Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25560-25580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24821κλειδ1-βλ. κλειδο-
24822κλειδ2-βλ. κλειδο-
24823κλείδακλεί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. επίμηκες οστό στο μπροστινό άνω τμήμα του θώρακα, συνδεδεμένο στο ένα άκρο του με το στέρνο και στο άλλο με την ωμοπλάτη. Βλ. ακρώμιο. 2. (επιστ.) κλειδί: ~α: επαλήθευσης. ~ες: αναγνώρισης/παρατήρησης/ταξινόμησης. 3. ΑΡΧΙΤ. ο κορυφαίος και μεσαίος από τους λίθους μιας αψίδας. [< 1: αρχ. κλείς, αιτ. κλεῖδα 3: γαλλ. clé (de voûte)]
24824κλειδαμπαρώνωκλει-δα-μπα-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {κλειδαμπάρω-σα, κλειδαμπαρώ-σει, -θηκα, -θεί, κλειδαμπαρών-οντας, κλειδαμπαρω-μένος} (προφ.): κλείνω, ασφαλίζω, κλειδώνω καλά, για λόγους προστασίας ή για να μην υπάρχει πιθανότητα διαφυγής ή εξόδου: ~σε πόρτες και παράθυρα. ΣΥΝ. κλειδομανταλώνω ● Παθ.: κλειδαμπαρώνομαι: κλείνομαι σε ασφαλή χώρο, για να προστατευτώ ή για να μείνω μόνος μου: ~μένος στο γραφείο/σπίτι του. Πβ. διπλοκλειδώνομαι.
24825κλειδαράδικοκλει-δα-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): το μαγαζί του κλειδαρά. Βλ. -άδικο.
24826κλειδαράςκλει-δα-ράς ουσ. (αρσ.): επαγγελματίας που πουλά κλειδιά και κλειδαριές (ή και άλλα μέσα φύλαξης, π.χ. χρηματοκιβώτια), φτιάχνει αντικλείδια, επισκευάζει και τοποθετεί κλειδαριές και αναλαμβάνει το άνοιγμα σπιτιών και αυτοκινήτων (π.χ. όταν ο ιδιοκτήτης τους έχει κλειδωθεί έξω). Βλ. -άς. ΣΥΝ. κλειθροποιός
24827κλειδαριάκλει-δα-ριά ουσ. (θηλ.): μεταλλικός μηχανισμός, ο οποίος, με την εισαγωγή του σωστού κλειδιού, επιτρέπει την ασφάλιση ή απασφάλιση μιας κατασκευής, κυρ. πόρτας: μηχανική/ψηφιακή ~. Αντικλεπτικές ~ιές. Ο αφαλός/το γλωσσίδι/το ελατήριο της ~ιάς. Μεντεσέδες/μπάρες/σύρτες και ~ιές. Διέρρηξαν/έσπασαν/παραβίασαν την ~. Λαδώνω την ~. ΣΥΝ. κλειδωνιά, κλείθρο.|| Η ~ της βαλίτσας/του χρηματοκιβωτίου. Βλ. λουκέτο. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονική/ηλεκτρική κλειδαριά: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα ασφαλείας θυρών, το οποίο χρησιμοποιεί ηλεκτρονικές μεθόδους (π.χ. προσωπικό κωδικό, βιομετρικά μέσα, μαγνητική κάρτα) για την αναγνώριση της ταυτότητας του προσώπου που επιθυμεί να μπει στον χώρο: ~ ~ με δακτυλικό αποτύπωμα/μπουτόν (εσωτερικά) και πληκτρολόγιο (εξωτερικά). Βλ. κλειδάριθμος, κυπρί., κλειδαριά ασφαλείας: που δεν παραβιάζεται εύκολα. [< μεσν. κλειδαριά]
24828κλειδάριθμοςκλει-δά-ριθ-μος ουσ. (αρσ.) 1. μυστικός αριθμός που επιτρέπει την απασφάλιση κλειδαριάς. 2. αλφαριθμητικός κωδικός που χρησιμεύει στην αποκρυπτογράφηση κειμένων: ~ για ηλεκτρονική υποβολή φορολογικών δηλώσεων. [< αγγλ. key-number]
