| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 24964 | κλιματίζεται | κλι-μα-τί-ζε-ται ρ. {μτχ. ενεστ. κλιματιζ-όμενος | σπάν. ενεργ. κλιματίζει}: (για χώρο) διαθέτει επιθυμητές συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας, που εξασφαλίζονται συνήθ. από εγκατεστημένο ειδικό μηχάνημα: Η αίθουσα ~. ~όμενα: δωμάτια. [< γαλλ. climatiser, περ. 1935] | |
| 24965 | κλιματικός | , ή, ό κλι-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το κλίμα: ~ός: χάρτης. ~ή: απειλή/αστάθεια/ισορροπία. ~ό: δελτίο. ~οί: παράγοντες. ~ές: επιπτώσεις/ζώνες/συνθήκες. ~ά: δεδομένα/μοντέλα/στοιχεία/φαινόμενα. Πβ. κλιματολογικός. Βλ. βιο~. Υπουργείο ~ής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας. ● επίρρ.: κλιματικά ● ΣΥΜΠΛ.: κλιματική αλλαγή: μεταβολή των μετεωρολογικών συνθηκών (π.χ. αύξηση της θερμοκρασίας, υπερθέρμανση του πλανήτη), η οποία οφείλεται σε φυσικές διαδικασίες ή/και σε ανθρώπινες δραστηριότητες: μέτρα αντιμετώπισης των ~ών ~ών. Βλ. ερημοποίηση, φαινόμενο του θερμοκηπίου.[< αγγλ. climate change, 1983, ιταλ. ~ ~ 2007], κλιματικοί/περιβαλλοντικοί πρόσφυγες βλ. πρόσφυγας [< μτγν. κλιματικός ‘σχετικός με την κλίση (του κόσμου)’, γαλλ. climatique, αγγλ. climatic] | |
| 24966 | κλιματισμός | κλι-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. δημιουργία ή/και διατήρηση σε κλειστό χώρο καθορισμένων συνθηκών θερμοκρασίας, υγρασίας και (εξ)αερισμού, ανεξάρτητα από τον καιρό· (κυρ. συνεκδ.) το σύνολο των τεχνικών μέσων που χρησιμοποιούνται για αυτόν τον σκοπό: αυτόματος/γεωθερμικός/οικιακός/ρυθμιζόμενος ~. ~ αυτοκινήτων/γραφείων/κτιρίων. Μηχανήματα/μονάδες/συσκευές ~ού (= αιρκοντίσιον, κλιματιστικό). Βάζω ~ό (= ανοίγω, θέτω σε λειτουργία ή εγκαθιστώ, τοποθετώ). Πάλι δεν λειτουργεί/χάλασε ο ~; Η αίθουσα/το λεωφορείο διαθέτει ~ό (= κλιματίζεται).|| (κατ' επέκτ.) Κτίρια με φυσικό ~ό (= δροσερό αέρα· ΑΝΤ. τεχνητός ~). Βλ. βιοκλιματική αρχιτεκτονική, -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόνομος κλιματισμός: σύστημα κλιματισμού με ανεξάρτητη ρύθμιση. Βλ. αυτόνομη θέρμανση., ηλιακός κλιματισμός: κλιματιστικό σύστημα μεγάλων εγκαταστάσεων (π.χ. εργοστασίων), στο οποίο το ζεστό νερό των ηλιακών συλλεκτών ψύχεται με ειδικούς ψύκτες και κατόπιν οδηγείται με σωληνώσεις σε συμβατικές κλιματιστικές μονάδες. Βλ. αντλία θερμότητας. [< αγγλ. solar air conditioning] , κεντρικός κλιματισμός: σύστημα κλιματισμού κτιρίων στο οποίο ο αέρας ψύχεται ή θερμαίνεται σε μια κεντρική μονάδα (π.χ. λέβητας) και κατόπιν διοχετεύεται σε διάφορους χώρους μέσω αεραγωγών: ~ ~ κοινόχρηστων χώρων. Βλ. κεντρική θέρμανση. [< γαλλ. climatisation, περ. 1920] | |
| 24967 | κλιματιστικό | κλι-μα-τι-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα που ρυθμίζει τη θερμοκρασία, την υγρασία και τον αερισμό σε κλειστό χώρο: οικολογικό/φορητό ~. ~ ψύξης-θέρμανσης. ~ ινβέρτερ. ~ δαπέδου/τοίχου. Η απόδοση/το τηλεχειριστήριο/τα φίλτρα του ~ού. ~ά αυτοκινήτων. Βλ. αεροκουρτίνα, ανεμιστήρας, κλιματισμός. ΣΥΝ. αιρκοντίσιον [< γαλλ. climatiseur, 1955] | |
