| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24841 | κλείδωση | κλεί-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. σύνδεση των οστών: η ~ του γονάτου/του ώμου. Το σημείο της ~ης. Οι ~ώσεις των δαχτύλων/του σώματος. Καταπόνηση/τραύματα των ~ώσεων. Πβ. άρθρωση. [< μτγν. κλείδωσις] | |
| 24842 | κλείθρο | [κλεῖθρο] κλεί-θρο ουσ. (ουδ.) 1. (αρχαιοπρ.) κλειδαριά. Βλ. -θρο. 2. ΓΕΩΛ. τμήμα του ρήγματος το οποίο, σε αντίθεση με το υπόλοιπο, δεν σπάει εύκολα. 3. ΖΩΟΛ. οδοντωτή κλείδωση, άρθρωση των θυρίδων. [< 1: αρχ. κλεῖθρον] | |
| 24843 | κλειθροποιία | κλει-θρο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κατασκευή κλειδιών και κλειδαριών· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο εργοστάσιο. Βλ. -ποιία. | |
| 24844 | κλειθροποιός | κλει-θρο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): κλειδαράς. Βλ. -ποιός. [< μτγν. κλειθροποιός] | |
| 24845 | κλεινός | , ή, ό κλει-νός επίθ. (λόγ.): ένδοξος, φημισμένος, κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: το κλεινόν άστυ: η Αθήνα. [< αρχ. κλεινός] | |
| 24846 | κλείνω | κλεί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έκλει-σα, κλεί-σει, -στηκα, -στεί, κλείν-οντας, (σπάν.) -όμενος, κλει-σμένος} 1. μετακινώ ή τοποθετώ κινητό τμήμα ενός αντικειμένου ή μιας κατασκευής με τρόπο ώστε να φράξω τη δίοδο ή να εμποδίσω την οπτική επαφή με εσωτερικό χώρο· τον καθιστώ μη προσβάσιμο: ~ τα παντζούρια/το παράθυρο/την πόρτα (με κλειδί = κλειδώνω)/το συρτάρι. Η εξώπορτα ~ει από μέσα/ερμητικά. (σε αυτοκίνητο) Οροφή που ανοίγει και ~ει (= ανοιγοκλείνει) αυτόματα. ~σα το καπάκι. Βλ. μισο~, ξανα~.|| ~ουμε (= σκεπάζουμε) τη χύτρα και βράζουμε για μιάμιση ώρα. Θήκες που ~ουν με φερμουάρ. Πβ. σφαλίζω. ΑΝΤ. ανοίγω (1) 2. μαζεύω ή διπλώνω κάτι ανοιχτό, απλωμένο ή ξεδιπλωμένο: ~ το βιβλίο. Κρεβάτι που ανοίγει και ~ει (= πτύσσεται) εύκολα. 3. (για συσκευή ή επιχείρηση, ίδρυμα) παύω τη λειτουργία, προσωρινά ή μόνιμα: ~ τον απορροφητήρα/τον εκτυπωτή/την οθόνη/τον υπολογιστή. Το μηχάνημα ~ει αυτόματα. Κλείσε τον ήχο/την τηλεόραση!|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ το σάιτ. Πατώντας το κουμπί ~ει το παράθυρο.|| Το κατάστημα ~ει στις τρεις. ~ουν τα θέατρα/τα σχολεία (ενν. για το καλοκαίρι). ~σε το εργοστάσιο (πβ. βάζει/μπαίνει λουκέτο). 