Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25660-25680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24922κληρονομήσιμος, η, ο κλη-ρο-νο-μή-σι-μος επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που μπορεί να κληρονομηθεί, που κληρονομείται: ~ες: ασθένειες/μεταλλάξεις. ~α: χαρακτηριστικά. [< αγγλ. heritable, γαλλ. héréditaire]
58690κληρονομησιμότητακλη-ρο-νο-μη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ. ο βαθμός στον οποίο μία συγκεκριμένη συμπεριφορά μπορεί να αποδοθεί σε γενετικούς παράγοντες. [< αγγλ. hereditability, γαλλ. héritabilité, περ. 1950]
24923κληρονομητήριοκλη-ρο-νο-μη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. πιστοποιητικό κληρονομικού δικαιώματος, το οποίο χορηγείται από το πρωτοδικείο στον κληρονόμο κατόπιν αίτησής του. Βλ. -τήριο.
24924κληρονομιάκλη-ρο-νο-μιά ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. & (λόγ.) κληρονομία: περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάζονται σε κάποιον με ή χωρίς διαθήκη, όταν ο κάτοχός τους πεθάνει: πατρική ~. (λόγ.) Εξ αδιαθέτου ~/~ία. Αποποίηση/φόρος ~ιάς/~ίας. Διαμάχη για την ~. Έσοδα από δωρεές και ~ιές. Του άφησε μεγάλη ~. Αποδέχθηκε/διεκδίκησε/σπατάλησε την ~. Πήρε ~ ένα ακίνητο. Πβ. κλήρος.|| Μετοχές που απέκτησε από ~ (: από κάποιον που του τις κληροδότησε). 2. (μτφ.) οτιδήποτε, συνήθ. πολύτιμο, προέρχεται από τους προγενέστερους, περνά από τη μια γενιά στην άλλη: ανεκτίμητη/αρχαία/αρχαιολογική/αρχιτεκτονική/βιομηχανική/βυζαντινή/γεωλογική/γλωσσική/εθνική/εκπαιδευτική/ευρωπαϊκή/ηθική/θρησκευτική/ιστορική/κοινωνική/λαμπρήμουσική/ολυμπιακή/τεχνολογική ~. Το περιβάλλον ως κοινή ~ της ανθρωπότητας. Ανάδειξη/διαχείριση/προβολή της μνημειακής ~ιάς. Προστασία της φυσικής ~ιάς. ● ΣΥΜΠΛ.: βαριά κληρονομιά (μτφ.): σπουδαία παρακαταθήκη, της οποίας η διατήρηση, αξιοποίηση και συνέχιση είναι ιδιαίτερα απαιτητική, δύσκολη: Έχει/κουβαλά/σηκώνει στις πλάτες/στους ώμους του τη ~ ~ των ... Φέρει τη ~ ~ του ονόματος του πατέρα του., πολιτιστική κληρονομιά & πολιτισμική κληρονομιά: το φυσικό περιβάλλον, τα υλικά δημιουργήματα και τα άυλα χαρακτηριστικά μιας ομάδας ή κοινωνίας, που κληρονομούνται από τους προγενέστερους, σώζονται στο παρόν και παραχωρούνται ή μεταβιβάζονται στις μέλλουσες γενιές: αρχαία ελληνική/ευρωπαϊκή/παγκόσμια ~ ~. Ακίνητη/κινητή (π.