| 24968 | κλιματιστικός | , ή, ό κλι-μα-τι-στι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τον κλιματισμό: ~ή: μονάδα/συσκευή. ~ό: μηχάνημα (= κλιματιστικό). ~ και ψυκτικός εξοπλισμός. | |
| 24969 | κλιματολογία | κλι-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΓΕΩΛ.- ΚΛΙΜΑΤ. επιστήμη η οποία εξετάζει τη μακρόχρονη στατιστική συμπεριφορά των κλιματικών αλλαγών ενός τόπου, τις αιτίες που τις προκαλούν και την εφαρμογή των κλιματολογικών στοιχείων στην επίλυση πρακτικών προβλημάτων: γενική/δυναμική/εφαρμοσμένη/φυσική ~. Κέντρο Ερεύνης Φυσικής της Ατμοσφαίρας και ~ας (της Ακαδημίας Αθηνών). Βλ. -λογία, βιο~, παλαιο~. [< γαλλ. climatologie, 1834, αγγλ. climatology, 1813] | |
| 24970 | κλιματολογικός | , ή, ό κλι-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το κλίμα ή την κλιματολογία: ~ός: δορυφόρος/σταθμός. ~ή: ζώνη/ισορροπία. ~ό: κέντρο/περιβάλλον. ~οί: παράγοντες. ~ές: μεταβολές/συνθήκες. ~ά: στοιχεία. Μετεωρολογικά και ~ά δελτία. Πβ. κλιματικός. [< γαλλ. climatologique, αγγλ. climatologic(al)] | |
| 24971 | κλιματολόγος | κλι-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην κλιματολογία: μετεωρολόγοι και ~οι. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. climatologue, περ. 1950, αγγλ. climatologist] | |
| 24972 | κλιν- | βλ. κλινο1- | |
| 24973 | κλινάμαξα | κλι-νά-μα-ξα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): βαγόνι αμαξοστοιχίας που αποτελείται από καμπίνες με κουκέτες: δίκλινη/μονόκλινη ~. ~ Α' θέσης. Βλ. κουπέ. ΣΥΝ. βαγκόν-λι | |
| 24974 | κλίνη | κλί-νη ουσ. (θηλ.) {κλινών} 1. (επίσ.) & (λαϊκό-λογοτ.) κλινάρι: κρεβάτι, κυρ. σε ξενοδοχείο ή νοσοκομείο: πρόσθετη ~ σε δίκλινο.|| Νοσοκομειακές/χειρουργικές ~ες. ~ες εντατικής θεραπείας/νοσηλείας. Βλ. -κλινος.|| Συζυγική ~ (: ως σύμβολο της ερωτικής ζωής των συζύγων).|| Νεκρική ~. Πβ. κοίτη. 2. ΧΗΜ. πορώδες υλικό σε αντιδραστήρα, το οποίο δρα ως καταλύτης ή ως απορροφητικό μέσο: ξηραντής ρευστοποιημένης/σταθεροποιημένης ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: κλίνη/κρεβάτι του Προκρούστη βλ. Προκρούστης, ναυπηγική κλίνη βλ. ναυπηγικός [< 1: αρχ. κλίνη 2: αγγλ. bed, 1949] | |
| 24975 | κλινήρης | , ης, ες κλι-νή-ρης επίθ. (λόγ.): που μένει στο κρεβάτι προκειμένου να αναρρώσει: ~εις ή κατάκοιτοι ασθενείς. Παρέμεινε ~ (στο σπίτι) λόγω ίωσης. Βλ. -ήρης. [< μτγν. κλινήρης] | |
| 24976 | κλινικάρχης | κλι-νι-κάρ-χης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης ή διευθυντής ιδιωτικής κλινικής. Βλ. -άρχης. | |
| 24977 | κλινική | κλι-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): τμήμα νοσοκομείου ή ιδιωτικό θεραπευτήριο: γενική/πανεπιστημιακή ~. Γυναικολογική-μαιευτική/καρδιολογική/κτηνιατρική/νεφρολογική/οδοντιατρική/παιδιατρική/(καρδιο)χειρουργική/ψυχιατρική ~. Διευθυντής ~ής. Πβ. νοσηλευτήριο, πολυ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνολογική κλινική: ΤΕΧΝΟΛ. πρόγραμμα υλοποιούμενο συνήθ. από πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, το οποίο αποσκοπεί στην εισαγωγή νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με σκοπό τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους. [< αγγλ. technology clinic] [< γαλλ. clinique, αγγλ. clinic] | |