24829κλειδαρότρυπακλει-δα-ρό-τρυ-πα ουσ. (θηλ.) 1. τρύπα κλειδαριάς στην οποία μπαίνει το κλειδί: Τους έβλεπε/παρακολουθούσε κρυφά από την ~. Βλ. χαραμάδα. 2. (μτφ.) αποκάλυψη λεπτομερειών της προσωπικής ζωής κάποιου ή της εξέλιξης μιας υπόθεσης, συνήθ. από σκανδαλοθηρικές εκπομπές ή έντυπα ή γενικότ. από τα ΜΜΕ: το σύνδρομο της ~ας. Βλ. κουτσομπολιό. ● ΣΥΜΠΛ.: χειρουργική της κλειδαρότρυπας: ΙΑΤΡ. χειρουργική λαπαροσκόπηση. [< μεσν. κλειδότρυπα]
24830κλειδίκλει-δί ουσ. (ουδ.) {κλειδ-ιού | -ιών} 1. μεταλλικό όργανο, συνήθ. μικρών διαστάσεων, το άκρο του οποίου έχει εσοχές και προεξοχές, έτσι ώστε, όταν εισάγεται στην (προορισμένη γι΄αυτό) κλειδαριά, να περιστρέφεται, θέτοντας σε λειτουργία τον μηχανισμό της: σιδερένιο ~. Εφεδρικά/παντός τύπου ~ιά. Το ~ του γραφείου/του διαμερίσματος/της εισόδου/της εξώπορτας/της θυρίδας/του σπιτιού/του χρηματοκιβωτίου. ~ιά ασφαλείας. Το μπρελόκ με τα ~ιά. Δερμάτινη θήκη για ~ιά (βλ. κλειδοθήκη). Ένα μάτσο/μια αρμαθιά ~ιά. Αντίγραφα (= αντικλείδια)/κρίκος ~ιών. Γύρισε/έβαλε το ~ στη μίζα/στον διακόπτη (: για αυτοκίνητο). Χρησιμοποιώ μαγνητική κάρτα αντί ~ιού. Δεν βρίσκω/έχασα τα ~ιά μου! Μήπως είδες/ξέρεις πού είναι/πού έχω (αφήσει) τα ~ιά μου;|| Ηλεκτρονικό ~ (αυτοκινήτου). Βλ. (ξε)κλειδώνω. 2. (μτφ.) για κάποιον ή κάτι που είναι αποφασιστικής, καταλυτικής, κρίσιμης σημασίας, που αποτελεί το μέσο για την πραγματοποίηση ενός σκοπού: (ως παραθετικό σύνθ.) γεγονός/ερώτηση/ζήτημα/κίνηση/λύση-~. Μάρτυρας/πρόσωπο-~ για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Άνθρωπος-~ (: που παίζει σημαντικό, καθοριστικό, ρυθμιστικό ρόλο σε κάτι). Περιοχή/σημείο-~ (: στρατηγικής, ζωτικής σημασίας). Χρονιά-~ (πβ. σταθμός) για την οικονομία. Λέξη/φράση-~ (: για την κατανόηση του κειμένου). Ματς/ντέρμπι-~ (: για την περαιτέρω πορεία των ομάδων). Γονίδιο-~ για τη μακροζωία. Έργο-~ στην ιστορία της μουσικής. Παίκτης-~. Βαθμοί/μαθήματα-~ιά (: για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο). Μέτρα-~ιά άμεσης εφαρμογής. Προτάσεις-~ιά. Κατέχει θέση-~ στο Υπουργείο.|| Το ~ (= εξήγηση, λύση) του προβλήματος. Το (βασικό/μαγικό) ~ της επιτυχίας/ευτυχίας. Τα προσόντα (είναι το) ~ για την επαγγελματική αποκατάσταση. Κρατά τα ~ιά των εξελίξεων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Τα ~ιά της Βασιλείας των Ουρανών. 3. ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικό εργαλείο με εσοχή, ώστε να προσαρμόζεται σε προεξοχή, επιτρέποντας το βίδωμα ή ξεβίδωμα, τη σύνδεση ή αποσύνδεση μηχανισμού: γερμανικό/μηχανικό/πολυγωνικό ~. ~ γενικής χρήσης/σύσφιξης. Κατσαβίδια και ~ιά. ~ιά με καστάνια. Έσφιξε τη βίδα/το παξιμάδι με το ~. Βλ. αερό-, μπουζό-κλειδο.