Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [2560-2580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1593ακαταμάχητος, η, ο [ἀκαταμάχητος] α-κα-τα-μά-χη-τος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν μπορεί κανείς να του αντισταθεί, να τον αντικρούσει: ~ος: πειρασμός. ~η: γοητεία/γυναίκα/δύναμη/έλξη/θέληση. ~ο: άρωμα/βλέμμα/πάθος/χιούμορ. ~α: θέλγητρα. ~ και ασυναγώνιστος. ~ με τις γυναίκες.|| ~α: επιχειρήματα (= αφοπλιστικά)/τεκμήρια (= αμάχητα. ΑΝΤ. μαχητά). ΣΥΝ. ακατανίκητος (1) 2. (σπάν.) που δεν μπορεί να νικηθεί: ~ος: αντίπαλος. ΣΥΝ. αήττητος, ακατανίκητος (2), ανίκητος (1) ● επίρρ.: ακαταμάχητα [< 2:  μτγν. ἀκαταμάχητος]
1594ακαταμέτρητος, η, ο [ἀκαταμέτρητος] α-κα-τα-μέ-τρη-τος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει ή δεν μπορεί να καταμετρηθεί, να υπολογιστεί, μεγάλος, πολύς: ~ο: πλήθος.|| (μτφ.) ~ος: πόνος. ~η: δύναμη/περιουσία. Πβ. ανυπολόγιστος, απροσμέτρητος. [< μτγν. ἀκαταμέτρητος]
1595ακατανίκητος, η, ο [ἀκατανίκητος] α-κα-τα-νί-κη-τος επίθ. 1. που δεν μπορεί κανείς να του αντισταθεί, ακαταμάχητος: ~ος: έρωτας/πειρασμός/φόβος. ~η: ανάγκη (= αδήριτη)/γοητεία/δίψα/δύναμη/έλξη/επιθυμία/όρεξη/ορμή/τάση. ~ο: ένστικτο/πάθος (= αδάμαστο)/συναίσθημα. 2. που δεν μπορεί να νικηθεί: ~ος: ηγέτης/πρωταθλητής. ΣΥΝ. αήττητος, ακατάβλητος (1), ανίκητος (1) ● επίρρ.: ακατανίκητα [< μτγν. ἀκατανίκητος]
1596ακατανοησία[ἀκατανοησία] α-κα-τα-νο-η-σί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ή αδυναμία κατανόησης: αμοιβαία/πλήρης ~ (πβ. ασυνεννοησία). ~ του κειμένου/της ουσίας του προβλήματος. Ασάφεια και ~. ΣΥΝ. ακαταληψία (1) ΑΝΤ. κατανόηση (1) [< μεσν. ακατανοησία]
1597ακατανόητος, η, ο [ἀκατανόητος] α-κα-τα-νό-η-τος επίθ. 1. που δεν ερμηνεύεται εύκολα· παράδοξος: ~ος: χαρακτήρας. ~η: αντίδραση/εμμονή/στάση/συμπεριφορά. ~ο: γεγονός/θαύμα. Η πράξη του ήταν αδικαιολόγητη και ~η.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο του Σύμπαντος. ΣΥΝ. ανεξήγητος ΑΝΤ. ευεξήγητος 2. που δεν μπορεί να γίνει κατανοητός, αντιληπτός, σαφής: ~ο: σχέδιο. ~α: λόγια/μηνύματα. Τα ~α σημεία του κειμένου. Πβ. ακαταλαβίστικος, ασαφής. ΣΥΝ. ακατάληπτος ΑΝΤ. καταληπτός ● επίρρ.: ακατανόητα [< 1: γαλλ. incompréhensible 2: μτγν. ἀκατανόητος]
1598ακατανόμαστος, η, ο βλ. ακατονόμαστος
1599ακατάπαυστος, η, ο [ἀκατάπαυστος] α-κα-τά-παυ-στος επίθ. & (σπάν.-λόγ.) ακατάπαυτος: που δεν έχει παύση, δεν σταματά: ~ος: αγώνας/εκνευρισμός/πόνος. ~η: αιμορραγία/βροχή/γκρίνια/κίνηση/πάλη/ροή/φλυαρία. ~ο: κυνηγητό/πηγαινέλα/τρέξιμο. ~ο πάθος για ... ΣΥΝ. αδιάκοπος, ασταμάτητος (1), διαρκής (1), συνεχής (1) ● επίρρ.: ακατάπαυστα & (λόγ.) ακαταπαύστως [< μτγν. ἀκατάπαυστος]
1600ακαταπόνητος, η, ο [ἀκαταπόνητος] α-κα-τα-πό-νη-τος επίθ. (λόγ.) 1. (για πρόσ.) που δεν καταβάλλεται: ~ος: ερευνητής (πβ. χαλκέντερος)/μαχητής. ~η: ομάδα. ~ο: μυαλό. ΣΥΝ. ακάματος (1), ακατάβλητος (1), ακούραστος ΑΝΤ. κατάκοπος 2. (για δραστηριότητα) που γίνεται ή εκδηλώνεται με επιμονή και συνεχή προσπάθεια: ~ος: αγώνας. ~η: εργατικότητα/προθυμία/προσφορά. ~ο: ενδιαφέρον. Κατέβαλε ~ες προσπάθειες. ΣΥΝ. άοκνος, συνεχής (1) ● επίρρ.: ακαταπόνητα [< αρχ. ἀκαταπόνητος, γαλλ. infatigable]
1601ακατάρριπτος, η, ο [ἀκατάρριπτος] α-κα-τάρ-ρι-πτος επίθ. (επίσ.) 1. (μτφ.) που δεν έχει ή δεν μπορεί να ανατραπεί ή να ξεπεραστεί: ~η: επίδοση/επιχειρηματολογία/θεωρία. ~ο: επίτευγμα/πλεονέκτημα. Το ιστορικό του ρεκόρ παραμένει ~ο μέχρι σήμερα. 2. που δεν έχει ή δεν μπορεί να καταρριφθεί: ~ο: (πολεμικό) αεροσκάφος/ελικόπτερο.
