| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24941 | κλητήρας | κλη-τή-ρας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ήρος}: υπάλληλος επιφορτισμένος με τη διεκπεραίωση βοηθητικών, συνήθ. εξωτερικών εργασιών: ~(-θυρωρός) σε Τράπεζα. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστικός κλητήρας: ΝΟΜ. υπάλληλος που έχει ως αρμοδιότητα την επίδοση εγγράφων νομικής φύσεως ή την επιβεβαίωση της εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Βλ. δικαστικός επιμελητής. ● ΦΡ.: από δήμαρχος κλητήρας βλ. δήμαρχος [< αρχ. κλητήρ, γαλλ. huissier] | |
| 24942 | κλητήριος | , ος/α, ο κλη-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την κλήση ή την κλήτευση. Βλ. προσ~, -τήριος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: κλητήριο θέσπισμα & κλητήριο: ΝΟΜ. έγγραφο με το οποίο ο κατηγορούμενος παραπέμπεται απευθείας στο ακροατήριο. Πβ. εγκλητήριο. Βλ. παραπεμπτικό βούλευμα. [< γαλλ. mandat de comparution] | |
| 24943 | κλητικός | , ή, ό κλη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κλήση ή την κλητική πτώση: ~ή: προσφώνηση. ● Ουσ.: κλητική (η): ΓΡΑΜΜ. πτώση που χρησιμοποιεί ο ομιλητής, όταν καλεί ή προσφωνεί κάποιον: π.χ. Κύριε! Κυρία! [< μτγν. κλητικός] | |
| 24944 | κλητός | , ή, ό κλη-τός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που έχει (προσ)κληθεί: ~ός: Απόστολος (Χριστού). ● ΦΡ.: πολλοί μεν οι κλητοί, ολίγοι δε οι εκλεκτοί (λόγ.-ειρων.): λίγοι είναι άξιοι. [< ΚΔ] [< αρχ. κλητός] | |
| 24945 | κλιβανισμός | κλι-βα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) ψήσιμο, φούρνισμα (ζύμης άρτου): απλός/διπλός ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. αποστείρωση σε κλίβανο. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. étuvage] | |
| 24946 | κλίβανος | κλί-βα-νος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άνου}: ΤΕΧΝΟΛ. καμίνι ή φούρνος που κλείνει στεγανά: αποτεφρωτικός/βιομηχανικός/ηλεκτρικός/περιστροφικός/πυρολυτικός ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Κεραμικός/μεταλλουργικός ~. ~ καύσης (αποβλήτων)/παραγωγής (τσιμέντου)/τήξης (γυαλιού). ~οι αρτοποιίας (= αρτοκλίβανοι). Βλ. υψικάμινος.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ., αντίστοιχη συσκευή ή θάλαμος όπου η θερμοκρασία είναι σταθερή) Απολυμαντικός ~. Εργαστηριακοί ~οι. ~ (ξηρής/υγρής) αποστείρωσης (πβ. αυτόκαυστο)/πλάσματος. ~οι ατμού. ● ΣΥΜΠΛ.: επωαστικός κλίβανος: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που χρησιμοποιείται για επώαση, καλλιέργεια μικροβίων. [< μεσν. κλίβανος, γαλλ. fourneau] | |