4. τελειώνω, ολοκληρώνω κάτι (δραστηριότητα, χρονική περίοδο, προφορικό ή γραπτό κείμενο), το διευθετώ οριστικά· ειδικότ. συμπληρώνω: Η εταιρεία ~σε με επιτυχία τη χρονιά. ~σε τον λόγο/την ομιλία του με μια παράκληση. (ελλειπτ.) ~ με ένα σχόλιο. (σε τελική παράγραφο) ~οντας (= τέλος), θα ήθελα να ... Καθένα από τα κεφάλαια ~ει με ανακεφαλαίωση των βασικών θέσεων. ~ουν οι εκκρεμότητες (πβ. τακτοποιώ). Το θέμα/η ιστορία ~σε (= έληξε).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~σε τον ισολογισμό/το ταμείο (: έκανε απολογισμό). Έχει ~σει ο προϋπολογισμός. (στο χρηματιστήριο) Ο Γενικός Δείκτης Τιμών ~σε (= οριστικοποιήθηκε) με απώλειες/στις ... μονάδες.|| Τα πόσα (ενν. χρόνια) ~ει; ~ει τα τριάντα. ~σε τρεις μήνες ζωής. ~σαν (= πέρασαν) ήδη δέκα χρόνια από την ίδρυση του συλλόγου. ΑΝΤ. ανοίγω (7) 5. σταματώ τη ροή ηλεκτρικού ρεύματος, υγρού ή αερίου: ~ τον διακόπτη της συσκευής. (ειδικότ.) ~σα (= έσβησα) το φως. Κλείσε τη βρύση! ~ει η βαλβίδα.|| (μτφ.) Θα ~σει η στρόφιγγα των επιχορηγήσεων. 6. διακόπτω τηλεφωνική συνομιλία: ~ το ακουστικό (= κατεβάζω)/το τηλέφωνο. (ελλειπτ.) Συγγνώμη, αλλά πρέπει να ~σω, χτυπάει το κουδούνι.|| ~σε (: έπεσε) η γραμμή. 7. δεσμεύω, κρατώ, εξασφαλίζω: ~ δωμάτιο σε ξενοδοχείο/θέση σε αεροπλάνο/τραπέζι σε εστιατόριο (= κάνω κράτηση). ~σαμε εισιτήρια για τη συναυλία. (προφ.) ~σα διακοπές στο ... 8. συνάπτω σύμβαση· έρχομαι σε συμφωνία (για κάτι): ~ουν δουλειές/παραγγελίες. Έχω ~σει ραντεβού με γιατρό. Έχει ~σει συμβόλαιο με ... ~στηκε (η) συνάντηση (πβ. ορίζω). ~σε η συμφωνία ανάμεσα στις δύο πλευρές. Πβ. συνομολογώ. 9. φράζω έναν χώρο, για να εμποδίσω τη δίοδο· δεν επιτρέπω σε κάποιον να περάσει: Μην ~εις τον διάδρομο/το πέρασμα! Ο δρόμος ~σε εξαιτίας κατολισθήσεων. ~σαν τα σύνορα. (στο ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ) Ο παίκτης ~στηκε από δύο αμυντικούς. Πβ. αποκλείω, μπλοκάρω. 10. εγκλείω, περιορίζω: Τον συνέλαβαν και τον ~σαν στο κρατητήριο. ~στηκε σε άσυλο/στη φυλακή/σε ψυχιατρείο. 11. (συνήθ. μτφ.) μειώνω: ~ει η ψαλίδα μεταξύ των δύο υποψηφίων (στις δημοσκοπήσεις). ~σε τη διαφορά του από τον πρωτοπόρο της βαθμολογίας. 12. γράφω το δεύτερο από δύο σημεία στίξης που αποτελούν ζεύγος: ~ την αγκύλη. ~ουν τα εισαγωγικά.|| (κατ' επέκτ.-προφ.) ~ την παρένθεση κι επιστρέφω στο θέμα μας! ΑΝΤ. ανοίγω (11) ● κλείνει 1. (κυριολ. κ. μτφ.) θεραπεύεται, επουλώνεται: Πληγή/τραύμα βαθύ που δεν ~ (= δεν γιατρεύεται). 2. (μτφ.) περιέχει, περιλαμβάνει: Λεύκωμα που ~ μέσα του (= εμπεριέχει, εμπερικλείει) μια ολόκληρη εποχή. ● Παθ.: κλείνομαι 1. περιορίζομαι, απομονώνομαι ή εγκλωβίζομαι: ~στηκε μόνος στο γραφείο του. Έχω ~στεί μέσα τελευταία (: δεν βγαίνω από το σπίτι για διασκέδαση).