|| ~ιά αλλαγής ελαστικών.|| ~ του καλοριφέρ (: για εξαέρωση του σώματος)/κονσέρβας (: για το άνοιγμά της). 4. ΠΛΗΡΟΦ. τιμή που χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό εγγραφής, την ταξινόμηση λίστας στοιχείων ή την αποκωδικοποίηση (και κωδικοποίηση) δεδομένων: ~ αναζήτησης/κατακερματισμού. Πεδίο ~ιού. Επιλέγει/ορίζει/χρησιμοποιεί μια συμβολοσειρά ως κύριο/μερικό/ξένο/πρωτεύον/σύνθετο/υποψήφιο ~.|| Δημόσιο/ιδιωτικό/κρυπτογραφικό ~. Κωδικός-~. ~ ενεργοποίησης (προγράμματος)/(άδειας χρήσης) λογισμικού/προστασίας. Το ~ του συνδρομητή. Προσπέλαση (αρχείου) με ~. Διακομιστής ~ιών. Αλλάζω/εισάγω/πληκτρολογώ/σπάω το ~ (: τον κωδικό πρόσβασης). 5. ΜΟΥΣ. σύμβολο στην αρχή μουσικής γραμμής, το οποίο καθορίζει την ονομασία (ύψος) των φθόγγων που βρίσκονται σε αυτή και κατ' επέκτ. των υπολοίπων πάνω στο πεντάγραμμο: το ~ του ντο/σολ/φα. Σε ποιο ~ είναι γραμμένο/παίζεται το κομμάτι/τραγούδι; ΣΥΝ. γνώμονας (4) 6. σφηνοειδής πέτρα ή εξάρτημα με τα οποία φράσσεται οπή: (ΑΡΧΙΤ., με σκοπό τη σύνδεση και στήριξη τμημάτων) το ~ του θόλου/τόξου (βλ. ακρογωνιαίος λίθος).|| (ΜΟΥΣ., για το κούρδισμα των οργάνων) Τα ~ιά των πνευστών. Το ~ της κιθάρας/του μπουζουκιού (: που επιτρέπει το τύλιγμα των χορδών γύρω του). ● Υποκ.: κλειδάκι (το): κυρ. στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: γαλλικό κλειδί: ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο, για βίδωμα ή ξεβίδωμα αντικειμένων, με λαβίδα που προσαρμόζεται κατά περίπτωση. Βλ. κάβουρας, παπαγαλάκι., κάρτα-κλειδί βλ. κάρτα, ναυτικό κλειδί βλ. ναυτικός, στοιχείο-κλειδί βλ. στοιχείο, το κλειδί του μυστηρίου βλ. μυστήριο, υποδομή δημόσιου κλειδιού βλ. υποδομή ● ΦΡ.: με το κλειδί στο χέρι: ετοιμοπαράδοτο: αυτοκίνητο/διαμέρισμα/σπίτι ~ ~. [< γαλλ. clés en main ] , το κλειδί του Παραδείσου (μτφ.): το μέσο για να γίνει κάποιος ευτυχισμένος, να πραγματοποιήσει τα όνειρά του: Ψάχνει ~ ~. Έχει/κρατάει (στα χέρια του) τα ~ιά ~., το χρυσό κλειδί της πόλης: ανώτατη διάκριση (σε συμβολική μορφή κλειδιού), η οποία απονέμεται σε διακεκριμένο πρόσωπο από τον δήμαρχο μιας πόλης, ως ένδειξη αναγνώρισης, ευγνωμοσύνης: επίδοση του ~ού ~ιού ~ (στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας). Του παρέδωσε ~ ~, ανακηρύσσοντάς τον επίτιμο δημότη., φηλί-κλειδί (σπάν.-λαϊκό): για πρόσωπα που αλληλοσυμπληρώνονται, έχουν πολύ στενή σχέση. [< μεσν. κλειδί(ν), γαλλ. clé, αγγλ. key]
24831κλειδο- & κλειδ1-: α' συνθετικό ουσιαστικών με αναφορά στο κλειδί: κλειδο-θήκη.|| (ως κωδικός:) Κλειδ-άριθμος.
