| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25023 | κλου | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο ή γεγονός: το ~ (= αποκορύφωμα) της βραδιάς/εκδήλωσης/υπόθεσης. Πβ. χάιλαϊτ. [< γαλλ. clou] | |
| 25024 | κλουαζονέ | κλου-α-ζο-νέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τεχνική επισμάλτωσης κατά την οποία διαφορετικά χρώματα διαχωρίζονται μεταξύ τους με λεπτές μεταλλικές λωρίδες: (ως επίθ.) βάζο ~. [< γαλλ. cloisonné] | |
| 25025 | κλούβα | κλού-βα ουσ. (θηλ.) 1. μεγάλο αστυνομικό όχημα με τη μορφή κλειστού θωρακισμένου φορτηγού για τη μεταφορά συλληφθέντων, κρατουμένων ή ανδρών των ΜΑΤ. 2. μεγάλο κλουβί, συνήθ. για ζώα. 3. κλειστό φορτηγάκι μεταφοράς, συνήθ. φορτίων. Βλ. βαν. | |
| 25026 | κλουβί | κλου-βί ουσ. (ουδ.) {κλουβ-ιού} 1. περιφραγμένη κατασκευή με πλέγμα ή κάγκελα, μέσα στην οποία ζουν σε συνθήκες εγκλεισμού ζώα ή πουλιά: ~ για κουνέλια/χάμστερ. ~ εκτροφής. Η ταΐστρα του ~ιού (: σε ~ για πουλιά).|| ~ μεταφοράς σκύλων. Βλ. κλούβα, τεράριουμ. 2. (μτφ.) περιορισμένος χώρος που δίνει την εντύπωση κελιού ή φυλακής: (κ. ως παραθετικό σύνθ.) διαμέρισμα/δωμάτιο-~. Πβ. κουτί. ● Υποκ.: κλουβάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσό κλουβί βλ. χρυσός ● ΦΡ.: το κλουβί με τις τρελές/τους τρελούς (μτφ.): χώρος όπου επικρατούν παράλογες καταστάσεις., σαν αγρίμι/θηρίο/λιοντάρι στο κλουβί βλ. αγρίμι [< μεσν. κλουβί(ν)] | |
| 25027 | κλουβιάζει | κλου-βιά-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κλούβια-σε, κλουβιά-σει, -σμένος} & (σπάν.) κλουβιαίνει (προφ.) 1. (μτφ.) αποβλακώνεται, χαζεύει: ~σε το μυαλό του. Πβ. ζαβλακώνω, κουρκουτ-, μπαφ-ιάζω. 2. (για αβγό) αλλοιώνεται, χαλά. | |
| 25028 | κλούβιος | , α, ο κλού-βιος επίθ. (προφ.) 1. (για αβγό) αλλοιωμένος, χαλασμένος. Πβ. μπαγιάτικος, τζούφιος. 2. (μτφ.-μειωτ.) αποβλακωμένος, ανόητος: ~ιο: μυαλό. Το ~ιο (= άδειο) του το κεφάλι τα φταίει όλα! 3. (σπανιότ.-μτφ.) χωρίς νόημα ή αντίκρισμα· κενός, στείρος: ~ιες: θεωρίες/υποσχέσεις (: φρούδες). ~ια: λόγια. Πβ. κούφιος. [< σλαβ. kûlvati] | |
| 25029 | κλοφέν | κλο-φέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΧΗΜ. εμπορική ονομασία των πολυχλωριωμένων διφαινυλίων. [< αγγλ. poly(chlo)rinated bi(phen)yl, 1959] | |
| 25031 | κλυδασμός | κλυ-δα-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. ψηλάφηση υγρής μάζας με τα δάκτυλα. [< μεσν. κλυδασμός, μτγν. ~ ‘κυματισμός της θάλασσας’] | |
| 25032 | κλύδων | κλύ-δων ουσ. (αρσ.) {κλύδωνος} (λόγ.): τρικυμία. [< αρχ. κλύδων] | |
| 25033 | κλυδωνίζω | κλυ-δω-νί-ζω ρ. (μτβ.) {κλυδώνι-σε, κλυδωνί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, κλυδωνίζ-οντας, -όμενος, κλυδωνι-σμένος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) προκαλώ αστάθεια, κλονίζω: Σκάνδαλα ~ουν την πολιτική σκηνή. Κρίση που ~σε ισχυρά/συθέμελα την οικονομία. ~εται η κοινωνία από ανακατατάξεις (πβ. παραπαίω). 2. προκαλώ ταλάντωση, σείω, ταρακουνώ: Το πλοίο ~όταν από τα κύματα. Πβ. παραδέρνω. [< 2: μτγν. κλυδωνίζω] | |