| 24947 | κλικ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. σύντομος και μικρής έντασης ήχος: το ~ του διακόπτη/της κάμερας.|| (ως επιφών.) ~ κλακ. 2. ΠΛΗΡΟΦ. το πάτημα του αριστερού ή δεξιού πλήκτρου του ποντικιού του υπολογιστή: διπλό ~. Κάνε ~ (στην εντολή/στο λινκ). Πρόσβαση με ένα απλό ~. ● ΦΡ.: ένα κλικ πιο ... (προφ.): ελάχιστα: ~ ~ κοντά/πάνω. ΣΥΝ. ένα τικ πιο ..., μου κάνει κλικ (νεαν. αργκό): μου αρέσει ιδιαίτερα, με εξιτάρει. Βλ. δεν μου κάνει κούκου. [< λ. ηχομιμητ. 2: αγγλ. click, 1983, αγγλ. double click, γαλλ. double-clic, 1992] | |
| 24948 | κλίκα | κλί-κα ουσ. (θηλ.): κλειστή ομάδα ατόμων, συνήθ. με δύναμη και επιρροή, η οποία αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, συχνά με αθέμιτα μέσα: επαγγελματική/κομματική ~. Κυκλώματα/παρέες και ~ες. Ανήκει σε ~. Αποτελούν/έχουν κάνει ~. Πβ. φατρία. Βλ. κάστα, κατεστημένο, λόμπι. [< γαλλ. clique] | |
| 24949 | κλικαδόρος | κλι-κα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (αργκό): πρόσωπο που δημιουργεί κλίκες σε χώρο εργασίας ή γενικότ. σε μια ομάδα. Βλ. -δόρος. | |
| 24950 | κλικάρισμα | κλι-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΠΛΗΡΟΦ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κλικάρω: αριστερό/δεξί ~. ~ στο εικονίδιο. Πβ. κλικ. Βλ. -ισμα. | |
| 24951 | κλικάρω | κλι-κά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κλίκαρα κ. κλικάρισα, κλικάρ-οντας}: ΠΛΗΡΟΦ. πατώ και απελευθερώνω το δεξί ή αριστερό πλήκτρο του ποντικιού, για να επιλεχθεί ή να ενεργοποιηθεί κάτι στην οθόνη του υπολογιστή (π.χ. ένα αρχείο). Βλ. τικάρω. [< αγγλ. click, 1982] | |
| 24952 | κλίμα | κλί-μα ουσ. (ουδ.) {κλίμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΜΕΤΕΩΡ. τα καιρικά φαινόμενα (άνεμοι, ηλιοφάνεια, θερμοκρασία, κατακρημνίσματα, πίεση, ξηρασία, υγρασία) που επικρατούν σε συγκεκριμένη περιοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα· συνεκδ. τόπος με ορισμένες κλιματολογικές συνθήκες: αρκτικό/βόρειο/δροσερό/εύκρατο/ζεστό/θαλάσσιο/ξηρό/ορεινό/πολικό/υγρό/ωκεάνιο ~. ~ και βλάστηση. Το ~ της ερήμου/στέπας. Αλλαγές/μεταβολές/υπερθέρμανση του ~ατος (βλ. τρύπα του όζοντος, φαινόμενο του θερμοκηπίου). Ζώνες θερμού/ψυχρού ~ατος. Επίδραση του ~ατος στον πολιτισμό ενός τόπου. Δέντρο που ευδοκιμεί σε όλα τα ~ατα. Βλ. μεσο~, μικρο~.|| Το χωριό μας έχει βροχερό/γλυκό/ευχάριστο/υγιεινό ~.|| Τα αποδημητικά πουλιά μεταναστεύουν σε θερμότερα ~ατα.|| (προφ.) Σκέφτεται να αλλάξει ~ (: διαμονή ή εργασία). 2. (μτφ.) ατμόσφαιρα, συνθήκες: άσχημο/διχαστικό/δυσμενές/εορταστικό/ευνοϊκό/νοσηρό/πανηγυρικό/πολιτικό ~. ~ αισιοδοξίας/ευφορίας/εχθρότητας/συγκίνησης/φόβου. Αρνητικό/θετικό το ~ στη σημερινή συνεδρίαση. Σκληρό ~ ανταγωνισμού. Το πνευματικό και κοινωνικό ~ μιας εποχής. Ανάκαμψη/αναστροφή/διακυμάνσεις του επενδυτικού ~ατος. Ανάλυση εργασιακού ~ατος. Δημιουργία κατάλληλου διδακτικού και παιδαγωγικού ~ατος στη σχολική τάξη (= σχολικό ~). Καλλιέργεια ~ατος εμπιστοσύνης μεταξύ ... Σε ~ έντονης αντιπαράθεσης. Βελτιώθηκε/επιδεινώθηκε το επιχειρηματικό/οικονομικό ~. Κινείται στο ίδιο ~. Θέλει να αντιστρέψει το ~. Οι επαφές έγιναν σε εγκάρδιο/φιλικό ~. Δεν έχει προσαρμοστεί στο ~ της ομάδας (: δεν έχει εγκλιματιστεί). Πβ. περιβάλλον, περιρρέουσα ατμόσφαιρα. 