24832κλειδο- & κλειδ2-: α' συνθετικό ρημάτων με τη σημασία του κλειδώνω: κλειδο-μανταλώνω. Κλειδ-αμπαρώνω.
24833κλειδοθήκηκλει-δο-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη για κλειδιά (π.χ. μπρελόκ, πορτοφόλι ή έπιπλο): ασημένια/δερμάτινη ~.|| Επιτοίχιες ~ες. Βλ. -θήκη.
24834κλειδοκράτοραςκλει-δο-κρά-το-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.) & (λογιότ.) κλειδοκράτωρ 1. (μτφ.) αυτός που (έχει την ευθύνη να) προστατεύει κάτι ή κατέχει το μέσο για να επιτευχθεί κάτι: ο ~ του μυστικού. Πβ. φύλακας.|| Οι ~ες της γνώσης/επιστήμης.|| Ο ~ του Παραδείσου (= ο Άγιος Πέτρος). 2. (παλαιότ.) πρόσωπο που είχε υπό την επίβλεψη και κατοχή του τα κλειδιά ενός κτιρίου. Βλ. -κράτορας. ΣΥΝ. κλειδούχος (2)
24835κλειδοκύμβαλοκλει-δο-κύμ-βα-λο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λόγ.): ΜΟΥΣ. πιάνο. [< ιταλ. clavicembalo]
24836κλειδομανταλώνωκλει-δο-μα-ντα-λώ-νω ρ. (μτβ.) (λαϊκό-επιτατ.): κλειδαμπαρώνω. Πβ. διπλομανταλώνω.
24837κλειδούχος[κλειδοῦχος] κλει-δού-χος ουσ. (αρσ.) 1. σιδηροδρομικός υπάλληλος υπεύθυνος για την αλλαγή της κατεύθυνσης των σιδηροτροχιών. 2. (παλαιότ.) κλειδοκράτορας. Βλ. -ούχος1. [< αρχ. κλειδοῦχος ‘φύλακας, φρουρός’]
24838κλείδωμακλεί-δω-μα ουσ. (ουδ.) {κλειδώμ-ατος} 1. ασφάλιση πόρτας ή γενικότ. κλειδαριάς με κλειδί ή άλλο μέσο: το ~ του χρηματοκιβωτίου (ΑΝΤ. ξε~). Πβ. κλείσιμο, μαντάλωμα.|| (σε αυτοκίνητο:) Αυτόματο ~. ~ με τηλεχειρισμό. ~ τιμονιού (για προστασία από κλοπή). 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. ρύθμιση, συνήθ. με κωδικό, που εμποδίζει τρίτους να έχουν πρόσβαση σε προσωπικά ή απόρρητα δεδομένα ή αντικείμενα, με σκοπό την προστασία τους: ~ αρχείων/ιστοσελίδας/πλήκτρων/φακέλων. ~ κινητού. Σπάσιμο ~ατος. Βλ. κωδικοποίηση. ΑΝΤ. ξεκλείδωμα (2) 3. (σπάν.-μτφ.) οριστικοποίηση: ~ της ημερομηνίας. 4. μπλοκάρισμα, απενεργοποίηση μηχανισμού: ~ του διαφορικού/κινητήρα (πβ. ιμομπιλάιζερ)/των τροχών (βλ. σύστημα αντιεμπλοκής). ● ΣΥΜΠΛ.: κεντρικό κλείδωμα βλ. κεντρικός [< μτγν. κλείδωμα]
