| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24861 | κλέμα | κλέ-μα ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡ. συνδετήρας γραμμών ηλεκτρικού ρεύματος: ~ες πλακέτας. ~ες διακλάδωσης και σύνδεσης καλωδίων. [< γερμ. Klemme] | |
| 24862 | κλεμεντίνη | βλ. κλημεντίνη | |
| 24863 | κλεμμένος | βλ. κλέβω | |
| 24865 | κλεπτ- | βλ. κλεπτο- | |
| 24866 | κλεπταποδοχή | κλε-πτα-πο-δο-χή ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ποινικό αδίκημα το οποίο συνίσταται στην εν γνώσει αποδοχή ή αγορά και, συνήθ., διακίνηση κλοπιμαίων: ~ αρχαιοτήτων/αυτοκινήτων. Βλ. ιδιοποίηση. ΣΥΝ. αποδοχή προϊόντων εγκλήματος [< γαλλ. recel] | |
| 24867 | κλεπταποδόχος | κλε-πτα-πο-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που διαπράττει το αδίκημα της κλεπταποδοχής. Βλ. -δόχος. [< γαλλ. receleur] | |
| 24868 | κλέπτης | βλ. κλέφτης | |
| 24869 | κλεπτο- & κλεπτ- | : λεξικό πρόθημα ουσιαστικών με αναφορά στην κλοπή ή τα κλοπιμαία: κλεπτο-μανής.|| Κλεπτ-αποδόχος. | |
| 24870 | κλεπτομανής | , ής, ές κλε-πτο-μα-νής επίθ./ουσ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. που διακατέχεται από κλεπτομανία. Βλ. -μανής. [< γερμ.-γαλλ. kleptomane, γαλλ. cleptomane, 1906] | |
| 24871 | κλεπτομανία | κλε-πτο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. διαταραχή που εκδηλώνεται ως ανεξέλεγκτη παρόρμηση για κλοπή αντικειμένων, κυρ. χωρίς οικονομικό κίνητρο. Βλ. -μανία. [< γερμ. Κleptomanie , γαλλ. cleptomanie] | |
| 24872 | κλεφτ- | βλ. κλεφτο- | |
| 24873 | κλεφτά | κλε-φτά επίρρ. (προφ.): κρυφά και βιαστικά. Κυρ. στη ● ΦΡ.: στα κλεφτά: για κάτι που γίνεται μυστικά και γρήγορα: γάμος/φιλί ~ ~. Έφυγε ~ ~. Πβ. στη ζούλα, στα κουφά, στα μουλωχτά. Βλ. στα πεταχτά. [< μεσν. κλεφτά] | |
| 24874 | κλέφτης | κλέ-φτης ουσ. (αρσ.) {κλεφτ-ών} & κλέπτης, κλέφτρα (η) 1. πρόσωπο που κλέβει: επαγγελματίας ~. ~ αυτοκινήτων/έργων τέχνης/κινητών. Κύκλωμα/συμμορία ~ών. Πιάστηκε/συνελήφθη ο ~. Μπήκαν ~ες στο μαγαζί/σπίτι. Πβ. διαρρήκτης, ληστής. Βλ. αρχι~, ζωο~.|| Προσέξτε μη σας γελάσουν, είναι ~ες (= απατεώνες, λωποδύτες)!|| (μτφ.) ~ της καρδιάς (βλ. καρδιοκλέφτρα). 2. ΙΣΤ. {συνήθ. στον πληθ.} μέλος ανυπότακτων ορεσίβιων ομάδων που αποτέλεσαν τον πυρήνα της αντίστασης κατά των Τούρκων: ~ες κι αρματολοί. Το λημέρι των ~ών. Βλ. πρωτο~. 