χ. αρχαιολογικά μνημεία, διατηρητέα κτίρια) ~ ~. Ενάλια (: υπο-βρύχια, -θαλάσσια)/λαογραφική/ψηφιακή~ ~. Διαχείριση/μνημεία ~ής ~ιάς. Ψηφιοποίηση υλικού ~ής ~ιάς (: ηλεκτρονική καταγραφή). Βλ. ΓΔΑΠΚ., σχολάζουσα κληρονομιά: ΝΟΜ. της οποίας ο κληρονόμος είναι άγνωστος ή δεν έχει οριστεί με βεβαιότητα: (προσωρινός) κηδεμόνας ~ας ~ιάς/~ίας., αποδοχή κληρονομιάς βλ. αποδοχή, άυλη (πολιτιστική) κληρονομιά βλ. άυλος, επαγωγή κληρονομιάς βλ. επαγωγή, πνευματική κληρονομιά βλ. πνευματικός [< αρχ. κληρονομία, μεσν. κλερονομιά, γαλλ. patrimoine, héritage]
24925κληρονομιαίος, α, ο [κληρονομιαῖος] κλη-ρο-νο-μι-αί-ος επίθ. (λόγ.): που έχει κληρονομηθεί: ~α: περιουσία. ~α: ακίνητα. [< μτγν. κληρονομιαῖος]
24926κληρονομικός, ή, ό κλη-ρο-νο-μι-κός επίθ. 1. ΝΟΜ. που αναφέρεται στην κληρονομιά ή τον κληρονόμο· που κληρονομείται: ~ή: μερίδα. ~ό: δικαίωμα. ~ές: διαφορές/υποθέσεις. ~ά: ζητήματα/προνόμια.|| (ΙΣΤ.) ~ός: ηγεμόνας (: που κληρονομεί την εξουσία)/τίτλος. ~ή: αριστοκρατία/βασιλεία. ~ό: αξίωμα. 2. που σχετίζεται με την κληρονομικότητα ή οφείλεται σε αυτήν: (ΙΑΤΡ.-ΒΙΟΛ.) ~ός: καρκίνος. ~ή: ανωμαλία/ασθένεια/διαταραχή/προδιάθεση. ~ό: ελάττωμα/ιστορικό (νόσου)/υλικό (βλ. γονίδιο, DNA)/χαρακτηριστικό (βλ. γονότυπος). ~οί: παράγοντες (ΑΝΤ. περιβαλλοντικοί). ~ές: καταβολές. ~ά: αίτια/σύνδρομα. Πβ. γενετικός, συγγενής. Βλ. αταβιστικός.|| ~ό χάρισμα. ΑΝΤ. επίκτητος ● Ουσ.: κληρονομικά (τα) (προφ.): ενν. θέματα: Έχουν διαφωνίες στα ~. ● επίρρ.: κληρονομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: κληρονομικώ δικαίω/δικαιώματι (λόγ.): ΝΟΜ. σύμφωνα με τα δικαιώματα του κληρονόμου ή τις διατάξεις του Κληρονομικού Δικαίου: (ειρων.) Νέμονται, ~ ~, την εξουσία., κληρονομική αναξιότητα βλ. αναξιότητα, κληρονομική διαδοχή βλ. διαδοχή, Κληρονομικό Δίκαιο βλ. δίκαιο ● ΦΡ.: είναι κληρονομικό (τους) (προφ.): για χαρακτηριστικό συνήθ. γενετικό, που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά στα μέλη μιας οικογένειας. [< 1: μτγν. κληρονομικός 2: γαλλ. héréditaire]
24927κληρονομικότητακλη-ρο-νο-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μετάδοση γενετικών χαρακτηριστικών από τους γονείς στους απογόνους: αυτοσωμική ~. ~ φύλου. Οι νόμοι της ~ας (του Μέντελ). Πβ. κληρονόμηση. Βλ. γονίδια.|| Η ~ (: κληρονομική προδιάθεση) μιας ασθένειας. Βλ. -ότητα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. δημιουργία νέας κλάσης με τη μεταφορά σε αυτή δεδομένων και μεθόδων από ήδη υπάρχουσα: πολλαπλή ~. [< 1: γαλλ. hérédité 2: αγγλ. inheritance]