|| ~στηκα στο ασανσέρ. 2. αποκλείομαι από κάπου: ~στηκα έξω (απ' το σπίτι). ● ΦΡ.: ανοίγει/κλείνει το κεφάλαιο & ένα κεφάλαιο (μτφ.): για ζήτημα ή χρονική περίοδο που ξεκινά ή ολοκληρώνεται, έρχεται σε πέρας: Κλείνει ένα κεφάλαιο της ζωής μου. ~ ~ των μεταρρυθμίσεων., κλείνει η μύτη μου: βουλώνει, συνήθ. λόγω ασθένειας: Έχει κλείσει ~ ~ από το συνάχι., κλείνει η φωνή μου & ο λαιμός μου: δεν μπορώ να μιλήσω ή βραχνιάζω: Κρύωσα και έκλεισε ~., κλείνομαι στον εαυτό μου: γίνομαι εσωστρεφής, λιγότερο κοινωνικός, εκδηλωτικός ή διαχυτικός: Έχει ~στεί ~ της.|| (κατ' επέκτ.) Χώρα που ~εται ~ της. Βλ. ενδοστρέφεια. ΣΥΝ. κλείνομαι στο καβούκι μου, κλείνουν τα μάτια μου: νυστάζω, μου έρχεται ύπνος: ~ ~ από τη νύστα., κλείνω στην αγκαλιά μου (κάποιον): τον αγκαλιάζω: Την ~σε ~ του και τη φίλησε.|| (μτφ.) Κόλπος που ~ει ~ του το νησάκι., κλείνω στην καρδιά μου (κάποιον/κάτι) (μτφ.): αγαπώ πολύ., κλείνω τα βιβλία: ΛΟΓΙΣΤ. κάνω ισολογισμό: ~ ~ και τους λογαριασμούς της εταιρείας., κλείνω τα μάτια (κάποιου) (μτφ.) 1. τον κρατώ σε άγνοια, τον παραπλανώ: Με την παραπληροφόρηση, προσπαθούν να ~σουν ~ των πολιτών. ΑΝΤ. ανοίγω τα μάτια (κάποιου) 2. φροντίζω κάποιον στις τελευταίες του στιγμές: Του ~σε τα μάτια., κλείνω τα μάτια (μου) (μτφ.-προφ.) 1. πεθαίνω, φεύγω από τη ζωή: Θέλω να κλείσω ~ ~ ευτυχισμένος. Πβ. αποβιώνω. 2. προσποιούμαι ότι δεν είδα ή δεν αντιλήφθηκα κάτι: ~ ~ στα προβλήματα. Πβ. εθελοτυφλώ., κλείνω το μάτι (σε κάποιον): κλείνω στιγμιαία το ένα μάτι, για να αφήσω κάποιο υπονοούμενο: Μου ~ει ~ με νόημα/πονηρά.|| (μτφ.) Ο σκηνοθέτης κλείνει ~ στους θεατές., κλείνω τον φάκελο/κλείνει ο φάκελος (μτφ.): παύω να εξετάζω/παύει να εξετάζεται ένα θέμα, μια υπόθεση: Η αστυνομία ~σε τον ~ο της δολοφονίας του ... Με την καταδίκη του, ~σε οριστικά ο ~ του σκανδάλου. Βλ. βρίσκεται/είναι/μπαίνει στο συρτάρι. ΑΝΤ. ανοίγω τον φάκελο, μου/μας έχει κλείσει το σπίτι (μτφ.-προφ.) 1. για πολύ μεγάλη καταστροφή, συμφορά: Μας ~σαν τα σπίτια μας, μας ρημάξανε. 