Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25540-25560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24801κλαστικός, ή, ό κλα-στι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που αποτελείται από τμήματα παλιότερων πετρωμάτων τα οποία αποσπάστηκαν από αυτά λόγω διάβρωσης: ~ός: σχηματισμός. ~ή: ιζηματογένεση. ~ές: αποθέσεις. ~ά: ιζήματα. Βλ. ιζηματογενή πετρώματα. [< γαλλ. clastique, αγγλ. clastic]
24802κλατάρισμακλα-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κλατάρω: ~ του λάστιχου. Βλ. -ισμα.
24803κλατάρωκλα-τά-ρω ρ. (αμτβ.) {κλάταρ-α κ. κλατάρ-ισα, -ισμένος} (προφ.): (μτφ.) εξαντλούμαι, καταρρέω σωματικά ή ψυχικά: Έχω ~ει (= δεν αντέχω άλλο, έχω ψοφήσει)! Πβ. νετάρω. ΣΥΝ. κρεπάρω (2) ● κλατάρει 1. (κυρ. για λάστιχο) σκάει: ~ισμένα ελαστικά. 2. (για μηχάνημα) παύει να λειτουργεί, χαλά (κυρ. λόγω υπερφόρτωσης): ~ε (: τα 'παιξε) το κομπιούτερ! [< γαλλ. éclater]
24804κλαυθμόςκλαυθ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κλάμα. ● ΦΡ.: θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός βλ. οδυρμός [< αρχ. κλαυθμός]
24805κλαυθμυρίζωκλαυθ-μυ-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) (λόγ.): κλαψουρίζω, κλαίγομαι: ~ει και μεμψιμοιρεί. [< μτγν. κλαυθμυρίζω]
24806κλαυθμώνκλαυθ-μών ουσ. (αρσ.) {κλαυθμώνος} (λόγ.): στη ● ΦΡ.: κοιλάδα των δακρύων βλ. δάκρυ [< μτγν. κλαυθμών]
24807κλαυσίγελωςκλαυ-σί-γε-λως ουσ. (αρσ.) (λόγ.) & κλαυσίγελος: γέλιο και κλάμα (συνήθ. για κωμικοτραγικές καταστάσεις). Βλ. τραγέλαφος, χαρμολύπη. [< αρχ. κλαυσίγελως]
24808κλαυτεί& κλαφτεί βλ. κλαίω
24809κλαύτηκα& κλάφτηκα βλ. κλαίω
24810κλαψεπιφών. {άκλ.}: για να δηλωθεί κλάμα ή κλαψούρισμα: ~ (~), έχασα! Πβ. σνιφ. [< λ. ηχομιμητ.]
24811κλάψακλά-ψα ουσ. (θηλ.) (προφ.): κλαψούρισμα: Άσε πια τις ~ες! Πβ. γκρίνια, μουρμούρα2, μεμψιμοιρία.
24812κλάψαςκλά-ψας ουσ. (αρσ.) (προφ.): παραπονιάρης. Πβ. μεμψίμοιρος.
24813κλαψιάρης, α, ικο κλα-ψιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.-μειωτ.): που κλαψουρίζει συνέχεια· γκρινιάρης. Πβ. μεμψίμοιρος, παραπονιάρης. Βλ. -ιάρης.
24814κλαψιάρικος, η, ο κλα-ψιά-ρι-κος επίθ. (προφ.): που φανερώνει παράπονο ή που γίνεται με παράπονο, με αποτέλεσμα να είναι συχνά ενοχλητικός: ~η: μουσική/φωνή. ~ο: ύφος. Πβ. λυγμικός, παραπονιάρικος. ● επίρρ.: κλαψιάρικα
24815κλάψιμοκλά-ψι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κλάμα. [< μεσν. κλάψιμο(ν)]
24816κλαψομούνης, κλαψομούνακλα-ψο-μού-νης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (αργκό-λ. ταμπού): άτομο που γκρινιάζει διαρκώς για τα προβλήματά του, συνήθ. συναισθηματικά ή ερωτικά. Πβ. γκρινιάρης, κλάψας, κλαψιάρης.
24817κλαψοπούλικλα-ψο-πού-λι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. είδος κουκουβάγιας (επιστ. ονομασ. Tyto alba) με λευκό κεφάλι, μεγάλα μάτια, χρυσοκίτρινη ράχη, λευκή ή σκούρα κίτρινη κοιλιά και μεγάλα πόδια. Πβ. ανθρωποπούλι, τυτώ. Βλ. γκιόνης, -πούλι.