24928κληρονόμοςκλη-ρο-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΝΟΜ. πρόσωπο που κληρονομεί περιουσία μετά τον θάνατο του κατόχου της: ο μοναδικός/νόμιμος ~ κάποιου. ~ εξ αδιαθέτου/εξ απογραφής/εκ διαθήκης. ~ ακινήτου/χρηματικού ποσού. ~οι ή κληροδόχοι. Τον (εγ)κατέστησε ~ο του. Βλ. συγ~.|| Διάσημη/χρυσή ~. Ανήλικος ~. Οι διεκδικήσεις των ~ων.|| (κατ' επέκτ.) ~ του θρόνου (= διάδοχος). 2. (μτφ.) αποδέκτης και φορέας θετικού στοιχείου που μεταβιβάστηκε σε αυτόν από τους προκατόχους του: ~οι αξιών και ιδανικών/σημαντικής πολιτιστικής παράδοσης. Βλ. συνεχιστής. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνία κληρονόμων: ΝΟΜ. εταιρεία που συστήνεται από συγκληρονόμους με κεφάλαιο την κληρονομική μερίδα του καθενός. [< 1: αρχ. κληρονόμος 2: γαλλ. héritier]
24929κληρονομώ[κληρονομῶ] κλη-ρο-νο-μώ ρ. (μτβ.) {κληρονομ-είς ..., -ώντας | κληρονόμ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. αποκτώ την περιουσία (ή τμήμα της), το αξίωμα, τη θέση ή το δικαίωμα κάποιου, συνήθ. συγγενή, μετά τον θάνατό του: ~ησε την επιχείρηση του θείου του/το πατρικό του σπίτι/πολλά χρήματα/το ποσό των ... ευρώ/χρέη. ~ησαν εξ αδιαιρέτου μια μονοκατοικία. Δεν έχουν κανένα να τους ~ήσει. ΑΝΤ. κληροδοτώ.|| ~ησε το στέμμα (= έγινε βασιλιάς)/τον τίτλο. Η ιδιότητα του μέλους δεν μεταβιβάζεται ούτε ~είται.|| (κατ' επέκτ., προφ.-χιουμορ.) Από πού ~ησαν (βλ. κονομάω) τη βίλα;|| (ΘΕΟΛ.) Θα ~ήσουν (= κερδίσουν) την ουράνια βασιλεία. 2. (μτφ.) έχω, παρουσιάζω ορισμένα φυσικά, πνευματικά ή ψυχικά χαρακτηριστικά των γονιών ή άλλων προγόνων μου: ~ ένα ελάττωμα/μια ικανότητα/ένα ταλέντο/ένα χάρισμα. Από τον πατέρα του ~ησε (= πήρε) την αγάπη του για τη μουσική. Έχει ~ήσει προδιάθεση για αλλεργία. Νόσος που ~είται. (καταχρ.) Τα επίκτητα γνωρίσματα δεν ~ούνται (= κληροδοτούνται) στους απογόνους.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ούμενος καρκίνος. ~ούμενες μεταλλάξεις γονιδίου (= κληρονομικές). Βλ. κληρονομικότητα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ούνται δεδομένα και μέθοδοι από δύο ή περισσότερες γονικές κλάσεις. 3. (μτφ.) γίνομαι αποδέκτης κάποιου στοιχείου από τους προγενέστερους ή προκατόχους: Διαφύλαξαν τον πολιτισμό/τρόπο ζωής που είχαν ~ήσει. Αξίες/έθιμα/παραδόσεις που ~ήθηκαν. ~ημένη: γνώση. ~ημένα: προβλήματα. [< 1: αρχ. κληρονομῶ 2,3: γαλλ. hériter, αγγλ. inherit]