| 24978 | κλινικός | , ή, ό κλι-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παρατήρηση, εξέταση και θεραπεία ασθενών (σε αντιδιαστολή με την εργαστηριακή και την προληπτική ιατρική)· που αναφέρεται στην κλινική: ~ός: έλεγχος. ~ή: διάγνωση/διατροφή/δοκιμή (εμβολίου)/εικόνα (λοίμωξης)/έρευνα/εφαρμογή (γονιδιακής θεραπείας)/κατάσταση/μελέτη/πρακτική/πράξη. ~ό: δείγμα/εργαστήριο/έργο (βλ. εφημερία, νοσηλεία)/ιστορικό/περιστατικό/σύνδρομο/υλικό. ~ά: ευρήματα/σημεία/συμπτώματα/τεστ/χαρακτηριστικά (ασθένειας).|| ~ός: διαιτολόγος/φαρμακοποιός. ~ή: Παθολογία/Φαρμακευτική/Χειρουργική/Χημεία. Πβ. νοσοκομειακός. Βλ. παρα~, προ~. ● επίρρ.: κλινικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: κλινική περίπτωση 1. (μτφ.-ειρων.) αθεράπευτη, αδιόρθωτη: ~ ~ μεγαλομανούς/συμβιβασμένου. Πβ. παθολογικός. 2. ΙΑΤΡ. ιατρικό περιστατικό: ~ ~ ασθενούς., κλινική ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. κλάδος της εφαρμοσμένης ψυχολογίας που ασχολείται με τη διάγνωση και θεραπεία ψυχολογικών διαταραχών και προβλημάτων συμπεριφοράς., κλινικός γιατρός & νοσοκομειακός γιατρός: που ασκεί την ιατρική ασχολούμενος άμεσα με τους ασθενείς, σε αντίθεση με τον εργαστηριακό γιατρό., κλινική ιατρική βλ. ιατρική, κλινικός θάνατος βλ. θάνατος ● ΦΡ.: κλινικά νεκρός: ΙΑΤΡ. για πρόσωπο στο οποίο επήλθε κλινικός θάνατος. Πβ. φυτό. [< γαλλ. cliniquement mort] [< μτγν. κλινικός (επίθ.) ‘σχετικός με το κρεβάτι’, ~ (ουσ.) ‘γιατρός που επισκέπτεται τον άρρωστο στο κρεβάτι του’, γαλλ. clinique, αγγλ. clinical] | |
| 24979 | κλίνκερ | κλίν-κερ ουσ. (ουδ.) 1. βασικό συστατικό του τσιμέντου. 2. σκληρό τούβλο που χρησιμοποιείται κυρ. στην επίστρωση δαπέδων. [< αγγλ. clinker (brick)] | |
| 24980 | κλινο1- & κλιν- | & κλιν-: (λόγ.) α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στην κλίνη: κλινο-σκέπασμα. Κλιν-άμαξα. | |
| 24981 | κλινο2- & κλινό- | : λεξικό πρόθημα που αναφέρεται στην κλίση του εδάφους: κλινό-μετρο. | |
| 24982 | κλινόμετρο | κλι-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΟΠΟΓΡ. τοπογραφικό όργανο σε σχήμα συνήθ. βεντάλιας, για τη μέτρηση της κλίσης του εδάφους: ~ και θεοδόλιχος/πυξίδα. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. κλισίμετρο [< αγγλ. (in)clinometer, γαλλ. clinomètre] | |
| 24984 | κλινοσκέπασμα | κλι-νο-σκέ-πα-σμα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. κλινοσκεπάσματα} (επίσ.): κάθε είδος υφάσματος (σεντόνι, κουβέρτα) που χρησιμοποιείται στο κρεβάτι. Πβ. απλάδι, βελέντζα, κουβερλί, μπατανία, στρωσίδι. [< γερμ. Bettdecke, γαλλ. literie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