| 25034 | κλυδωνισμός | κλυ-δω-νι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) αναταραχή, αναστάτωση: διεθνείς/κομματικοί/οικονομικοί/πολιτειακοί/πολιτικοί/χρηματιστηριακοί ~οί. ~ της αγοράς εξαιτίας της κρίσης. Ανακατατάξεις και ~οί. Το εκλογικό αποτέλεσμα προκάλεσε δυνατούς/έντονους/ισχυρούς ~ούς στο κόμμα. Πβ. διασάλευση, διατάραξη, κλονισμός. 2. ταλάντευση πλεούμενου· αναταράξεις αεροσκάφους: ~ του σκάφους (από τα κύματα). Πβ. (ταρα)κούνημα. Βλ. κύμανση, -ισμός. [< μτγν. κλυδωνισμός ‘κυματισμός, σύγχυση’] | |
| 25035 | κλύσμα | κλύ-σμα ουσ. (ουδ.) {κλύσμ-ατος | -ατα}: ΙΑΤΡ. εισαγωγή υγρού στον πρωκτό με τεχνητό τρόπο με σκοπό την κένωση του εντέρου· συνεκδ. η σχετική συσκευή. Βλ. καθαρτικό. ΣΥΝ. ένεμα (2), υποκλυσμός [< αρχ. κλύσμα < κλύζω ‘κατακλύζω, ξεπλένω’] | |
| 25036 | κλωβός | κλω-βός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κλουβί: (σε αγωνιστικό/σπορ αυτοκίνητο:) ~ ασφαλείας (επιβατών). Πβ. κουβούκλιο.|| (ΑΝΑΤ.) Θωρακικός ~ (= τα πλευρά κ. το στέρνο). ● ΣΥΜΠΛ.: μετεωρολογικός κλωβός βλ. μετεωρολογικός [< μτγν. κλωβός ‘κλουβί (για πουλιά)’] | |
| 25037 | κλωθογυρίζω | κλω-θο-γυ-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) (προφ.) 1. στριφογυρίζω επίμονα: ~ει ανήσυχος.|| (μτφ.) ~ει διαρκώς στο μυαλό μου η ιδέα ... 2. (μτφ.) (ανα)μασώ: ~ει γύρω απ' τα ίδια και τα ίδια. Σταμάτα να τα ~εις! [< μεσν. κλωθογυρίζω] | |
| 25038 | κλωθογύρισμα | κλω-θο-γύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κλωθογυρίζω. Πβ. στριφογύρισμα. Βλ. κλώσμα. | |
| 25039 | κλώθω | κλώ-θω ρ. (μτβ.) {έκλω-σε, κλώ-σει, -σμένος} 1. (παλαιότ.) γνέθω: Έκλωθε μαλλί/νήμα (με τη ρόκα και το αδράχτι). Βλ. ξαίνω, υφαίνω. 2. (σπάν.-μτφ.-προφ.) απασχολώ τη σκέψη μου συνέχεια με το ίδιο θέμα, σκέφτομαι διαρκώς το ίδιο πράγμα: Τι το ~εις (= κλωθογυρίζεις) συνέχεια στο μυαλό σου; [< αρχ. κλώθω] | |
| 25040 | κλωνάρι | κλω-νά-ρι ουσ. (ουδ.) & κλωνί: μικρό και τρυφερό κλαδί ή μικρός και λεπτός βλαστός: ~ ελιάς. (σε συνταγές:) (Ένα) ~ θυμάρι (βλ. ματσάκι). Πβ. κλαρί, κλώνος. ● Υποκ.: κλωναράκι (το) [< μεσν. κλωνάρι(ν)] | |
| 25041 | κλωνοποίηση | κλω-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κλωνισμός (ο): ΒΙΟΛ. τεχνική αναπαραγωγής οργανισμών ή κυττάρων με το ίδιο ακριβώς γενετικό υλικό, όπως το αρχικό: αναπαραγωγική/θεραπευτική ~. ~ γονιδίων/εμβρύων/ζώων/φυτών. Ανθρώπινη ~ και ηθικά ζητήματα. Πειράματα ~ης. Φορείς ~ης (π.χ. πλασμίδια). Βλ. -ποίηση, ανασυνδυασμένο DNA, βιοηθ-, ευγον-, κρυον-ική. [< αγγλ. cloning, 1974, γαλλ. clonage, περ. 1970] | |
| 25042 | κλωνοποιώ | [κλωνοποιῶ] κλω-νο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κλωνοποι-εί, -ώντας | κλωνοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: ΒΙΟΛ. εφαρμόζω τη μέθοδο της κλωνοποίησης: ~ημένα: γονίδια/θηλαστικά. ~ημένα και γενετικά τροποποιημένα/μεταλλαγμένα προϊόντα. [< αγγλ. clone, περ. 1948, γαλλ. cloner, 1979] | |
| 41513 | κλωνος | , η, ο πο-λύ-κλω-νος επίθ. (λόγ.) 1. που έχει πολλά κλαδιά ή πολλούς κλώνους: ~ο: δέντρο. Βλ. -κλωνος1.|| ~ος: αγωγός. ~ο: καλώδιο. 2. που αποτελείται από πολλές στριφτές κλωστές: ~ο: νήμα. Βλ. δίκλωνος. [< 1: μτγν. πολύκλωνος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