Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25740-25760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25002κλοιόςκλοι-ός ουσ. (αρσ.): (νοητός) κύκλος που περιορίζει ή σπανιότ. προστατεύει εντός των πλαισίων του: αστυνομικός/ασφυκτικός/προστατευτικός ~. Χαλάρωση του πολιορκητικού ~ού. Επιχείρησαν να σπάσουν τον ~ό ασφαλείας. Βλ. ζώνη.|| Σε απεργιακό ~ό (= σε ~ό απεργιών) η χώρα. Στενεύει/σφίγγει ο ~ γύρω από ... Έχει τεθεί σε στενό ~ό παρακολούθησης (= τον ελέγχουν στενά). ● ΣΥΜΠΛ.: πύρινος κλοιός: μεγάλη πυρκαγιά ή πολλά μέτωπα πυρκαγιών που έχει/έχουν περικυκλώσει απειλητικά μια περιοχή: Σε/υπό ~ο ~ό (βρίσκεται) η χώρα. ● ΦΡ.: σε λευκό κλοιό (μτφ.) & σε κλοιό χιονιά: για να δηλωθεί αποκλεισμός λόγω του χιονιού: ~ ~ (μένει) η χώρα. [< αρχ. κλοιός ‘περιλαίμιο’, γερμ. Ring]
25003κλομιφαίνηκλο-μι-φαί-νη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κλομιφένη & κλομιφέν (το): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο γονιμότητας (σύμβ. C26H28ClNO)που λαμβάνεται με σκοπό να προκαλέσει ωορρηξία: κιτρική ~. [< αγγλ. clomiphene, 1962 < c(h)lo(r)- + (a)mi(ne) + -phene (< phenyl)]
25004κλομπουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & γκλομπ: μικρό ρόπαλο με το οποίο είναι εφοδιασμένοι οι αστυνομικοί: πτυσσόμενο ~. ΣΥΝ. αστυνομική ράβδος. [< αγγλ. club]
25005κλονίζωκλο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {κλόνι-σα, κλονί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, κλονίζ-οντας, -όμενος, κλονι-σμένος} 1. (μτφ.) διαταράσσω την ισορροπία, δημιουργώ αναστάτωση ή κλίμα αβεβαιότητας, αποσταθεροποιώ: Κρίση ~ει το κόμμα/την οικονομία. Ταραχές ~σαν τα θεμέλια του καθεστώτος. ~στηκε η αγάπη/εμπιστοσύνη/πίστη της. Η υγεία του ~στηκε ανεπανόρθωτα. ~σμένη: αυτοπεποίθηση. ~σμένο: ηθικό/κύρος. ~σμένες: σχέσεις. ~σμένα: νεύρα. Πβ. διασαλεύω, κλυδωνίζω, συγ~. 2. προκαλώ απώλεια της σταθερότητας ενός κτίσματος: Το κτίριο ~στηκε από τον σεισμό. Πβ. σείω, τραντάζω. [< μεσν. κλονίζω]
25006κλονικός, ή, ό κλο-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που χαρακτηρίζεται από διαδοχικές, σπασμωδικές μυϊκές συστολές: ~ή: φάση. ~ές: κρίσεις/συσπάσεις. Τονικοί ή ~οί σπασμοί.|| ~ τραυλισμός (= διαρκής επανάληψη της αρχικής συλλαβής ή λέξης). [< γαλλ. clonique , αγγλ. clonic]
25007κλονισμόςκλο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-λόγ.) διατάραξη της σταθερότητας, της ισορροπίας ή της ομαλής λειτουργίας: ~ των αξιών/της εμπιστοσύνης/των θεσμών/των σχέσεων. ~ της υγείας (κάποιου). Πβ. διασάλευση, κλυδωνισμός. Βλ. συγ~.|| (ΝΟΜ., για αίτηση διαζυγίου:) Η βία/η συζυγική απιστία ως τεκμήριο (ισχυρού) ~ού του γάμου. 2. ΤΕΧΝΟΛ. απότομη και έντονη ταλάντωση: ηλεκτροστατικοί/μηχανικοί ~οί. ~οί και δονήσεις. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: νευρικός κλονισμός: οποιαδήποτε νοητική ή συναισθηματική διαταραχή που προκαλείται συνήθ. από δυσάρεστο ή/και αιφνίδιο γεγονός: Υπέστη ~ό ~ό. Πβ. σοκ. [< αγγλ. nervous breakdown] [< μεσν. κλονισμός]