3. ΕΚΚΛΗΣ. μεγάλη περιφέρεια που συνιστά από μόνη της εκκλησιαστική διοίκηση: Μητρόπολη που ανήκει στο ~ του Οικουμενικού Πατριαρχείου. ● ΣΥΜΠΛ.: αστικό κλίμα: που επικρατεί στα μεγάλα αστικά κέντρα, διαφέρει από αυτό των γειτονικών τους περιοχών και χαρακτηρίζεται κυρ. από αυξημένη θερμοκρασία και υψηλή συγκέντρωση ρύπων: Η σημασία του πολεοδομικού σχεδιασμού στη διαμόρφωση του ~ού ~ατος. Βλ. αστικοποίηση, πυκνοκατοίκηση, θερμική νησίδα. [< αγγλ. urban climate] , κλίμα αβεβαιότητας (μτφ.): κατάσταση, συνθήκες αβεβαιότητας, ανασφάλειας: γενικευμένο ~ ~. ~ ~ και αστάθειας στην αγορά. Μέσα σε ~ ~ χιλιάδες άνεργοι. Εντείνεται το ~ ~. Η πτώση τιμών στο χρηματιστήριο προκάλεσε ~ ~., μεσογειακό κλίμα: ΜΕΤΕΩΡ. με ζεστά, ξηρά καλοκαίρια και βροχερούς, ήπιους χειμώνες., τεχνητό κλίμα 1. (μτφ.) ψυχολογική ατμόσφαιρα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: ~ ~ ανησυχίας/αντιπαλότητας/πόλωσης. Προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα ~ ~ εντυπώσεων. 2. (συνήθ. σε κλειστούς χώρους) που είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας: μηχανές/συσκευές ~ού ~ατος., βαρύ κλίμα βλ. βαρύς, ηπειρωτικό κλίμα βλ. ηπειρωτικός, ήπιο κλίμα βλ. ήπιος, πρόσφορο/γόνιμο/εύφορο έδαφος/κλίμα/πεδίο βλ. έδαφος, υποτροπικό κλίμα βλ. υποτροπικός ● ΦΡ.: δεν με σηκώνει το κλίμα (προφ.) 1. (μτφ.) δεν είμαι επιθυμητός σε κάποιον χώρο, δεν τον αντέχω ή δεν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες συνήθ. για να ενεργήσω: Ζήτησε να φύγει από τη δουλειά, γιατί δεν τον ~ε ~. 2. δεν μου αρέσει ή δεν κάνει καλό στην υγεία μου το κλίμα ορισμένης περιοχής., μπαίνω στο κλίμα (μτφ.-προφ.): προσαρμόζομαι: ~ ~ των εξετάσεων. Γιατί δεν προσπαθείς να μπεις ~ των ημερών; [< μτγν. κλίμα ‘γεωγραφικό πλάτος, περιοχή’, γαλλ. climat, αγγλ. climate, γερμ. Klima] | |
| 24953 | κλίμακα | κλί-μα-κα ουσ. (θηλ.) {κλιμάκ-ων} 1. (επιστ.) αξιολογική ή άλλου είδους ακολουθία, κατάταξη συνήθ. αριθμών, βαθμών, εννοιών, ποσών, πραγμάτων ή προσώπων: αριθμητική/βαθμολογική/διαγνωστική/ηλικιακή/ιεραρχική/λογαριθμική/μισθολογική/πεντάβαθμη/χρονολογική ~. ~ αναγκών/αξιολόγησης (υποψηφίων)/αξιών/μέτρησης/νοημοσύνης (βλ. τεστ)/τιμών. Φορολογική ~ μισθωτών και συνταξιούχων. Αναθεώρηση της ~ας αμοιβών. Σε όλη την ~ της εκπαίδευσης. Η βαθμολόγηση των γραπτών γίνεται στην ~ 0-10/0-20. Ανέβηκε στην κοινωνική ~. Πβ. ιεραρχία.|| (σειρά υποδιαιρέσεων σε διάφορα όργανα ή συστήματα μέτρησης:) Βαθμονομημένη/θερμοκρασιακή/θερμομετρική ~. Η ~ του νανομέτρου (= νανο~). Αμπερόμετρα-βολτόμετρα πολλαπλών ~ων. 2. (μτφ.) ποικιλία· επίπεδο, έκταση, εύρος: η ~ των συναισθημάτων/χρωμάτων. Πλήρης ~ υπηρεσιών. Πβ. γκάμα.