Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25720-25740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
24981κλινο2- & κλινό-: λεξικό πρόθημα που αναφέρεται στην κλίση του εδάφους: κλινό-μετρο.
24982κλινόμετροκλι-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΟΠΟΓΡ. τοπογραφικό όργανο σε σχήμα συνήθ. βεντάλιας, για τη μέτρηση της κλίσης του εδάφους: ~ και θεοδόλιχος/πυξίδα. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. κλισίμετρο [< αγγλ. (in)clinometer, γαλλ. clinomètre]
24984κλινοσκέπασμακλι-νο-σκέ-πα-σμα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. κλινοσκεπάσματα} (επίσ.): κάθε είδος υφάσματος (σεντόνι, κουβέρτα) που χρησιμοποιείται στο κρεβάτι. Πβ. απλάδι, βελέντζα, κουβερλί, μπατανία, στρωσίδι. [< γερμ. Bettdecke, γαλλ. literie]
24985κλινοστατισμόςκλι-νο-στα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. καθήλωση στο κρεβάτι εξαιτίας ασθένειας: επιπλοκές από τον ~ό και την ακινησία. Πβ. κατάκλιση. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. clinostatism, γαλλ. clinostatisme]
24986κλίνωκλί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. έκλινα, κλίνει, κλί-θηκε, -θεί, κλίν-οντας, -όμενος, (λόγ.) κεκλιμένος} 1. γέρνω προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: ~ προς τα εμπρός. Κλαριά/φύλλα που ~ουν προς τα κάτω. Βλ. απο~, συγ~.|| Έκλινε το κορμί του προς το μέρος μου. Πβ. στρέφω. 2. (μτφ.) έχω προτίμηση σε κάτι, ρέπω, τείνω: ~ προς τη δεύτερη άποψη/εκδοχή/επιλογή/πρόταση. ~ υπέρ αυτής της εναλλακτικής λύσης. ~ να πιστέψω ότι ... Έκλινε με το μέρος των ... 3. ΓΡΑΜΜ. σχηματίζω τους τύπους κλιτής λέξης: ~ μια αντωνυμία/ένα επίθετο/μια μετοχή. Να ~θούν τα ουσιαστικά ... στον πληθυντικό αριθμό! Κλίνε τον παρατατικό/την υποτακτική αορίστου του ρήματος ...! 4. (σπανιότ.-λόγ.) λυγίζω, σκύβω: ~ουν το κεφάλι τους. ΣΥΝ. κάμπτω (2) ● ΦΡ.: κλίνατε επί δεξιά/επ' αριστερά (λόγ.): (ως παράγγελμα) για στροφή προς τα δεξιά ή τα αριστερά., δεν έχει πού την κεφαλήν κλίνη βλ. κεφαλή, η πλάστιγγα/η ζυγαριά/ο ζυγός γέρνει/κλίνει βλ. γέρνω, κλίνω (το) γόνυ βλ. γόνυ ● βλ. κεκλιμένος [< 1,4: αρχ. κλίνω 2,3: μτγν. ~]
24987κλιπ αρτουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κλίπαρτ: ΠΛΗΡΟΦ. γραφικά εικονίδια που παρέχονται έτοιμα από επεξεργαστές κειμένου ή προγράμματα σχεδίασης και συνήθ. εισάγονται σε ηλεκτρονικά κείμενα. [< αγγλ. clip art, 1984]
24988κλιπ1ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): βιντεοκλίπ: διαφημιστικό/ηχητικό/μουσικό ~. ● Υποκ.: κλιπάκι1 (το) [< αγγλ. (video) clip, γαλλ. clip, 1982]
24989κλιπ2ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: πλαστικό ή μεταλλικό μικροαντικείμενο που μοιάζει συνήθ. με μικρό μανταλάκι ή με συνδετήρα και χρησιμοποιείται για τη στερέωση ή συγκράτηση αντικειμένων: ~ ασφαλείας. ~ γραβάτας/χρημάτων (πβ. πιάστρα). ~ για τα μαλλιά. Σκουλαρίκια με ~ς. ● Υποκ.: κλιπάκι2 & κλιψάκι (το) [< αγγλ. clip]
24990κλίρινγκκλί-ρινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): ΟΙΚΟΝ. σύστημα ανταλλαγής προϊόντων μεταξύ κρατών· συμψηφισμός. [< αγγλ. clearing]
24991κλισαρισμένος, η, ο κλι-σα-ρι-σμέ-νος επίθ. (προφ.): στερεότυπος, κλισέ: ~ες: απόψεις/φράσεις.
24992κλισέκλι-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. παγιωμένη φράση που χρησιμοποιείται πολύ, με αποτέλεσμα να έχει χάσει πλέον την πρωτοτυπία και το νόημά της· γενικότ. οτιδήποτε τυποποιημένο, στερεοτυπικό: γλωσσικά (βλ. ξύλινη γλώσσα)/λεκτικά ~. Πβ. κοινοτοπία.|| (ως επίθ.) ~ ατάκες.|| Κινηματογραφικά (= συνηθισμένα θέματα ταινιών)/κοινωνικά ~ . 2. ΤΥΠΟΓΡ. η μεταλλική τυπογραφική πλάκα που χρησιμοποιείται στη στερεοτυπία: ~ φλεξογραφίας. ΣΥΝ. στερεότυπο (2) [< γαλλ. cliché]
24993κλίσηκλί-ση ουσ. (θηλ.) 1. λοξότητα ευθείας ή επιπέδου σε σχέση με άλλη ευθεία ή επίπεδο αναφοράς: αξονική/απότομη/κατηφορική/μεγάλη/μέγιστη επιτρεπόμενη/ομαλή ~. ~ του εδάφους/του οδοστρώματος/της στέγης/του τοίχου. Γωνία ~ης ...%. Το πλοίο πήρε ~ δεκαπέντε μοιρών (= έγειρε· πβ. πλάγιασμα). Βλ. ανάκλιση.|| (σε αεροσκάφη:) Πηδάλιο ~εως. Βλ. από-, σύγ-κλιση.|| Τον αποχαιρέτησε με μια ~ του κεφαλιού. Βλ. υπόκλιση. 2. (μτφ.) ροπή, τάση: έμφυτη/καλλιτεχνική (: φλέβα)/φυσική ~. ~εις και ενδιαφέροντα. Καλλιέργεια ιδιαίτερων ~εων. Έχει ~ στη μουσική. Πβ. έφεση, προδιάθεση. 3. ΓΡΑΜΜ. ο σχηματισμός των τύπων μιας κλιτής λέξης και ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο κλίνεται μια συγκεκριμένη ομάδα λέξεων: η ~ του άρθρου/του ρήματος ...|| Πρώτη/δεύτερη/τρίτη ~ ουσιαστικών (στην αρχαί ελληνική). Βλ. συζυγία. ● ΣΥΜΠΛ.: κλίση ευθείας: ΓΕΩΜ. (για δεδομένη ευθεία ε στο καρτεσιανό επίπεδο) η γωνία που σχηματίζεται από την ευθεία ε και τον άξονα των τετμημένων. [< 1,3: μτγν. κλίσις 2: γαλλ. inclination]
24994κλισίμετροκλι-σί-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΟΠΟΓΡ. κλινόμετρο.
24995κλισιοσκόπιοκλι-σι-ο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): εξάρτημα στην κάννη πυροβόλου όπλου με το οποίο ρυθμίζεται η κλίση του, ώστε να γίνει σωστή σκόπευση. Βλ. στόχαστρο, -σκόπιο. [< γαλλ. hausse]
13516κλισμός

