Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25620-25640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24882κλεφτός, ή, ό κλε-φτός επίθ. (προφ.): που γίνεται κρυφά και βιαστικά: Έριχνε ~ές ματιές. Πβ. λαθραίος. [< μεσν. κλεφτός]
24883κλεφτουριάκλε-φτου-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-περιληπτ.): ΙΣΤ. όλοι οι κλέφτες: τα ηρωικά κατορθώματα/τα τραγούδια και οι χοροί της ~ιάς. Βλ. -ουριά.
24884κλεφτοφάναροκλε-φτο-φά-να-ρο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): μικρό φορητό φανάρι.
24885κλεφτρόνικλε-φτρό-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.): πρόσωπο, συνήθ. νεαρής ηλικίας, που διαπράττει μικροκλοπές. Βλ. -όνι.
24886κλέψαςκλέ-ψας μτχ.: στη ● ΦΡ.: ο κλέψας του κλέψαντος: για να δηλωθεί ότι το φαινόμενο της κλοπής και γενικότ. της παρανομίας έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις (μεταξύ των μελών ενός συνόλου)· ο ένας κλέβει τον άλλο. [< αρχ. κλέψας]
24887κλεψι- & κλεψί-(λόγ.): πρόθημα λέξεων που αναφέρονται σε παράνομη πράξη: κλεψι-γαμία. Κλεψί-τυπος. Βλ. κρυψί-.
24888κλεψιάκλε-ψιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): κλοπή. [< μεσν. κλεψιά]
24889κλεψιγαμίακλε-ψι-γα-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μοιχεία. [< μτγν. κλεψιγαμία]
24890κλεψιμαίικος, η, ο κλε-ψι-μαί-ι-κος επίθ. (λαϊκό): κλοπιμαίος.
24891κλέψιμοκλέ-ψι-μο ουσ. (ουδ.) {κλεψίμ-ατος} (προφ.) 1. κλοπή και γενικότ. απάτη: ~ αυτοκινήτου/χρημάτων.|| ~ στις εξετάσεις (= αντιγραφή)/στα χαρτιά. 2. ΑΘΛ. ενέργεια κατά την οποία ο αμυνόμενος παίκτης αποσπά την μπάλα από τον επιτιθέμενο. [< μεσν. κλέψιμο]
24892κλεψιτυπίακλε-ψι-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παράνομη ανατύπωση πνευματικού έργου χωρίς την άδεια του δημιουργού ή εκδότη του: ~ βιβλίου. Πβ. λογοκλοπή, τυποκλοπία. Βλ. -τυπία, πειρατεία.
24893κλεψίτυπος, η, ο κλε-ψί-τυ-πος επίθ. (επίσ.): (για πνευματικό έργο) που κυκλοφορεί σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, χωρίς τη νόμιμη άδεια του δημιουργού ή εκδότη του: ~ο: λογισμικό. ~α: βιβλία/σιντί. Πβ. λαθραίος, πειρατικός. Βλ. -τυπος2.
24894κλεψύδρακλε-ψύ-δρα ουσ. (θηλ.) 1. όργανο μέτρησης του χρόνου, το οποίο αποτελείται από δύο δοχεία που συνδέονται με πολύ λεπτό σωλήνα, μέσω του οποίου η ξηρή άμμος ή το υγρό, κυρ. νερό, που περιέχεται στο ένα, πέφτει σιγά-σιγά στο άλλο, όταν αυτά τοποθετηθούν κατακόρυφα: (Αναποδο)γυρίζω την ~ (: για να ξεκινήσει η χρονομέτρηση). Αδειάζει/τελειώνει η ~ (= εξαντλείται ο χρόνος). 2. ΠΛΗΡΟΦ. το αντίστοιχο εικονίδιο που εμφανίζεται στην οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή και δηλώνει την εκτέλεση εντολής. Βλ. βέλος, κέρσορας, χεράκι. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. αγγείο με οπές στον πυθμένα του από όπου έσταζε αργά-αργά το νερό που περιείχε και το άδειασμα του οποίου αντιστοιχούσε σε ορισμένο χρονικό διάστημα. [< 1,3: αρχ. κλεψύδρα, αγγλ. clepsydra, γαλλ. clepsydre]
24895κλήδοναςκλή-δο-νας ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. Κ): ΛΑΟΓΡ. λαϊκό έθιμο που τελείται κατά την γιορτή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (24 Ιουνίου), σύμφωνα με το οποίο οι κοπέλες, με διάφορες τελετουργίες, προσπαθούν να μαντέψουν το όνομα του άνδρα που πρόκειται να παντρευτούν. Βλ. (το) αμίλητο νερό. ● ΦΡ.: αυτά τα λέν' στον κλήδονα! (λαϊκό): αυτά που λέγονται δεν είναι σοβαρά ή αληθινά. [< αρχ. κληδών, μεσν. κλήδονας]
24896κληθείβλ. καλώ
24897κλήθηκαβλ. καλώ
24898κλήθραβλ. σκλήθρα
24899κλήμα[κλῆμα] κλή-μα ουσ. (ουδ.) {κλήμ-ατος | -ατα}: ΒΟΤ. αμπέλι: οι καρποί (= σταφύλια)/τα κλαδιά (= κληματίδες) του ~ατος. Φύλλα ~ατος (= κληματόφυλλα).|| Αρνάκι (μαγειρεμένο) στα ~ατα (= κληματόβεργες). ● ΦΡ.: (ήταν που) ήταν στραβό το κλήμα, το 'φαγε κι ο γάιδαρος (παροιμ.): για την επιδείνωση μιας ήδη αρνητικής κατάστασης. [< αρχ. κλῆμα 'κληματόβεργα']
24900κληματαριάκλη-μα-τα-ριά ουσ. (θηλ.): αναρριχώμενο κλήμα που αναπτύσσεται σε ειδική ξύλινη κατασκευή, δημιουργώντας σκιά· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη κατασκευή (κρεβατίνα): ~ με (τσαμπιά από) σταφύλια. Αυλή με ~. ΣΥΝ. δράνα
24901κληματίδακλη-μα-τί-δα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λαϊκό) κληματσίδα 1. κλαδί κλήματος· συνεκδ. κληματαριά. ΣΥΝ. κληματόβεργα 2. ΒΟΤ. αγράμπελη. [< αρχ. κληματίς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.