2. (συνήθ. για γυναίκα) έγινε αιτία χωρισμού, μπήκε ανάμεσα σε ζευγάρι., ανοίγουν/κλείνουν οι κάλπες βλ. κάλπη, ανοίγω/κλείνω μέτωπα βλ. μέτωπο, ανοίγω/κλείνω τον αέρα βλ. αέρας, βουλώνω/κλείνω (τα) στόματα βλ. στόμα, δεν κλείνω μάτι βλ. μάτι, θα με στείλει/θα με κλείσει στο Δαφνί/στο Δρομοκαΐτειο βλ. Δαφνί, κλείνει τις πόρτες του βλ. πόρτα, κλείνει/πέφτει η αυλαία βλ. αυλαία, κλείνομαι στο καβούκι μου βλ. καβούκι, κλείνω τ' αυτιά μου βλ. αυτί, κλείνω την πόρτα (στα μούτρα/στη μούρη/κατάμουτρα) σε κάποιον βλ. πόρτα, κλείνω το τηλέφωνο στα μούτρα κάποιου βλ. μούτρο, κλείνω/βουλώνω το στόμα κάποιου βλ. στόμα, κλείνω/βουλώνω/μπαλώνω (τις) τρύπες βλ. τρύπα, κλείνω/φράζω/κόβω το(ν) δρόμο βλ. δρόμος, ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα βλ. πόρτα, ράψε/βούλωσε/κλείσε το στόμα σου! βλ. στόμα, τον έβαλαν/έκλεισαν μέσα βλ. μέσα [< μεσν. κλείνω, κλείω γαλλ. fermer, αγγλ. close] | |
| 24847 | Κλεισθένης | Κλει-σθέ-νης ουσ. (αρσ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πρόγραμμα "Κλεισθένης" (Ν. 4555/2018): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. διάδοχος του προγράμματος Καλλικράτης, σύμφωνα με το οποίο μειώθηκε η θητεία των δημοτικών Αρχών από πενταετία σε τετραετία και υιοθετήθηκε η απλή αναλογική. | |
| 24848 | κλείσιμο | κλεί-σι-μο ουσ. (ουδ.) {κλεισίμ-ατος | -ατα} 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κλείνω: ερμητικό ~. ~ της ντουλάπας/του παραθύρου/της πόρτας/του πορτμπαγκάζ/του συρταριού. Μηχανισμοί ~ατος θυρών. Σύστημα ηλεκτρονικού ~ατος. Πβ. κλείδωμα.|| ~ του ματιού (: και ως τρόπος μυστικής συνεννόησης).|| (κυριολ. κ. μτφ.) ~ της τρύπας (πβ. βούλωμα)/του φακέλου. ΑΝΤ. άνοιγμα (1) 2. διακοπή, παύση, οριστική ή προσωρινή, της λειτουργίας: ~ της γραμμής (του μετρό)/της επιχείρησης/του εργοστασίου/του σχολείου (λόγω χιονιά)/της υπηρεσίας. Συμβολικό ~ του δήμου/των πανεπιστημίων. (Ηλεκτρονικές) συναλλαγές μετά το ~ της αγοράς. Η εταιρεία πηγαίνει για ~ (πβ. πτώχευση). Ζητούν το άμεσο ~ των παράνομων χωματερών.|| (για συσκευή:) ~ του κινητήρα/της οθόνης/της τηλεόρασης/του τηλεφώνου/του υπολογιστή (πβ. σβήσιμο). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ της εφαρμογής/του προγράμματος (ΑΝΤ. εκκίνηση). Αποθήκευση και ~ αρχείου. Πλήκτρο ~ατος του παραθύρου. 3. ολοκλήρωση, τερματισμός ή διευθέτηση· (ειδικότ., για χρόνο) συμπλήρωση: ~ των εγγραφών/της έρευνας/της συζήτησης/της συνεδρίασης/του φεστιβάλ. Βιαστικό/οριστικό ~ μιας εκκρεμότητας (πβ. τακτοποίηση). ~ φορολογικών υποθέσεων (πβ. περαίωση). Κατά το ~ των εργασιών του συνεδρίου. Με το/στο ~ της ημέρας. Στο ~ της ομιλίας του, τόνισε ... (πβ. επίλογος, κατακλείδα, τέλος).|| (ΟΙΚΟΝ.) Ανοδικό το ~ στο χρηματιστήριο. ~ του ισολογισμού/ λογαριασμού (και απόδοση του υπολοίπου στον πελάτη). ~ατα δεικτών/μετοχών. (ΛΟΓΙΣΤ.) ~ των βιβλίων.