24818κλαψουρίζωκλα-ψου-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {κλαψούρι-σε, κλαψουρί-σει, κλαψουρίζ-οντας} (προφ.): κλαίω σιγανά και με παράπονο· ειδικότ. γκρινιάζω, παραπονιέμαι: Συνέχεια ~ει για τα προβλήματά του (= κλαίγεται, μεμψιμοιρεί). Πβ. νιαουρίζω, σιγοκλαίω. ΣΥΝ. κλαυθμυρίζω, μυξοκλαίω.|| Ο σκύλος ~ε. [< μεσν. κλαψουρίζω]
24819κλαψούρισμακλα-ψού-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & κλαψούρα (η) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κλαψουρίζω: Άσε πια τις γκρίνιες και τα ~ατα! Πβ. μεμψιμοιρία, νιαούρισμα. Βλ. ιερεμιάδα, μιζέρια. ΣΥΝ. κλάψα
24820κλέβωκλέ-βω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έκλε-ψα (λόγ. μτχ. κλέψας), κλέ-ψει, κλέ-φτηκε (λόγ. εκλάπ-η, -ησαν, μτχ. κλαπ-είς, -είσα, -έν), κλέβ-οντας, (λόγ. μτχ. ενεστ.) κλέπτ-ων, κλε-μμένος} 1. οικειοποιούμαι κάτι με αθέμιτο τρόπο, συχνά έπειτα από διάρρηξη· (για πρόσ.) απάγω: Μου ~ψαν το κινητό/τα κλειδιά/την πιστωτική κάρτα/το σπίτι (= το διέρρηξαν)/τα χρήματα. Τον ~ψαν μέρα μεσημέρι/μπροστά στα μάτια δεκάδων περαστικών (: του άρπαξαν την τσάντα, το πορτοφόλι). Τον έπιασαν να ~ει (= διαπράττει κλοπή). Αρχειακό υλικό ~η από αγνώστους. Πίνακες ~ησαν από το μουσείο. ~μμένοι: θησαυροί. ~μμένα: κοσμήματα. Ανάκτηση/επιστροφή ~μμένης ιδιοκτησίας/περιουσίας. Οι ληστές διέφυγαν με ~μμένο όχημα. Πβ. απλώνω χέρι, αρπάζω, βουτώ, κάνω κάτι τσιμπητό, λαφυραγωγώ, ληστεύω, λυμαίνομαι, ξαφρίζω, ξεγυμνώνω, ρουφώ, σουφρώνω, τρώω, τσεπώνω, υπεξαιρώ, χουφτώνω, ψειρίζω.|| ~ψαν απόρρητα μυστικά/έγγραφα/κωδικούς πρόσβασης/προσωπικά δεδομένα/στοιχεία λογαριασμών. Πβ. υποκλέπτω.|| (για πνευματικά δικαιώματα:) Του ~ψε τη θεωρία/τις ιδέες. Πβ. ιδιοποιούμαι, παίρνω.|| (προφ.) Της ~ψαν το μωρό. (παλαιότ., για εκούσια απαγωγή γυναίκας, με σκοπό τον γάμο, όταν δεν υπήρχε η συγκατάθεση των γονέων:) Την ~ψε. ~φτηκε με τον αγαπημένο της. 2. (μτφ.) στερώ από κάποιον κάτι που δικαιωματικά του ανήκει ή που δεν θα ήθελε να δώσει: Του ~ψε την ευκαιρία/τη νίκη (μέσα από τα χέρια)/τα πρωτεία/την πρωτοκαθεδρία. Προσπάθησε να ~ψει λίγη από τη δημοσιότητά/δόξα/λάμψη του. Μην ~εις από το πιάτο μου (: μη μου παίρνεις το φαγητό)! ~μμένος: χρόνος. ~μμένη: ευτυχία/ομορφιά. ~μμένα: όνειρα (: δανεικά).|| Ο παίκτης ~ψε την μπάλα και βγήκε στην αντεπίθεση (: πήρε την κατοχή της από αντίπαλο).|| Θα σου ~ψω ένα φιλί (: θα καταφέρω να σε φιλήσω)! 3. (μτφ.) παραπλανώ κάποιον (σε περίπτωση συναλλαγής), αποσκοπώντας στο προσωπικό μου όφελος· παραβιάζω τους κανόνες παιχνιδιού ή εξεταστικής διαδικασίας· εξαπατώ, ξεγελώ: ~ει το Δημόσιο/την εφορία/το κράτος (: φορο-διαφεύγει, -κλέπτει· βλ. καταχρώμαι). (για έμπορο:) ~ει τους καταναλωτές/πελάτες (πβ. γδέρνω). ~ει στο ζύγι/στις τιμές. Βλ. κατα~.|| ~ει στα χαρτιά/στο πόκερ. ~ψε στις εξετάσεις/στο διαγώνισμα (: αντέγραψε). Μην ~εις (= μην κάνεις ζαβολιά)! ~μμένες: εκλογές (: στις οποίες έγινε νοθεία). 4. (μτφ.-προφ.) εξοικονομώ, ξεκλέβω: Θα ~ψω λίγο χρόνο (απ' τις δουλειές μου), για να 'ρθω να σε δω. Θα ~ψουμε λίγο (χώρο) απ' τις εικόνες, για να χωρέσει το κείμενο. Πβ. γλιτώνω. ● ΦΡ.: κλέβω την προσοχή/τα βλέμματα & (σπάν.) το ενδιαφέρον: αποσπώ την προσοχή, συνήθ. συγκεντρωμένου πλήθους: Αξιοθέατα που ~ουν ~ των επισκεπτών. ~ψε ~ του κοινού., σαν να κλέβω/κλέβει εκκλησία (προφ.): για κάτι πολύ εύκολο: Άμα παίξω εναντίον σου, θα είναι ~ ~ (: είναι σίγουρο ότι θα σε νικήσω)!, συνελήφθη κλέπτων οπώρας (λόγ.-ειρων.): πιάστηκε επ' αυτοφώρω: Πλαστογράφος που ~ ~. Πβ. πιάνω/τσακώνω κάποιον στα πράσα., άρπαξε να φας και κλέψε να 'χεις βλ. αρπάζω, δούλεψε να φας και κλέψε να ’χεις βλ. δουλεύω, έκλεψε/κέρδισε τις εντυπώσεις βλ. εντύπωση, καίω/κατακτώ/κερδίζω/κλέβω/παίρνω την καρδιά κάποιου βλ. καρδιά, κλέβει την παράσταση βλ. παράσταση, παίρνω/αρπάζω/κλέβω την μπουκιά (μέσα) από το στόμα κάποιου βλ. μπουκιά [< μεσν. κλέβω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.