25008κλόουνκλό-ουν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. καλλιτέχνης (της παντομίμας) με έντονο μακιγιάζ και φαρδιά πολύχρωμα ρούχα, που παρουσιάζει κωμικό πρόγραμμα, συνήθ. σε τσίρκο: ~ σε παιδικά πάρτι. Βλ. αρλεκίνος, φασουλής. ΣΥΝ. παλιάτσος (1) 2. (μτφ.-συχνά μειωτ.) πρόσωπο που διασκεδάζει τους άλλους, που τους κάνει να γελούν με αστεία και μορφασμούς: ο ~ της παρέας/τάξης. ● ΦΡ.: κάνει τον γελωτοποιό/τον καραγκιόζη/τον κλόουν/τον παλιάτσο: γελοιοποιείται, κάνοντας ή λέγοντας αστεία. [< αγγλ. clown]
25009κλοπήκλο-πή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του κλέβω: ~ αρχαίων (πβ. αρχαιοκαπηλία)/αρχειακού υλικού/αυτοκινήτου/έργων τέχνης/κινητού (τηλεφώνου)/λογισμικού/νερού (= νερο~)/πιστωτικής κάρτας/ρεύματος (= ρευματο~)/τσάντας (πβ. αρπαγή)/χρημάτων/χρυσαφικών. ~ πνευματικής ιδιοκτησίας (= λογο~). (Ηλεκτρονική) ~ προσωπικών δεδομένων/στοιχείων λογαριασμού (= υπο~). ~ ή απώλεια διαβατηρίου/ταυτότητας. Θύμα ~ής. ~ με τη μέθοδο της απασχόλησης. Ασφάλεια/κάλυψη (μερικής/ολικής) ~ής. Σύλληψη για ~/με την κατηγορία της ~ής. ~ές, διαρρήξεις και ληστείες. Πβ. κλεψιά, κλέψιμο, ξάφρισμα, σούφρωμα, υπεξαίρεση. Βλ. ζωο~, ιδιοποίηση, μικρο~, υφαρπαγή.|| (ΝΟΜ.) Διακεκριμένη ~. [< αρχ. κλοπή]
25010κλοπιμαίος, α, ο [κλοπιμαῖος] κλο-πι-μαί-ος επίθ.: που αποτελεί προϊόν κλοπής: ~ο: αυτοκίνητο. ~α: κοσμήματα. ΣΥΝ. κλεψιμαίικος ● Ουσ.: κλοπιμαία (τα): αντικείμενα που εκλάπησαν: αποδοχή ~ων (= κλεπταποδοχή). [< μτγν. κλοπιμαῖος]
25011κλοπιράιτκλο-πι-ρά-ιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κλόπιραϊτ (προφ.): παραβίαση του κοπιράιτ· γενικότ. αθέμιτη αντιγραφή υλικού και συνεκδ. το σχετικό προϊόν της.
25013κλοςεπίθ. {άκλ.}: φούστα ή φουστάνι στενό στο σώμα και φαρδύ στα πόδια. Βλ. εβαζέ. [< γαλλ. cloche]
25014κλοσάρκλο-σάρ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: άστεγος (μεγαλούπολης, κυρ. για το Παρίσι). [< γαλλ. clochard]
25015κλοτσάωβλ. κλοτσώ
25016κλοτσηδόνκλο-τση-δόν επίρρ. (λόγ.): με τις κλοτσιές, βίαια: Φύγε, μη σε βγάλω/πετάξω έξω ~! Πβ. κακήν κακώς, πυξ λαξ. Βλ. -ηδόν.
25017κλότσημακλό-τση-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. κλοτσιά. Πβ. λάκτισμα. 2. ανάκρουση: ~ του όπλου.|| (κατ' επέκτ., σε αυτοκίνητο:) Αίσθηση ~ατος του κινητήρα. Πβ. σκορτσάρισμα.