|| ~ ενός χρόνου ζωής/λειτουργίας ... 4. σταμάτημα ροής, παροχής: ~ της βρύσης/του ρεύματος. Αυτόματη βαλβίδα ~ατος. 5. κράτηση: ~ δωματίου/εισιτηρίων/εκκλησίας (για γάμο)/θέσης (στο θέατρο)/τραπεζιού (σε νυχτερινό κέντρο). Πβ. αγκαζάρισμα, καπάρωμα. 6. σύναψη: ~ ραντεβού/συμβολαίου/συμφωνίας/συνάντησης/συνθήκης (ειρήνης). ~ δουλειάς/παραγγελίας. 7. αποκλεισμός: το ~ των δρόμων (πβ. φράξιμο)/της οδού ... /της πλατείας/των στενών/των συνόρων. ~ της πρόσβασης προς το ... Πβ. μπλοκάρισμα. ΑΝΤ. απελευθέρωση (2) 8. εγκλεισμός: ~ σε ίδρυμα/στη φυλακή (= φυλάκιση)/σε ψυχιατρείο. ~ στο σπίτι (πβ. απομόνωση· ΑΝΤ. έξοδος). Πβ. περιορισμός.|| (μτφ.) ~ στον εαυτό του (βλ. εσωστρέφεια). 9. επούλωση: ~ των πληγών/του τραύματος. Πβ. γιάτρεμα, θρέψιμο. ● ΣΥΜΠΛ.: τιμή κλεισίματος/εκκαθάρισης βλ. τιμή | |
| 24849 | κλεισμένος | , η, ο κλει-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει κλειστεί ή αποκλειστεί: Όλοι οι δρόμοι είναι ~οι (= κλειστοί).|| (μτφ.) Απόμακρος, ~ στον εαυτό του. 2. περικυκλωμένος: οροπέδιο ~ο από βουνά. 3. προγραμματισμένος, κρατημένος: ~η: θέση. ~ο: δωμάτιο/εισιτήριο/ραντεβού/τραπέζι (= ρεζερβέ). ~ες: διακοπές.|| (προφ.) Δεν μπορώ να έρθω αύριο, είμαι ~ (: έχω κανονίσει). ● βλ. κεκλεισμένος | |
| 24850 | κλεισούρα | κλει-σού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) δυσάρεστη οσμή που αναδίδει χώρος που έχει μείνει για πολύ καιρό κλειστός χωρίς να αεριστεί. 2. (προφ.) παραμονή για μεγάλο διάστημα σε κλειστό χώρο, συνήθ. στο σπίτι. 3. (παλαιότ.-λαϊκό) στενό πέρασμα μεταξύ δύο βουνών. Βλ. λόγγος, ρουμάνι. ΣΥΝ. αυχένας (2), διάσελο [< μεσν. κλεισούρα] | |
| 24851 | κλειστικό | κλει-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο για κλείσιμο αντικειμένων ή συσκευασιών: ~ κονσερβών/μπουκαλιών/χαρτοκιβωτίων.|| (ως επίθ.) ~ό: εργαλείο/μηχάνημα. | |
| 24852 | κλειστο- | & κλειστό-: α' συνθετικό με αναφορά στη σημασία του κλειστού ή περιορισμένου: κλειστο-φοβία. ΚΛΕΙΣΤΟ | |
| 24853 | κλειστός | , ή, ό κλει-στός επίθ. 1. που εμποδίζει την είσοδο σε κάποιον χώρο ή την έξοδο από αυτόν, που δεν επιτρέπει τη δίοδο, την πρόσβαση σε κάτι ή την οπτική επαφή με το εσωτερικό του: ~ός: φάκελος (βλ. εσώκλειστος). ~ή: ντουλάπα/πόρτα/πύλη/τρύπα. ~ό: γράμμα/δοχείο (= σφραγισμένο)/καπάκι/κιβώτιο/μπουκάλι/παράθυρο/συρτάρι/τζάμι. ~ά: διόδια/παντζούρια/ρολά (= κατεβασμένα)/σύνορα. Πουκάμισο με ~ό γιακά (: κουμπωμένο). ~οί δρόμοι λόγω κατολίσθησης. ~ά άνθη (: μπουμπούκια). Φορά ~ή μπλούζα (ΑΝΤ. έξωμη, εξώπλατη)/~ά παπούτσια (ΑΝΤ. πέδιλα). Διατηρείτε τη συσκευασία ερμητικά ~ή (πβ. θεό-, κατά-, ολό-κλειστος)! Μασώ με ~ό το στόμα. Πβ. κλεισμένος, σφαλιστός. Βλ. μισόκλειστος. ΑΝΤ. ανοιχτός (1) 2. (για χώρο) που έχει σκεπή, σκέπαστρο ή περιφράσσεται: ~ή: αγορά/αίθουσα/πισίνα. ~ό: γκαράζ/γυμναστήριο/θέατρο/κολυμβητήριο/προπονητήριο/στάδιο. Πβ. στεγασμένος. ΑΝΤ. υπαίθριος.|| (ειδικότ. για όχημα) ~ό: αμάξωμα/φορτηγό. Πβ. σκεπαστός. Βλ. περίκλειστος.|| ~ή: αυλή. Πβ. περίφρακτος. 3. που δεν λειτουργεί προσωρινά ή μόνιμα· που δεν επιτρέπει τη ροή ηλεκτρικού ρεύματος, υγρού ή αερίου: ~ός: εκτυπωτής/θερμοσίφωνας/υπολογιστής. ~ή: τηλεόραση. ~ά: κινητά (= απενεργοποιημένα)/τηλέφωνα (: κατεβασμένα). Πβ. εκτός λειτουργίας.|| ~ός: σταθμός. ~ό: αεροδρόμιο. ~ά: γραφεία/νοσοκομεία. Μνημείο ~ό στο κοινό. Το ξενοδοχείο θα παραμείνει ~ό λόγω ανακαίνισης. ~ά τα καταστήματα.|| ~ός: διακόπτης. ~ή: βαλβίδα. Με ~ό φως (= σβηστό). 4. που αποκλείει τη συμμετοχή όσων δεν ανήκουν σε ένα συγκεκριμένο σύνολο: ~ός: διαγωνισμός. ~ή: διαδικασία/εκδήλωση/λέσχη/λίστα/παρέα/πρόσκληση/συγκέντρωση/συζήτηση/συνάντηση/συνεδρία/σύνοδος/συντεχνία. ~ό: συνέδριο. ~ές: διαβουλεύσεις. Σε ~ό (οικογενειακό) κύκλο (ΣΥΝ. στενός). ~ό δίκτυο τηλεπικοινωνιών (: περιορισμένης πρόσβασης). ΑΝΤ. ανοιχτός (9) 5. για πρόσωπο που διακρίνεται από εσωστρέφεια ή στενότητα πνεύματος· (για ομάδα ανθρώπων) που είναι απομονωμένη, δεν θέλει ή δεν μπορεί να αποκτήσει νέα μέλη, δεν δέχεται επιρροές: ~ός: τύπος/χαρακτήρας. ~ και μοναχικός/ντροπαλός (πβ. αντικοινωνικός· βλ. διαχυτ-, εκδηλωτ-ικός, εξωστρεφής).|| ~ή: κοινωνία/νοοτροπία. ~ές: αντιλήψεις. ~ά: μυαλά (: με προκαταλήψεις). Πβ. συντηρητικός. ΑΝΤ. ανοιχτός (6) 6. (για φυσικό σχηματισμό ή κατασκευή) με μικρό (ή χωρίς) άνοιγμα, κενό· που σχηματίζει ή δημιουργεί οξεία γωνία: ~ός: κόλπος/όρμος (βλ. ημίκλειστος). ~ή: κοιλάδα/πεδιάδα (: στενή). ~ό: αγγείο (βλ. αμφορέας)/λιμάνι.|| (ΜΑΘ.) ~ή καμπύλη (: χωρίς άκρα).|| ~ή: στροφή/τροχιά. ΑΝΤ. ανοιχτός (3) 7. διπλωμένος: ~ή: ομπρέλα/παλάμη. ~ά: βιβλία. Με ~ά (τα) πόδια/φτερά/χέρια. ΑΝΤ. ανοιχτός (4) 8. ΟΙΚΟΝ. προθεσμιακός: ~ές: καταθέσεις. Έχει τα χρήματα σε ~ό λογαριασμό. 