|| Αστικό περιβάλλον κοντά στην ανθρώπινη ~ (: δεδομένα, μέτρα). Χρονική και γεωγραφική/χωρική ~. Επιχείρηση ευρωπαϊκής/μικρής ~ας (πβ. μέγεθος). Σε διεθνή/εθνική/πανελλαδική/πανευρωπαϊκή/τοπική ~. Ανάπτυξη και εφαρμογή μεθόδων σε βιομηχανική/εργαστηριακή/πιλοτική ~. Βλ. μικρο~. 3. ΧΑΡΤΟΓΡ. (για σχεδιάγραμμα, χάρτη, μοντέλο) αριθμητικό κλάσμα ή σπανιότ. γραφική παράσταση που εκφράζει τη σταθερή αναλογία ανάμεσα στις διαστάσεις που απεικονίζονται και τις πραγματικές: συντελεστής ~ας. Χάρτης μεγάλης/μικρής ~ας. Τοπογραφικό διάγραμμα γηπέδου ~ας 1:1.000 (1 προς 1.000). Χαρτογράφηση σε ~ 1:20.000. Σχεδίαση υπό ~. Μοντέλα αυτοκινήτων υπό ~ (βλ. μοντελισμός). Αεροφωτογραφίες διαφόρων ~ων. 4. {συχνότ. στον πληθ.} (επίσ.) σκάλα: μεταλλικές/ξύλινες/φορητές ~ες. Περιστρεφόμενη/πυροσβεστική ~ (βλ. κλιμακοφόρος). ~ διαφυγής (από χώρο σε περίπτωση κινδύνου). (στο αρχαίο θέατρο:) Τις σειρές των εδωλίων διέκοπταν ~ες. 5. ΜΟΥΣ. ανιούσα ή κατιούσα διαδοχή φθόγγων με τόνους ή/και ημιτόνια: (αρμονική/μελωδική/φυσική) ελάσσων/μείζων/συγκερασμένη ~. Παίζει ~ες.|| (στη βυζαντινή μουσική) ~ πα. Πβ. τρόπος. ΣΥΝ. σκάλα (5) ● ΣΥΜΠΛ.: κλίμακα Κελσίου: ΦΥΣ. (για τη μέτρηση της θερμοκρασίας) στην οποία οι βαθμοί μηδέν και εκατό αντιστοιχούν στο σημείο πήξης και βρασμού του νερού. [< αγγλ. Celsius scale] , οικονομίες κλίμακας & οικονομία κλίμακος: ΟΙΚΟΝ. όρος που αναφέρεται στη μείωση του μέσου κόστους μέσω αύξησης της παραγωγής: αρνητικές/εξωτερικές/εσωτερικές/θετικές ~ ~. [< αγγλ. economy of scale, 1944, γαλλ. économies d'échelle] , χρωματική κλίμακα & (προφ.) χρωματική: ΜΟΥΣ. που αποτελείται από δώδεκα φθόγγους σε απόσταση ημιτονίου., διατονική κλίμακα βλ. διατονικός, κλίμακα Μερκάλι βλ. Μερκάλι, κλίμακα Ρίχτερ βλ. ρίχτερ, κυλιόμενες σκάλες/κλίμακες βλ. κυλιόμενος, πεντατονική κλίμακα βλ. πεντατονικός ● ΦΡ.: μεγάλης/ευρείας κλίμακας & σε μεγάλη/ευρεία κλίμακα (μτφ.): μεγάλης έκτασης ή μεγέθους: δίκτυο/διοργάνωση/επίθεση/έρευνα/εφαρμογές/πείραμα ~ ~. ~ ~ επιχείρηση της Αστυνομίας. Συνεργασία σε ευρύτερη ~. Τα κινητά χρησιμοποιούνται σε ~ ~ (= ευρέως). [< γαλλ. à grande/vaste échelle] , σε παγκόσμιο επίπεδο/σε παγκόσμια κλίμακα βλ. παγκόσμιος [< 4: αρχ. κλῖμαξ, γαλλ. échelle, gamme, αγγλ. scale 5: ιταλ. scala] | |