1602ακατάρτιστος, η, ο [ἀκατάρτιστος] α-κα-τάρ-τι-στος επίθ. 1. (για πρόσ.) που δεν διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις, κυρ. για το επάγγελμα που ασκεί, ή την κατάλληλη ενημέρωση σε κάποιο θέμα: ~ος: αναγνώστης/μαθητής/τεχνίτης. ~η: υπάλληλος. ~ο: προσωπικό. Είναι ~ στα μαθηματικά/στη φυσική. Είναι δημοσιογραφικά/επιστημονικά ~. ΣΥΝ. ανεκπαίδευτος ΑΝΤ. εκπαιδευμένος, καταρτισμένος (1) 2. που δεν έχει ετοιμαστεί ή συγκροτηθεί: ~ο: νομοσχέδιο/πρόγραμμα. Πβ. ανέτοιμος, ατελής. ΑΝΤ. ολοκληρωμένος (1) [< μτγν. ἀκατάρτιστος ‘ατελής’]
1603ακατάσβεστος, η, ο [ἀκατάσβεστος] α-κα-τά-σβε-στος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που δεν μπορεί να ηρεμήσει, να καταλαγιάσει: ~ος: έρωτας. ~η: δίψα/οργή/πείνα. ~ο: μίσος/πάθος. ΣΥΝ. ακατασίγαστος 2. (σπάν.) που δεν έχει σβηστεί ή δεν μπορεί να σβήσει (εύκολα): ~η: πυρκαγιά/φωτιά.|| Η ~η (= άσβηστη) φλόγα της λευτεριάς. ΣΥΝ. άσβεστος (2) ΑΝΤ. σβησμένος [< 1: γαλλ. inextinguible 2: μτγν. ἀκατάσβεστος]
1604ακατασίγαστος, η, ο [ἀκατασίγαστος] α-κα-τα-σί-γα-στος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει ή δεν μπορεί να κατευναστεί: ~ος: εκνευρισμός/έρωτας/θυμός/πόθος (= διακαής). ~η: αγάπη/επιθυμία. ~ο: άγχος/(συν)αίσθημα. Φλέγονται από ~α πάθη. ΣΥΝ. ακατανίκητος (1), ακατάσβεστος (1) ● επίρρ.: ακατασίγαστα
1605ακαταστάλακτος & ακαταστάλαχτος, η, ο [ἀκαταστάλακτος] α-κα-τα-στά-λα-κτος επίθ. 1. (μτφ.) (για πρόσωπο) που δεν έχει πάρει ακόμη οριστικές αποφάσεις ή (για κάτι) που δεν έχει διαμορφωθεί οριστικά: ~ος: νέος.|| ~ος: χαρακτήρας (πβ. αναποφάσιστος). ~ο: σχέδιο. 2. (σπάν.) (για υγρό) που δεν έχει κατασταλάξει, δεν είναι διαυγές. Πβ. θολός. [< 1: αγγλ. unsettled]
1606ακαταστασία[ἀκαταστασία] α-κα-τα-στα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. έλλειψη τάξης: Στο δωμάτιο επικρατεί/υπάρχει γενική/πλήρης ~. Τι ~ (= ανακατωσούρα) είν' αυτή! Συγγνώμη για την ~! Πβ. αταξία, τσαπατσουλιά.|| (συνεκδ. στον πληθ., για αντικείμενα πεταμένα εδώ κι εκεί:) Συμμαζεύω τις ~ες τους! ΑΝΤ. νοικοκυροσύνη (1) 2. απουσία κανονικότητας, μεθοδικότητας, οργάνωσης, σταθερότητας ή προγράμματος: δημοσιονομική/οικονομική/πολεοδομική ~. Ψυχική ~. ~ του καιρού (ΣΥΝ. αστάθεια, μεταβλητότητα)/της σκέψης. ~ στον ύπνο. ΑΝΤ. συστηματικότητα [< 1: μτγν. ἀκαταστασία 2: γαλλ. désordre, γερμ. Unordnung]
1607ακατάστατος, η, ο [ἀκατάστατος] α-κα-τά-στα-τος επίθ.: (για κάτι ή κάποιον) που χαρακτηρίζεται από ακαταστασία: ~ο: γραπτό/γραφείο/δωμάτιο/σπίτι (= αμάζευτο, ανοικοκύρευτο). ~α: μαλλιά/συρτάρια (ΣΥΝ. ανάστατος, ατακτοποίητος. ΑΝΤ. τακτοποιημένος).|| Είναι φοβερά ~ (ΣΥΝ. ανοργάνωτος, άτσαλος, τσαπατσούλης, ΑΝΤ. τακτικός)!|| ~ο: ωράριο (= άστατο). ~ες: καιρικές συνθήκες (= ευμετάβλητες). ~α: γεύματα. Τρώει σε ~ες ώρες. ● επίρρ.: ακατάστατα [< αρχ. ἀκατάστατος, γαλλ. désordonné, en désordre, γερμ. unordentlich]