24930κλήρος[κλῆρος] κλή-ρος ουσ. (αρσ.) 1. δελτίο, χαρτάκι, μπαλάκι όπου αναγράφεται συνήθ. αριθμός ή όνομα και το οποίο τραβιέται από κληρωτίδα, για να επιλεγεί κάποιος ή κάτι τυχαία· συνεκδ. κλήρωση: Ο ~ έπεσε στον ... (: κέρδισε ο ...). Τράβηξε τον ~ο με το νούμερο ... Πβ. λαχνός.|| Ορίστηκε εισηγητής με ~ο. Σε περίπτωση ισοψηφίας η εκλογή αποφασίζεται με ~ο. 2. ΕΚΚΛΗΣ. το σύνολο των ιερωμένων: ανώτερος (βλ. επίσκοπος)/βυζαντινός/ιερός/κατώτερος (βλ. υποδιάκονος, ψάλτης)/ορθόδοξος ~. ~ και λαός. Εκπρόσωπος/ηγεσία του ~ου. Πβ. ιερατείο. Βλ. λαϊκός. 3. έκταση, κομμάτι γης ή κυρ. έγγεια ιδιοκτησία προσώπου ή χώρας: αγροτικός ~. Ο μέσος γεωργικός ~. Μικρός και πολυτεμαχισμένος ~. Εκμίσθωση/μεταβίβαση ~ου. Παραγωγοί με μεγάλο ~ο. Πβ. κληροτεμάχιο. Βλ. άκληρος. 4. (μτφ.-παλαιότ.) τύχη, μοίρα: κοινός ~. Πβ. ριζικό. 5. ΝΟΜ. κληρονομιά ή μερίδιο κληρονομιάς. ● ΦΡ.: αγωγή περί κλήρου & (σπάν.) κλήρου αγωγή: ΝΟΜ. με την οποία ο πραγματικός κληρονόμος ζητά από τον νομέα της κληρονομιάς να του αποδώσει το σύνολο ή μέρος της., βάζω (κάποιον/κάτι) σε/στον κλήρο: κληρώνω., έπεσε/έλαχε (βαρύς) ο κλήρος (σε κάποιον) (μτφ.): είχε την τύχη να, ήταν της μοίρας του να: Σε μένα ~ ~ ν' ανακοινώσω τα δυσάρεστα., ρίχνω κλήρο: κάνω κλήρωση: Πριν το παιχνίδι, ~ουν ~ για το ποια ομάδα θα παίξει πρώτη. [< 1,3-5: αρχ. κλῆρος 2: μτγν. ~]
24931κληροτεμάχιοκλη-ρο-τε-μά-χι-ο ουσ. (ουδ.) (συνήθ. παλαιότ.): τεμάχιο γης που διανεμήθηκε με κλήρο: άρτια και οικοδομήσιμα ~α.
24932κληρουχίακλη-ρου-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των ναυτών που υπηρετούν τη θητεία τους στο Πολεμικό Ναυτικό και ανήκουν στην ίδια σειρά. 2. ΑΡΧ. διανομή κλήρων στους Αθηναίους που εγκαθίσταντο ως φρουρά σε συμμαχικές ή υποτελείς πόλεις-κράτη. Βλ. αποικία. [< 2: αρχ. κληρουχία]
24933κληρούχος[κληροῦχος] κλη-ρού-χος ουσ. (αρσ.) 1. ΝΟΜ. (συνήθ. παλαιότ.) κάτοχος κληροτεμαχίου. Βλ. -ούχος1. 2. ΣΤΡΑΤ. καθένας από τους ναύτες μιας κληρουχίας. 3. ΑΡΧ. ο Αθηναίος που λάμβανε κλήρο σε συμμαχική ή υποτελή πόλη-κράτος με τον θεσμό της κληρουχίας. [< 3: αρχ. κληροῦχος]
24934κληρώνωκλη-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κλήρω-σα, κληρώ-σει, -θηκα, -θεί, κληρών-οντας, κληρω-μένος}: επιλέγω, μοιράζω με ή βάζω σε κλήρωση: Η εκπομπή ~ει ένα αυτοκίνητο/προσκλήσεις για την παράσταση. Θα ~θούν (πλούσια) δώρα/δωρεάν διακοπές/κατοικίες/ταξίδια. ~θηκαν οι λαχνοί του εθνικού λαχείου. ~μένα: νούμερα.|| ~σαν τους νικητές/τους τυχερούς του διαγωνισμού. ~θηκαν οι δικαστές που θα εκδικάσουν την υπόθεση. Έχει ~θεί στην τρίτη θέση (ενν. να εμφανιστεί).|| (ΑΘΛ.) Η Εθνική ομάδα ~θηκε στον ... όμιλο.|| (μτφ.) Κανείς δεν ξέρει τι θα του ~σει η ζωή (= τι θα του λάχει).κληρώνει (+ για) 1. διενεργείται κλήρωση: ~σε (= ~θηκαν οι ομάδες) για την πρώτη φάση του Κυπέλλου. 2. (μτφ.) κρίνεται ένα σημαντικό θέμα, λαμβάνεται μια σοβαρή απόφαση: ~ σήμερα για προσλήψεις (= αν θα γίνουν)/τους συμβασιούχους (= αν θα μονιμοποιηθούν). [< μεσν. κληρώνω]