| 24954 | κλιμάκιο | κλι-μά-κι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. 1. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) ομάδα προσώπων με ορισμένη αρμοδιότητα, που συγκροτείται, προκειμένου να φέρει σε πέρας συγκεκριμένη αποστολή: κυβερνητικό/στρατιωτικό/τεχνικό ~. ~ αστυνομικών/γιατρών/μηχανικών/στελεχών/υπουργών. Μελέτη έργου από ~ της Περιφέρειας. (Μικτά) ~α Ελέγχου. ~α Επιθεωρήσεων. Συστάθηκε ~. Στην περιοχή θα μεταβεί ~ εμπειρογνωμόνων.|| Πυροσβεστικά ~α. 2. {συνήθ. στον πληθ.} καθεμιά από τις κατηγορίες στις οποίες εντάσσονται οι υπάλληλοι ανάλογα με τα τυπικά τους προσόντα, βάσει των οποίων διαμορφώνεται και ο μισθός που λαμβάνουν ή ο φόρος που πληρώνουν: (τα ανώτερα/κατώτερα) μισθολογικά ~α. Φορολογικά ~α. ~α εισοδήματος. Πβ. βαθμίδα, κλίμακα. [< αρχ. κλιμάκιον ‘σκαλίτσα, σκαλί’, γαλλ. échelon] | |
| 24955 | κλιμακόμετρο | κλι-μα-κό-με-τρο ουσ. (ουδ.): υποδεκάμετρο για μετρήσεις σε διάφορες κλίμακες: αρχιτεκτονικό/τοπογραφικό ~. Βλ. -μετρο. | |
| 24956 | κλιμακοστάσιο | κλι-μα-κο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.) : χώρος οικοδομής στον οποίο βρίσκεται η σκάλα: ~ πολυκατοικίας. Μαρμάρινο/ξύλινο ~. Εξωτερικό/εσωτερικό/κεντρικό/κοινόχρηστο ~. ~ ασφαλείας/διαφυγής (σε περίπτωση πυρκαγιάς)/επικοινωνίας. Βλ. -στάσιο.[< γαλλ. (cage d')escalier, αγγλ. staircase] | |
| 24957 | κλιμακούμενος | , η, ο κλι-μα-κού-με-νος επίθ. (λόγ.): που αυξάνεται σε ένταση ή κλιμακώνεται σταδιακά: ~ος: ανταγωνισμός. ~η: αντιπαράθεση/βία/κρίση/σύγκρουση. ~ες: αντιδράσεις/κινητοποιήσεις (= κλιμακωτές).|| ~ο: ενδιαφέρον. Θέματα εξετάσεων με ~η (= διαβαθμισμένη) δυσκολία/~ης δυσκολίας.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ες: δόσεις. ~α: επιτόκια.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ες: γραμματοσειρές. [< αγγλ. scalable, 1936, climactic] | |
| 24958 | κλιμακοφόρος | , α/ος, ο κλι-μα-κο-φό-ρος επίθ. (επίσ.): (για όχημα) που φέρει κλίμακα, σκάλα: (ως ουσ.) Το ~ο της Πυροσβεστικής. Βλ. -φόρος, υδροφόρος. [< μτγν. κλιμακοφόρος ‘που κουβαλά μια σκάλα’] | |
| 24959 | κλιμακτηριακός | , ή, ό κλι-μα-κτη-ρι-α-κός επίθ. & κλιμακτηρικός 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κλιμακτήριο: ~ό: σύνδρομο. ~ά: συμπτώματα. Πβ. (προ)εμμηνοπαυσιακός. 2. ΒΟΤ. που έχει σχέση με το στάδιο ωρίμανσης μερικών φρούτων, κατά το οποίο αυξάνει ο ρυθμός αναπνοής τους. [< πβ. μτγν. κλιμακτηρικός ‘σχετικός με μια κρίσιμη περίοδο’, γαλλ. climatérique, αγγλ. climacteric(al)] | |
| 24960 | κλιμακτήριος | κλι-μα-κτή-ρι-ος ουσ. (θηλ.) {κλημακτηρί-ου} 1. ΙΑΤΡ. περίοδος στη ζωή της γυναίκας, η οποία χαρακτηρίζεται από φυσιολογικές και ψυχολογικές αλλαγές που οφείλονται στη σταδιακή διακοπή της εμμήνου ρύσεως και τελειώνει με την ολοκλήρωση της εμμηνόπαυσης: τα συμπτώματα της ~ου (: εξάψεις, εφιδρώσεις, αϋπνίες, αλλαγές της διάθεσης). Περνά (την) ~ο. Βρίσκεται/είναι/μπήκε στην ~ο. 2. ΙΑΤΡ. ανδρόπαυση. 3. ΒΟΤ. στάδιο της ωρίμανσης των καρπών, κατά το οποίο η αναπνοή ελαττώνεται στην αρχή και, στη συνέχεια, αυξάνεται απότομα. [< πβ. αρχ. κλιμακτήρ 'βαθμίδα, σκαλοπάτι, κρίσιμη περίοδος', γαλλ. climatère, αγγλ. climacteric] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