1608ακατάσχετος, η, ο [ἀκατάσχετος] α-κα-τά-σχε-τος επίθ. 1. (λόγ.) που δεν μπορεί να σταματήσει ή να ελεγχθεί, να συγκρατηθεί, κυρ. για κάτι αρνητικό: ~ος: βήχας/εμετός. ~η: αιμορραγία. ~ο: γέλιο.|| ~η: κινδυνολογία/λογοδιάρροια/πολυλογία/φλυαρία (= ασταμάτητη, συνεχής). ~ο: παραλήρημα. Πβ. ακατάπαυστος, ασυγκράτητος. 2. ΝΟΜ. (για περιουσιακό στοιχείο) που δεν έχει ή δεν μπορεί να κατασχεθεί: ~ος: λογαριασμός/μισθός. ~ο: ακίνητο/δικαίωμα (ανάληψης/οίκησης)/ποσοστό μετοχών. ~α: προσωπικά είδη. ● Ουσ.: ακατάσχετο (το): ΝΟΜ. η ιδιότητα περιουσιακού στοιχείου ή χρηματικού ποσού που δεν υπόκειται σε κατάσχεση: το ~ των αρχαιολογικών ή ιστορικών κειμηλίων/του μισθού/των οικογενειακών εγγράφων/της πρώτης κατοικίας. Αίρεται/διαφυλάσσεται το ~. ● επίρρ.: ακατάσχετα & (λόγ.) ακατασχέτως [< 1: μτγν. ἀκατάσχετος 2: γαλλ. insaisissable]
1609ακατάτακτος, η, ο [ἀκατάτακτος] α-κα-τά-τα-κτος επίθ. 1. (για κάτι) που δεν έχει ή δεν μπορεί να ταξινομηθεί ή δεν ανήκει σε κάποια κατηγορία: ~ο: αρχείο/υλικό. ~α: δελτία/έγγραφα.|| (σπάν.) Έργο ειδολογικά ~ο. ΣΥΝ. αταξινόμητος (1) ΑΝΤ. ταξινομημένος 2. (για στρατεύσιμο) που δεν έχει ακόμα καταταγεί στον στρατό. ● επίρρ.: ακατάτακτα [< 1: μτγν. ἀκατάτακτος]
1611ακαταφρόνητος, η, ο [ἀκαταφρόνητος] α-κα-τα-φρό-νη-τος επίθ. (λόγ.): που δεν τον έχουν περιφρονήσει, που αξίζει της προσοχής ή της εκτίμησης των άλλων: ~ες: απαιτήσεις. ΣΥΝ. αξιοπρόσεκτος ΑΝΤ. αξιοκαταφρόνητος, ευκαταφρόνητος [< αρχ. ἀκαταφρόνητος]
1612ακαταχώριστος & ακαταχώρητος, η, ο [ἀκαταχώριστος] α-κα-τα-χώ-ρι-στος επίθ. 1. που δεν τον έχουν καταχωρίσει, δεν έχει καταγραφεί σε ειδικό βιβλίο, έντυπο, κατάλογο, έγγραφο, λογιστικό πίνακα: ~ος: εργαζόμενος/λογαριασμός. ~η: επιχείρηση/λέξη (βλ. αθησαύριστη). ~ο: όνομα/ποσό. ~ες: απουσίες/πινακίδες (αυτοκινήτου). ~α: κέρδη/πρακτικά συνεδρίασης/στοιχεία/τιμολόγια. Κάποιες αιτήσεις έχουν μείνει ~ες. ΑΝΤ. καταγεγραμμένος 2. που δεν δημοσιεύτηκε στον Τύπο: ~η: αγγελία/επιστολή. ~ο: άρθρο. [< μτγν. ἀκαταχώριστος]
1613ακατέβατος, η, ο [ἀκατέβατος] α-κα-τέ-βα-τος επίθ. (οικ.): που δεν μειώνεται ή δεν υποχωρεί: ~ο: ποσό. Η τιμή του διαμερίσματος είναι ~η (πβ. αδιαπραγμάτευτος). ΣΥΝ. αμείωτος.|| ~ος: πυρετός. ~η: πίεση. ~α τα ποσοστά της ανεργίας. ● επίρρ.: ακατέβατα: Τελευταία προσφορά, χίλια ευρώ ~ (: χωρίς άλλη έκπτωση).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.