| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24902 | κληματο- & κληματ- | & κληματό-: α' συνθετικό ουσιαστικών που αναφέρονται στo κλήμα: κληματό-βεργα/~φυλλα.|| Κληματ-αριά. | |
| 24903 | κληματόβεργα | κλη-μα-τό-βερ-γα ουσ. (θηλ.): το μακρύ κλαδί του κλήματος. ΣΥΝ. κληματίδα (1) | |
| 24904 | κληματόφυλλα | κλη-μα-τό-φυλ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.}: αμπελόφυλλα. | |
| 24905 | κλημεντίνη | κλη-με-ντί-νη ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (σπάν.) κλεμεντίνη: ποικιλία μανταρινιού χωρίς κουκούτσια (επιστ. ονομασ. Citrus clementina), με λεπτή φλούδα και γλυκιά γεύση, που προέρχεται από διασταύρωση με νεραντζιά. [< γαλλ. clémentine, 1902, αγγλ. clementine, 1943, γαλλ. ανθρ. Clément Rodier] | |
| 24906 | κληρ- | βλ. κληρο- | |
| 24907 | κλήρα | κλή-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): απόγονος, τέκνο· κατ' επέκτ. κληρονόμος. [< μεσν. κλήρα] | |
| 24908 | κληρικαλισμός | κλη-ρι-κα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): κληρικοκρατία. Βλ. -ισμός. | |
| 24909 | κληρικαλιστικός | , ή, ό κλη-ρι-κα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον κληρικαλισμό: ~ή: τάση. Βλ. -ιστικός1. | |
| 24910 | κληρικο- | : α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων που αναφέρονται στον εκκλησιαστικό κλήρο: ~κρατία. ~λαϊκός. | |
| 24911 | κληρικοκρατία | κλη-ρι-κο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κληροκρατία: προσπάθεια επιβολής ή επιρροή της Εκκλησίας στην πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή. Βλ. -κρατία. ΣΥΝ. κληρικαλισμός, παπαδοκρατία [< γαλλ. cléricalisme, αγγλ. clericalism] | |
| 24912 | κληρικολαϊκός | , ή, ό κλη-ρι-κο-λα-ϊ-κός επίθ.: που αποτελείται από κληρικούς και λαϊκούς: ~ή: συνέλευση/σύνοδος. ~ό: συμβούλιο. | |
| 24913 | κληρικός | κλη-ρι-κός ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. χριστιανός ιερωμένος, συνήθ. ορθόδοξος, οποιασδήποτε βαθμίδας· μέλος του κλήρου: ανώτατος ~ (: επίσκοπος, μητροπολίτης, αρχιεπίσκοπος, πατριάρχης). ~οί, λαϊκοί και μοναχοί. Προσφωνήσεις ~ών. Πβ. ιερέας. Βλ. αναγνώστης, διάκονος, ηγούμενος, παπάς, πρεσβύτερος, ψάλτης. Βλ. αντι~.|| (κατ' επέκτ.) Μουσουλμάνος ~. [< μτγν. κληρικός, γαλλ. clérical, αγγλ. clerical] | |
| 24914 | κληρο- & κληρ- | : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά σε μεταβίβαση περιουσίας μετά τον θάνατο του κατόχου: (κυρ. ΝΟΜ.) κληρο-δότημα/~δόχος. ~νομώ.|| (ΙΣΤ., για μερίδιο γης:) Κληρ-ουχία. | |
| 24915 | κληροδοσία | κλη-ρο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. παροχή, με διαθήκη, ορισμένης ωφέλειας, συνήθ. περιουσιακής, σε κάποιον, χωρίς όμως να εγκαθίσταται κληρονόμος· κληροδότημα: διαζευκτική/ενοχική/καταπιστευτική/κοινή/οικογενειακή ~. Αποδοχή/αποποίηση ~ας. ~ που περιήλθε σε ίδρυμα. Βλ. νόμιμη μοίρα, -δοσία. [< μτγν. κληροδοσία] | |
| 24916 | κληροδότημα | κλη-ρο-δό-τη-μα ουσ. (ουδ.) {κληροδοτήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΝΟΜ. ωφέλεια, συνήθ. περιουσιακή (π.χ. ακίνητο, χρηματικό ποσό), η οποία μεταβιβάζεται σε κάποιον, συνήθ. φορέα του Δημοσίου, με κληροδοσία: εθνικά ~ατα. Υποτροφίες από το ~ του ... (: όνομα κληροδότη). Υποτροφίες (εσωτερικού) ~ατος. Τα ~ατα της Ακαδημίας Αθηνών/του Πανεπιστημίου/του Υπουργείου. 2. (μτφ.) καθετί πολύτιμο που περνά από γενιά σε γενιά: πνευματικό/πολιτιστικό ~. Πβ. κληρονομιά, παρακαταθήκη. [< μεσν. κληροδότημα] | |
| 24917 | κληροδότης | κλη-ρο-δό-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. κληροδότρια}: ΝΟΜ. πρόσωπο που μεταβιβάζει με διαθήκη περιουσιακά του στοιχεία σε κάποιον, χωρίς αυτός να είναι κατ' ανάγκη συγγενής του: ~ ιδιοκτησίας/περιουσίας. Δωρητές και ~ες. Πβ. διαθέτης. Βλ. -δότης. ΑΝΤ. κληροδόχος [< μτγν. κληροδότης] | |
| 24918 | κληροδότηση | κλη-ρο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. κληροδοσία. Πβ. μεταβίβαση. Βλ. -δότηση. [< μεσν. κληροδότησις] | |
| 24919 | κληροδοτώ | [κληροδοτῶ] κλη-ρο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {κληροδοτ-είς ..., -ώντας | κληροδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. ΝΟΜ. παραχωρώ κληροδότημα: ~ησε (= άφησε, έγραψε) τα ακίνητά/τα βιβλία/την περιουσία/τα χρήματά του στο Δημόσιο/στην Εκκλησία/στο Κράτος/στα παιδιά του. Βλ. -δοτώ. 2. (μτφ.) παραδίδω στους μεταγενέστερους: ~ησε το έργο του στην ανθρωπότητα. Η πνευματική κληρονομιά που μας ~ήθηκε από τις προηγούμενες γενιές. ~ημένη: πείρα.|| Τα προβλήματα που μας έχει ~ήσει το παρελθόν. ΑΝΤ. κληρονομώ.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ημένο λογισμικό/σύστημα (: που συνεχίζει να χρησιμοποιείται, αν και συνήθ. δεν ανταποκρίνεται σε σύγχρονες απαιτήσεις, γιατί το κόστος αντικατάστασής του είναι μεγάλο). [< μτγν. κληροδοτῶ] | |
| 24920 | κληροδόχος | κλη-ρο-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που αποκτά κληροδότημα με διαθήκη, χωρίς να είναι κατ' ανάγκη συγγενής του διαθέτη: κληρονόμοι ή ~οι. Βλ. -δόχος. ΑΝΤ. κληροδότης | |
| 24921 | κληρονόμηση | κλη-ρο-νό-μη-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. μεταβίβαση γενετικών χαρακτηριστικών σε απογόνους: διπλή μονογονική ~. ~ της δρεπανοκυτταρικής αναιμίας. Πβ. κληρονομικότητα. [< αγγλ. inheritance] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