9. κρυφός, μυστικός: (σε χαρτοπαίγνιο) Μοιράζονται δύο ~ά φύλλα και ένα ανοιχτό. ● επίρρ.: κλειστά: (για κατάστημα) Είμαστε ~ λόγω διακοπών. ● ΣΥΜΠΛ.: κλειστά σύμφωνα: ΓΡΑΜΜ. που παράγονται με φραγμό σε κάποιο σημείο της στοματικής κοιλότητας (π, τ, κ, μπ, ντ, γκ). Βλ. άηχα, ηχηρά σύμφωνα., κλειστή αγροτική οικονομία: στην οποία δεν δημιουργούνται πλεονάσματα για εμπορική εκμετάλλευση και η κάθε αγροτική μονάδα παράγει και ταυτόχρονα καταναλώνει, επιδιώκοντας την αυτάρκειά της. Πβ. ανταλλακτικός. Βλ. εγχρήματος., κλειστή άμυνα: ΑΘΛ. που εμποδίζει τη δίοδο των αντιπάλων προς την εστία ή το καλάθι: ~ ~ ζώνης. Κατάφερε να (δια)σπάσει την ~ ~ των γηπεδούχων. ΑΝΤ. ανοιχτή άμυνα, κλειστή γωνία: (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) η γωνία του τέρματος που φυλάσσεται από τον τερματοφύλακα: γκολ/σουτ στην ~ ~. , κλειστή ημερομηνία: προκαθορισμένη: ~ ~ αναχώρησης/επιστροφής. ΑΝΤ. ανοιχτή ημερομηνία, κλειστή οικονομία: ΟΙΚΟΝ. απομονωμένη από το διεθνές εμπόριο, χωρίς εμπορικούς δεσμούς. Βλ. ανοιχτή οικονομία. , κλειστή συλλαβή: ΓΛΩΣΣ. που λήγει σε σύμφωνο. ΑΝΤ. ανοιχτή συλλαβή, κλειστό κύκλωμα: ΗΛΕΚΤΡ. πλήρες ηλεκτρικό κύκλωμα που επιτρέπει τη δίοδο ρεύματος· (κυρ. ειδικότ.) τηλεοπτικό σύστημα με βιντεοκάμερες το σήμα των οποίων μεταφέρεται μέσω καλωδίων σε οθόνες περιορισμένου αριθμού: ~ ~ παρακολούθησης/τηλεόρασης. Ο χώρος ελέγχεται από ~ ~. Βλ. βιντεοεπιτήρηση. [< αγγλ. closed-circuit, 1949] , κλειστό παιχνίδι: ΑΘΛ. αγώνας στον οποίο οι ομάδες παίζουν αμυντικά: ~ ~ με λίγα γκολ. ΑΝΤ. ανοιχτό παιχνίδι (1), κλειστό σκορ: ΑΘΛ. με μικρή διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων: ντέρμπι με ~ ~ και συναρπαστική εξέλιξη. , κλειστό συμβόλαιο: με προκαθορισμένη ημερομηνία λήξης: διετές ~ ~ συνεργασίας., κλειστός αυτοκινητόδρομος: που δεν διασταυρώνεται στο ίδιο επίπεδο με άλλη οδό, με σιδηροδρομική ή τροχιοδρομική γραμμή ή με λωρίδα για πεζούς, αλλά διαθέτει συγκεκριμένες εισόδους και εξόδους., κλειστός ορίζοντας 1. (μτφ.) που δεν παρέχει δυνατότητες, προοπτικές: οι ~οί ~ες της ανεργίας. Άτομα με ~ούς ~ες (: με παρωπίδες, στερεότυπα). 2. χωρίς ορατότητα., ερωτήσεις κλειστού τύπου/κλειστές ερωτήσεις βλ. ερώτηση, κλειστά επαγγέλματα βλ. επάγγελμα, κλειστή θάλασσα βλ. θάλασσα, κλειστή φυλακή βλ. φυλακή, κλειστός στίβος βλ. στίβος ● ΦΡ.: με κλειστά (τα) μάτια (μτφ.): ανεπιφύλακτα· κατ' επέκτ. με μεγάλη ευκολία ή δεξιοτεχνία: Κινητό που θα επέλεγα ~ ~.|| Χειρίζεται τον υπολογιστή ~ ~. , βρίσκει/βρήκε (όλες) τις πόρτες κλειστές/την πόρτα κλειστή βλ. πόρτα, έχω τα χάλια/τις μαύρες/τις κακές/τις κλειστές μου βλ. έχω, κρατά το στόμα του κλειστό βλ. στόμα, κρατώ κλειστά/κρύβω τα χαρτιά μου βλ. χαρτί [< μτγν. κλειστός, γαλλ. fermé, αγγλ. closed] | |