24839κλειδωνιάκλει-δω-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κλειδαριά. [< μεσν. κλειδωνιά]
24840κλειδώνωκλει-δώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κλείδω-σα, κλειδώ-σει, -θηκε, -θεί, κλειδών-οντας, κλειδω-μένος} 1. ασφαλίζω κάτι, συνήθ. με κλειδί: ~ το αυτοκίνητο/τη βαλίτσα/το συρτάρι. Η θυρίδα/το κουτί/το χρηματοκιβώτιο ~ει αυτόματα/με λουκέτο. Ο μηχανισμός ~ει υδραυλικά. ~σες την πόρτα φεύγοντας; Μην ξεχάσεις να ~σεις καλά το σπίτι! Η είσοδος της πολυκατοικίας ~εται το βράδυ. ~μένο: δωμάτιο. Πβ. αμπαρώνω, διπλο~, μανταλώνω, σφαλίζω.|| Ο βραχίονας ~ει σε όποια θέση θέλουμε (: ακινητοποιείται, μένει σταθερός).|| (μτφ.) Οι γηπεδούχοι ~σαν τη νίκη/την πρόκριση (= εξασφάλισαν). ~σαν οι υποψηφιότητες (= οριστικοποιήθηκαν). ΑΝΤ. ξεκλειδώνω (1) 2. τοποθετώ κάτι ή περιορίζω κάποιον σε χώρο ερμητικά κλειστό: ~σε τα προσωπικά του αντικείμενα στο ντουλαπάκι.|| Τον ~σαν στο κελί (πβ. εγκλείω). Τους κρατούσαν ~μένους (= έγκλειστους).|| ~εται (= απομονώνεται) στο εργαστήριο από το πρωί μέχρι το βράδυ. ~θηκε στο δωμάτιό του.|| (κατ' επέκτ.) ~θηκε (= κλείστηκε) έξω από το αυτοκίνητο/σπίτι (: δεν είχε κλειδί, για να ανοίξει την πόρτα). 3. ΠΛΗΡΟΦ. καθιστώ αδύνατη την πρόσβαση σε κάτι, την τροποποίηση ή χρήση του: ~ την ιστοσελίδα/το πληκτρολόγιο/το πρόγραμμα/τον υπολογιστή. Η συζήτηση έχει ~σει (: ο διαχειριστής ή συντονιστής μιας διαδικτυακής συζήτησης εμποδίζει με κατάλληλη ρύθμιση τα μέλη ή τους επισκέπτες να απαντήσουν, να δημοσιεύσουν ή να επεξεργαστούν κάποιο θέμα). Οι ανενεργοί για ένα μήνα λογαριασμοί ~ονται αυτόματα. Το φόρουμ έχει ~θεί. Αρχείο ~μένο με κωδικό. Βλ. κωδικοποιώ. ΑΝΤ. ξεκλειδώνω (2) ● κλειδώνει: (για μηχανισμό) παύει να λειτουργεί, απενεργοποιείται: Οι τροχοί ~ουν. Πβ. μπλοκάρω. ● ΦΡ.: κλειδώνω (κι) αμπαρώνω και ο κλέφτης είναι μέσα/τον κλέφτη βρίσκω μέσα βλ. αμπαρώνω [< 1,2: μεσν. κλειδώνω 3: αγγλ. lock]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.