3. ΒΟΤ. σπόρος με λεπτά και λευκά νημάτια που μεταφέρεται σε μεγάλη απόσταση από τον αέρα. ● Υποκ.: κλεφταράκος & κλεφτάκος (ο) ● Μεγεθ.: κλεφταράς & (σπάν.) κλέφταρος (ο) (επιτατ.) ● ΦΡ.: αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη (παροιμ.): αυτός που έχει αδικηθεί, θα βρει τελικά το δίκιο του., κλέφτες κι αστυνόμοι: παιδικό ομαδικό παιχνίδι, κυνηγητό., μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε (παροιμ.): έρχεται η στιγμή που οι απατεωνιές, οι κλεψιές κάποιου αποκαλύπτονται., ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται (παροιμ.): όποιος κλέβει ή λέει ψέματα, πολύ σύντομα αποκαλύπτεται., σαν τον κλέφτη/σαν κλέφτης (προφ.): αθόρυβα, χωρίς να τον πάρουν είδηση, κρυφά: Έφυγε ~ ~. Πβ. στα κλεφτά., φωνάζει ο κλέφτης, να φοβηθεί/για να φύγει ο νοικοκύρης (παροιμ.): για κάποιον που, ενώ φταίει, προσπαθεί να ρίξει τις ευθύνες σε όσους υφίστανται τις πράξεις του., κλειδώνω (κι) αμπαρώνω και ο κλέφτης είναι μέσα/τον κλέφτη βρίσκω μέσα βλ. αμπαρώνω [< μεσν. κλέφτης] | |
| 24875 | κλέφτικα | κλέ-φτι-κα επίρρ.: στις ● ΦΡ.: αν/άμα ..., (εμένα) σφύρα μου/να μου σφυρίξεις (κλέφτικα)/γράψε μου/να μου γράψεις! βλ. σφυρίζω, σφυρίζω αδιάφορα/κλέφτικα βλ. σφυρίζω ● βλ. κλέφτικος | |
| 24876 | κλέφτικο | κλέ-φτι-κο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. κομματάκια συνήθ. αρνίσιου κρέατος, που ψήνονται μαζί με άλλα συνοδευτικά υλικά (κυρ. τυρί ή/και λαχανικά) σε λαδόκολλα (ή αλουμινόχαρτο ή στη γάστρα): οφτό ~. Βλ. γκιούλμπασι, εξοχικό. | |
| 24877 | κλέφτικος | , η, ο κλέ-φτι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους κλέφτες της Τουρκοκρατίας: ~η: φορεσιά. ~α: λημέρια/(δημοτικά) τραγούδια.|| (κατ' επέκτ.) ~ο σφύριγμα (= συνθηματικό). ● Ουσ.: κλέφτικος (ο): τσάμικο. ● βλ. κλέφτικα [< μεσν. κλέφτικος] | |
| 24878 | κλεφτο- & κλεφτ- & κλέφτ- | λεξικό πρόθημα με αναφορά 1. στον κλέφτη: κλεφτο-κοτάς/~φάναρο. 2. ΙΣΤ. στους κλέφτες της Τουρκοκρατίας: κλεφτο-πόλεμος. Κλεφτ-ουριά. Κλέφτ-ικος. | |
| 24879 | κλεφτοκοτάς | κλε-φτο-κο-τάς ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που επιδίδεται σε μικροκλοπές. 2. (κυρ. παλαιότ.) κλέφτης πουλερικών. Βλ. -άς, ζωο-, κατσικο-κλέφτης. | |
| 24880 | κλεφτοπόλεμος | κλε-φτο-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) αντιπαράθεση ομάδων που δεν είναι ανοιχτή, αλλά γίνεται με συγκαλυμμένο, έμμεσο τρόπο: ~ κυβέρνησης-αντιπολίτευσης. Βλ. κρυφτούλι. 2. (μτφ.) τακτική που βασίζεται συνήθ. στις γρήγορες επιθέσεις και εφαρμόζεται με σκοπό τον αιφνιδιασμό του αντιπάλου: (ΑΘΛ.) Η ομάδα πήρε την ισοπαλία με ~ο. 3. πολεμική τακτική κατά την οποία αριθμητικά υποδεέστερες ομάδες άτακτων πολεμιστών στήνουν ενέδρες στον αντίπαλο τακτικό στρατό, ώστε να τον αιφνιδιάσουν. Πβ. αντάρτικο, ανταρτο-, συμμοριτο-πόλεμος. | |
| 24881 | κλεφτόπουλο | κλε-φτό-που-λο ουσ. (ουδ.): ΙΣΤ. κλέφτης νεαρής ηλικίας. Βλ. -όπουλο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