| 24854 | κλειστότητα | κλει-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΘ. ιδιότητα ενός συνόλου κατά την οποία, όταν εφαρμόζεται μια συγκεκριμένη μαθηματική λειτουργία σε οποιοδήποτε στοιχείο του, προκύπτει ένα άλλο στοιχείο του ίδιου συνόλου: αλγεβρική/μεταβατική ~. 2. (σπάν.-λόγ.) η ιδιότητα του κλειστού. Βλ. -ότητα. [< 1: αγγλ. closure, 1905] | |
| 24855 | κλειστοφοβία | κλει-στο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. παθολογικός φόβος για τους κλειστούς και μικρούς ή στενούς χώρους: Έχω/με πιάνει ~. Βλ. αγοραφοβία, -φοβία. [< γαλλ. claustrophobie, αγγλ. claustrophobia] | |
| 24856 | κλειστοφοβικός | , ή, ό κλει-στο-φο-βι-κός επίθ.: που προκαλεί κλειστοφοβία ή σχετίζεται με αυτή ή (για πρόσ.) που υποφέρει από αυτή: ~ός: χώρος. Στενό, ~ό ασανσέρ. Βλ. ασφυκτικός.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: αίσθηση/ατμόσφαιρα/ταινία. ~ό: θρίλερ.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. ασθενείς). [< γαλλ. claustrophobique, αγγλ. claustrophobic | |
| 24857 | κλείστρο | [κλεῖστρο] κλεί-στρο ουσ. (ουδ.) 1. ΦΩΤΟΓΡ. εξάρτημα κάμερας, συνήθ. φωτογραφικής μηχανής, με μορφή κουρτινών ή λεπίδων μπροστά από το φιλμ που το προστατεύουν φράσσοντάς το και ανοίγουν, όταν πατηθεί το κουμπί λήψης, για να επιτρέψουν τη δίοδο του φωτός στον φακό: αργό ~. (σε βιντεοκάμερα:) Αυτόματο ~. Βλ. διάφραγμα. ΣΥΝ. φωτοφράκτης (1) 2. μεταλλικό εξάρτημα στο εσωτερικό πυροβόλου όπλου, που προσαρμόζεται στο πίσω άκρο της κάννης και εκτοξεύει το βλήμα μέσα από τη θαλάμη. 3. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός ασφάλισης: ~ (καταδυτικής) φιάλης. Βλ. κλειδί, -τρο. [< 3: μτγν. κλεῖστρον ‘σύρτης’, γαλλ. obturateur] | |
| 24858 | κλειτορίδα | κλει-το-ρί-δα ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. στυτικό όργανο στο πάνω μέρος του αιδοίου: διέγερση/διόγκωση/ερεθισμός της ~ας. Βλ. κόλπος. [< μτγν. κλειτορίς, γαλλ.-αγγλ. clitoris] | |
| 24859 | κλειτοριδεκτομή | κλει-το-ρι-δε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): αποκοπή της κλειτορίδας των κοριτσιών σε πολλές αφρικανικές και σε ορισμένες αραβικές χώρες. Βλ. περιτομή, -εκτομή. [< αγγλ. clitoridectomy, γαλλ. clitoridectomie, περ. 1950] | |
| 24860 | κλειτοριδικός | , ή, ό κλει-το-ρι-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κλειτορίδα: ~ός: ερεθισμός. ~ και κολπικός οργασμός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