δί-φρος ουσ. (αρσ.) 1. είδος καθίσματος χωρίς πλάτη και βραχίονες. 2. ΑΡΧ. ο χώρος του άρματος όπου καθόταν ο ηνίοχος και ο πολεμιστής· συνεκδ. πολεμικό άρμα ή άμαξα. [< αρχ. δίφρος]

24996κλιτικός, ή, ό κλι-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με την κλίση των μερών του λόγου: ~ό: μόρφημα/παράδειγμα/σύστημα (μιας γλώσσας).|| ~ές: αντωνυμίες (: οι αδύνατοι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών). Βλ. εγ~, προ~. [< μτγν. κλιτικός, γαλλ. clitique, αγγλ. clitic]
24997κλιτός, ή, ό κλι-τός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που κλίνεται, που εμφανίζει γραμματικές καταλήξεις: ~ός: τύπος. ~ή: γλώσσα. ~ές: λέξεις. Τα ~ά μέρη του λόγου (: αντωνυμία, άρθρο, επίθετο, μετοχή, ουσιαστικό, ρήμα). Βλ. αρχαιό-, δευτερό-, διπλό-κλιτος. ΑΝΤ. άκλιτος [< μτγν. κλιτός]
24999κλίτοςκλί-τος ουσ. (ουδ.) {κλίτ-ους | -η}: ΑΡΧΙΤ. καθένας από τους επιμήκεις χώρους στους οποίους χωρίζεται κάθετα με κιονοστοιχίες το εσωτερικό αρχαίου ή χριστιανικού ναού: βασιλική με εγκάρσιο ~. Βλ. -κλιτος. [< μτγν. κλῖτος & κλεῖτος, γαλλ. nef]
25000κλιτύςκλι-τύς ουσ. (θηλ.) {κλιτ-ύος | -ύες} (λόγ.): πλαγιά. Πβ. πρανές. [< αρχ. κλιτύς]
25001κλιψάκιβλ. κλιπ2

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.