24935κλήρωσηκλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία τυχαίας επιλογής με κλήρο: δημόσια/ζωντανή/ηλεκτρονική ~. (Γενική/ειδική) ~ κρατικού λαχείου. Η ~ του διαγωνισμού/της λαχειοφόρου (αγοράς)/του τζόκερ. (Μεγάλη) ~ αυτοκινήτου/διακοπών/(δωρεάν) εισιτηρίων/δώρων. ~ λόγω ισοψηφίας. Τα αποτελέσματα/οι νικητές/οι τυχεροί της ~ης. Κέρδισε σπίτι σε ~. Συμμετοχή σε ~. Μπαίνω σε ~.|| (ΑΘΛ.) ~ του Κυπέλλου/των ομίλων/του Πρωταθλήματος. Ευνοϊκές/κακές ~ώσεις. [< αρχ. κλήρωσις]
24936κληρωτίδακλη-ρω-τί-δα ουσ. (θηλ.): κάθε δοχείο μέσα στο οποίο τοποθετούνται και ανακατεύονται οι κλήροι· συνεκδ. κλήρωση. || Η ~ έφερε την ομάδα αντιμέτωπη με την ... [< μεσν. κληρωτίς]
24937κληρωτός, ή, ό κλη-ρω-τός επίθ. 1. ΣΤΡΑΤ. που καλείται να υπηρετήσει στον στρατό: ~οί: οπλίτες/στρατιώτες. Πβ. στρατεύσιμος.|| (ως ουσ.) ~οί στο Ναυτικό.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: θητεία. 2. που έχει επιλεγεί με κλήρο: (ΙΣΤ.) ~οί: άρχοντες.|| ~ές: Αρχές. ~ά: μέλη (ΑΝΤ. αιρετά). [< 2: αρχ. κληρωτός]
24938κλήσηκλή-ση ουσ. (θηλ.) 1. ακουστικό, φωτεινό ή άλλου είδους σήμα, με το οποίο καλείται κάποιος να εισέλθει σε τηλεπικοινωνιακό δίκτυο· κυρ. το τηλεφώνημα: αναπάντητη/(υπερ)αστική/αυτόματη/διεθνής/εισερχόμενη/εξερχόμενη/εσωτερική/ταχεία/τηλεφωνική/τοπική ~. ~ χωρίς χρέωση/δωρεάν ~. ~ από/σε κινητό/σταθερό τηλέφωνο. Γενική ~ προς όλα τα οχήματα/όλους τους σταθμούς. Απόρριψη/αριθμός/διάρκεια/ειδοποίηση/επανάληψη/ηχογράφηση/ήχοι ~ης. Μείωση του κόστους ~ης. Πλήκτρο αποδοχής/τερματισμού ~ης. ~εις προς την Αστυνομία/το ΕΚΑΒ/την Πυροσβεστική. ~εις μέσω διαδικτύου (πβ. βιντεο~). Η ~ σας προωθείται. Απαντώ σε/δέχομαι μια ~. Έκανε ~ με απόκρυψη. Πραγματοποιεί ~ εκτάκτου ανάγκης. 2. (επίσ.) έγγραφη ειδοποίηση να παρουσιαστεί υποχρεωτικά κάποιος σε υπηρεσία ή δικαστήριο: ~ για κατάταξη (π.χ. στην Πολεμική Αεροπορία). ~ από την Εφορία.|| (ΝΟΜ.) Δικαστική ~. ~ μάρτυρα. Έκδοση/κοινοποίηση ~ης. Παραπομπή σε δίκη με απευθείας ~. Ο ανακριτής απέστειλε ~ σε απολογία στον ... Έλαβε ~ για να καταθέσει. Του επιδόθηκε ~. Πβ. κλήτευση.|| (ειδικότ., έγγραφο με το οποίο καλείται από την Τροχαία ο παραβάτης να πληρώσει πρόστιμο:) Πήρε ~ για παράνομη στάθμευση/υπερβολική ταχύτητα. 