες/οι εκδόσεις/τα εξώφυλλα των ~ών ~ων. [< αγγλ. classics illustrated, 1941] , κλασικά οικονομικά & κλασική οικονομική (σχολή): ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των οικονομικών θεωριών που διατυπώθηκαν από τα τέλη του 18ου αι. έως τα μέσα του 19ου αι. και αποτέλεσαν τις βάσεις της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης. Βλ. φιλελευθερισμός., κλασική μουσική & (προφ.) κλασική (η): ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στην περίοδο η οποία εκτείνεται από τα μέσα του 18ου ως τις αρχές του 19ου αι., αντιπροσωπεύεται κυρ. από τους Βιεννέζους δημιουργούς και χαρακτηρίζεται από φορμαλισμό και απλότητα (σε αντίθεση με τη ρομαντική)· γενικότ. έντεχνη (κυρ. δυτική) μουσική που διακρίνεται από τη λαϊκή ή παραδοσιακή. Βλ. σονάτα, συμφωνία., ερωτικό τρίγωνο βλ. τρίγωνο, κλασικό μπαλέτο βλ. μπαλέτο, κλασικός αθλητισμός βλ. αθλητισμός [< μτγν. κλασσικοί ‘ναυτικοί αξιωματούχοι’, γαλλ. classique, αγγλ. classic(al), γερμ. klassisch – παλαιότ. ορθογρ. κλασσικός] | |
| 24790 | κλασικότητα | κλα-σι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του κλασικού: η ~ του έργου/της ταινίας. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. classicality] | |
| 24791 | κλασικούρα | κλα-σι-κού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): οτιδήποτε θεωρείται αναχρονιστικό ή αποτελεί αποτυχημένη απομίμηση κλασικού προτύπου: Ακούει/διαβάζει ~ες.|| (σπάν. για πρόσ.) ~ες και συντηρητικοί. Βλ. -ούρα2. | |
| 24792 | κλάσιμο | κλά-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κλάνω. 2. (μτφ.) επίδειξη χαρακτηριστικής περιφρόνησης ή αδιαφορίας (απέναντι σε κάποιον): Μ' έχει (εντελώς) στο ~. Mου 'ριξε/έφαγα ένα ~! Πβ. γράψιμο. | |
| 24793 | κλάσμα | κλά-σμα ουσ. (ουδ.) {κλάσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΜΑΘ. μαθηματική έκφραση της μορφής x/y, όπου x ο αριθμητής και y ο παρονομαστής (y ≠ 0): αλγεβρικό/καταχρηστικό/σύνθετο ~. Ισοδύναμα ~ατα. Το ~ ως πηλίκο δύο φυσικών αριθμών. Οι όροι ενός ~ατος. Απλοποίηση ~ατος. Μετατροπή ~ατος σε δεκαδικό. ~ατα και ποσοστά. Πράξεις/σύγκριση ~άτων. Βλ. λόγος. 2. (επιστ.) μικρό μέρος ή ποσότητα ύλης, ουσίας: οργανικό ~ αστικών αποβλήτων. ~ αιωρούμενων σωματιδίων/εδάφους. Λιπιδικά ~ατα του αίματος. Πβ. κομμάτι, τμήμα.|| (ΧΗΜ.) Γραμμομοριακό ~. ~ απόσταξης.|| (ΙΑΤΡ.) ~ εξώθησης (= όγκος του αίματος που περνά κατά τη συστολή της καρδιάς).|| (ΜΟΥΣ.) Μουσικό ~ (: σημείο που προσθέτει έναν χρόνο στον χαρακτήρα πάνω από τον οποίο γράφεται). ● ΣΥΜΠΛ.: βαρύ κλάσμα: ΧΗΜ. καθένα από τα προϊόντα απόσταξης του αργού πετρελαίου με το πιο μεγάλο βάρος: ~ ~ καυσίμου. [< αγγλ. heavy fraction] , ανάγωγο κλάσμα βλ. ανάγωγος2, ετερώνυμα κλάσματα βλ. ετερώνυμος, ομώνυμα κλάσματα βλ. ομώνυμος ● ΦΡ.: σε κλάσμα/κλάσματα (του) δευτερολέπτου βλ. δευτερόλεπτο [< μτγν. κλάσμα ‘θραύσμα’, γαλλ. fraction] | |
| 24794 | κλασματικός | , ή, ό κλα-σμα-τι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που έχει τη μορφή κλάσματος, που δεν είναι δηλ. ακέραιος: ~ός: αριθμός. ~ή: γεωμετρία (βλ. φράκταλ)/εξίσωση. Σε ~ή μορφή. Βλ. δεκαδικός.|| (ΟΙΚΟΝ.) Είσπραξη/καταβολή ~ού δικαιώματος από τους δικαιούχους μετόχους. Εκποίηση/ρευστοποίηση ~ών υπολοίπων μετοχών. ● ΣΥΜΠΛ.: κλασματική απόσταξη: ΧΗΜ. διαδικασία διαχωρισμού των συστατικών ενός πτητικού υγρού μέσω απόσταξης, εξαιτίας του διαφορετικού σημείου βρασμού του καθενός: ~ ~ πετρελαίου (πβ. διύλιση). Πβ. κλασματοποίηση. Βλ. κλασμάτωση. [< γαλλ. distillation fractionnée] , κλασματική κρυστάλλωση βλ. κρυστάλλωση [< μεσν. κλασματικός 'αποσπασματικός΄, γαλλ. fractionnaire] | |
| 24795 | κλασματοποίηση | κλα-σμα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. κλασματική απόσταξη, κλασμάτωση. 2. ΙΑΤΡ. διαίρεση του συνόλου θεραπευτικής δόσης φαρμάκου ή ακτινοβολίας σε μικρότερες δόσεις που καλύπτουν μια ευρύτερη χρονική περίοδο. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. fractionation] | |
| 24796 | κλασμάτωση | κλα-σμά-τω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. διαχωρισμός υγρού στα συστατικά του, συνήθ. μέσω κλασματικής απόσταξης. Πβ. κλασματοποίηση. 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. απομόνωση κυτταρικών οργανιδίων (με φυγοκέντρηση). [< γαλλ. fractionnement] | |
| 24797 | κλασσικισμός | βλ. κλασικισμός | |
| 24798 | κλασσικιστής | βλ. κλασικιστής | |
| 24799 | κλασσικιστικός | , ή, ό βλ. κλασικιστικός | |
| 24800 | κλασσικός | βλ. κλασικός |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