25018κλοτσιάκλο-τσιά ουσ. (θηλ.): χτύπημα με το κάτω μέρος του ποδιού: γερή/δυνατή ~. Με μπουνιές και ~ιές (= πυξ λαξ). Του έριξε/έχωσε (μια) ~. Έφαγε ~. Έδωσε μια ~ στη μπάλα (: σούταρε). Τον άρχισαν στις ~ιές. Πβ. κλότσος, λάκτισμα. Βλ. γονατιά, στραβο~.|| (μτφ.) ~ στον ρατσισμό/στη φτώχεια. (προφ.-ειρων.) Είναι για πολλές ~ιές (: άχρηστος)! Πβ. χαστούκι. ● ΦΡ.: τον πέταξε έξω/έδιωξε (κακήν κακώς/με τις κλοτσιές) βλ. πετώ [< μεσν. κλοτσιά]
25019κλοτσοπατινάδακλο-τσο-πα-τι-νά-δα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) διαπληκτισμός με κλοτσιές και χτυπήματα. Βλ. -άδα. 2. (στην ποδοσφαιρική αργκό) σκληρός και χωρίς τεχνική ποδοσφαιρικός αγώνας.
25020κλότσοςκλό-τσος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): κλοτσιά. Κυρ. στη ● ΦΡ.: του κλότσου και του μπάτσου (προφ.): για πρόσωπο που αντιμετωπίζεται με αδιαφορία και περιφρόνηση: Μας έχουν ~ ~. [< μεσν. κλότσος < μεσν. λατ. calcio < λατ. calx ‘φτέρνα, κλοτσιά’]
25021κλοτσοσκούφικλο-τσο-σκού-φι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. για κάποιον ή κάτι που γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης ή περιφρόνησης: ~ ανάμεσα σε αντίπαλα συμφέροντα. Βλ. του κλότσου και του μπάτσου. 2. (παλαιότ.) ομαδικό παιχνίδι στο οποίο ένα παιδί προσπαθούσε να αποτρέψει τα άλλα από την προσπάθειά τους να βγάλουν με κλοτσιές έξω από κύκλο ένα σκουφάκι που είχε τοποθετηθεί στο κέντρο του. Βλ. κυνηγητό, κουτσό, μακριά γαϊδούρα, μπιζ, πινακωτή. 3. ποδοσφαιρικός αγώνας χαμηλής ποιότητας. Βλ. κλοτσοπατινάδα.
25022κλοτσώ[κλοτσῶ] κλο-τσώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κλοτσ-άς ..., -ώντας | κλότσ-ησα, -ήσει} & κλοτσάω 1. χτυπώ κάποιον ή κάτι με το πόδι: ~ δυνατά την μπάλα (= σουτάρω). ~ούσε με μανία τον τοίχο. Τον ~ησε στο καλάμι/στα πλευρά/στο στομάχι. Έφυγε εκνευρισμένος, ~ώντας τις πόρτες. ΣΥΝ. λακτίζω.|| (για έμβρυο:) Το μωρό ~άει στην κοιλιά της μητέρας του.|| Οι γάιδαροι/ζέβρες αμύνονται, ~ώντας με τα πίσω πόδια. 2. (μτφ.-προφ.) αδιαφορώ για κάτι, δεν το εκμεταλλεύομαι: ~ά την τύχη του. ~ησε προσφορά εκατομμυρίων. Είχατε την ευκαιρία και την ~ήσατε. Πβ. αψηφώ, διώχνω, περιφρονώ. 3. (μτφ.-προφ.) αντιδρώ, αντιστέκομαι σε κάτι που μου επιβάλλεται: Αρχικά είπε ναι, στη συνέχεια, όμως, άρχισε να ~άει. Πβ. δυσανασχετώ, τσινάω.κλοτσά (προφ.): (συνήθ. για όπλο που εκπυρσοκροτεί ή σπανιότ. για όχημα) τινάζεται προς τα πίσω ή σκορτσάρει αντίστοιχα. Πβ. αναπηδώ. ● ΦΡ.: χύνει/κλοτσά την καρδάρα με το γάλα βλ. καρδάρα [< μεσν. κλοτσώ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.