3. (λόγ.) κάλεσμα, πρόσκληση, έκκληση: προσωπική/τιμητική ~. Άμεση ~ ασθενοφόρου/ταξί. (ΘΕΟΛ.) Η ~ του Θεού (προς τον άνθρωπο).|| ~ για βοήθεια. Βλ. παράκληση. 4. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφορά του ελέγχου προγράμματος σε υπορουτίνα μέσω εντολής: ~ διαδικασίας/συνάρτησης. Βλ. ανάκληση. ● ΣΥΜΠΛ.: αναμονή κλήσης: ΤΗΛΕΠ. υπηρεσία μέσω της οποίας ειδοποιείται ο συνδρομητής, συνήθ. με συγκεκριμένο ήχο, ότι κάποιος άλλος του τηλεφωνεί, ενώ εκείνος χρησιμοποιεί το τηλέφωνο. [< αγγλ. call waiting, 1971] , εκτροπή/προώθηση κλήσης: ΤΗΛΕΠ. τηλεφωνική υπηρεσία που επιτρέπει σε συνδρομητή να προωθεί τις εισερχόμενες κλήσεις του σε άλλον αριθμό κινητού ή σταθερού τηλεφώνου. [< αγγλ. call diversion, 1976, call forwarding, 1963] , κακόβουλη κλήση: που περιέχει απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης, όπως εξύβριση, εκβιασμό, απάτη ή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας. [< αγγλ. malicious call] , κράτηση κλήσης: ΤΗΛΕΠ. υπηρεσία μέσω της οποίας μια τηλεφωνική κλήση τίθεται σε αναμονή, όταν η γραμμή είναι κατειλημμένη. [< αγγλ. call hold] , ονομαστική κλήση: εκφώνηση ονομάτων από λίστα: ψηφοφορία με ~ ~., φραγή κλήσεων & κλήσης: ΤΗΛΕΠ. υπηρεσία που απαγορεύει ορισμένες ή όλες τις εισερχόμενες ή εξερχόμενες κλήσεις προς ή από το τηλέφωνο ενός συνδρομητή: επιλεκτική ~ ~. ~ ~ εξωτερικού. ~ ~ λόγω απώλειας κινητού. [< αγγλ. call barring, 1982] , φωνητική κλήση: ΤΗΛΕΠ. λειτουργία, κυρ. κινητών τηλεφώνων, με την οποία οι συνδρομητές μπορούν να τηλεφωνήσουν σε κάποιον, χωρίς τη χρήση του πληκτρολογίου μόνο με την εκφώνηση του ονόματός του. [< αγγλ. voice call/dial(ing)] , αναγνώριση κλήσεων βλ. αναγνώριση, διακριτικό κλήσης βλ. διακριτικός, κλήση σύσκεψης βλ. σύσκεψη, παλμική κλήση βλ. παλμικός ● ΦΡ.: σβήνω την κλήση/το πρόστιμο βλ. σβήνω [< 1,4: αγγλ. call 2: αρχ. κλῆσις, γαλλ. appel 3: αρχ. ~ ]
24939κλήτευσηκλή-τευ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. κλήση που επιδίδεται (από τις δικαστικές Αρχές) σε μάρτυρα ή διάδικο, για κατάθεση ενώπιον του δικαστηρίου ή του ανακριτή.
24940κλητεύωκλη-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {κλήτευ-σε, κλητεύ-σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε (μτχ. -θείς), -τεί (λόγ.) -θεί, (σπάν.) -μένος}: ΝΟΜ. (για δικαστική Αρχή) επιδίδω κλήση σε μάρτυρα ή διάδικο για κατάθεση (ενώπιον του δικαστηρίου ή του ανακριτή): ~θηκε στη δίκη. [< αρχ. κλητεύω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.