| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25043 | κλώνος1 | [κλῶνος] κλώ-νος ουσ. (αρσ.) 1. (λαϊκό) μεγάλο κλωνάρι, κλαδί: ~ ελιάς. Βλ. δίκλωνος. 2. καθένα από τα μικρότερα καλώδια στα οποία διακλαδίζεται ένα μεγαλύτερο. [< μτγν. κλῶνος ‘δεσμίδα’] | |
| 25045 | κλώνος2 | [κλῶνος] κλώ-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ. πιστό αντίγραφο του αντίστοιχου ανθρώπινου, ζωικού ή φυτικού οργανισμού από τον οποίο προήλθε με κλωνοποίηση: βακτηριακοί/κυτταρικοί ~οι. ~οι του DNA. Βλ. αγενής/μονογονική αναπαραγωγή, δίκλωνος. 2. (μτφ.) για πρόσωπο που μιμείται ή μοιάζει εξαιρετικά (συνήθ. στη συμπεριφορά) με άλλο ή για πράγμα που είναι πανομοιότυπο με άλλο: Είναι ~ του καλύτερού του φίλου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Προγράμματα ~οι. Βλ. ομοίωμα, ρεπλίκα. [< μτγν. κλῶνος 'κλάδος', αγγλ. clone, 1903, γαλλ. ~, 1923] | |
| 25047 | κλώσα | [κλῶσα] κλώ-σα ουσ. (θηλ.) & κλώσσα 1. κότα που κλωσά. 2. (μτφ.-προφ.) κουτσομπόλα. Πβ. γκιόσα, καρακάξα. [< μτγν. κλῶσσα] | |
| 25048 | κλωσά | [κλωσᾷ] κλω-σά ρ. (μτβ.) {κλώσ-ησε, -ήσει, -ώντας} & κλωσάει & (σπάν.) κλωσσά: (για πτηνό) κάθεται πάνω στα αβγά για να τα ζεστάνει, ώστε να βγουν οι νεοσσοί: Κότα/πουλί που ~ τα αβγά της/του (στο κοτέτσι/στη φωλιά του). Πβ. επωάζει. Βλ. εκκολάπτει. [< μεσν. κλωσσώ] | |
| 25049 | κλώση | κλώ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): γνέσιμο: μηχανές ~ης. Υφαντικές ίνες για ~. Βλ. λανάρισμα, νηματοποίηση. ΣΥΝ. κλώσιμο [< μτγν. κλῶσις] | |
| 25050 | κλώσημα | κλώ-ση-μα ουσ. (ουδ.) & κλώσσημα: επώαση (αβγών). | |
| 25051 | κλώσιμο | κλώ-σι-μο ουσ. (ουδ.): γνέσιμο, κλώση. | |
| 25052 | κλώσμα | κλώ-σμα ουσ. (ουδ.) 1. κλωσμένο νήμα, κλωστή. 2. (μτφ.) στροφή, στριφογύρισμα. [< 1: μτγν. κλῶσμα] | |
| 25053 | κλωσόπουλο | κλω-σό-που-λο ουσ. (ουδ.) & κλωσσόπουλο: κοτοπουλάκι. Βλ. νεοσσός, -όπουλο. [< μεσν. κλωσσόπουλον] | |
| 25054 | κλώσσα | βλ. κλώσα | |
| 25055 | κλωσσά | βλ. κλωσά | |
| 25056 | κλωστή | κλω-στή ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο από υφαντουργικές ίνες ενωμένες με στρίψιμο, ώστε να δημιουργούν έναν μακρόστενο και λεπτό σχηματισμό· νήμα: άσπρη/βαμβακερή/μάλλινη/μεταξωτή (πβ. μπρισίμι)/νάιλον/συνθετική (πβ. ρεγιόν)/χοντρή/χρυσή/χρωματιστή/ψιλή ~. ~ές κεντήματος (= ~ές για κέντημα)/πλεξίματος/ραφής (= ~ές ραψίματος). Καρούλια ~ών. Δένω/κόβω/τυλίγω την ~. Περνώ την ~ στη βελόνα. Πβ. μίτος. Βλ. κουβάρι, στημόνι. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει το αντίστοιχο σχήμα και μορφή: Καθαρίζω τις ~ές (= ίνες) από τα φασολάκια. ● Υποκ.: κλωστίτσα, κλωστούλα (η) ● ΦΡ.: κρέμεται από/σε μια (λεπτή) κλωστή (μτφ.): βρίσκεται σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση: Η ζωή/το μέλλον τους ~ ~. Πβ. βαδίζω/βρίσκομαι/πατώ (πάνω) σε τεντωμένο σκοινί, στο χείλος του γκρεμού. ΣΥΝ. κρέμεται από μια τρίχα [< μεσν. κλωστή] | |
| 25057 | κλωστηρίδιο | κλω-στη-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. γένος (Clostridium) αναερόβιων παθογόνων βακτηρίων που προκαλούν λοιμώξεις: το ~ της αλλαντίασης/του τετάνου. Εντερίτιδα από ~α. Βλ. βάκιλος, σαλμονέλα, σταφυλό-, στρεπτό-κοκκος, ψευδομονάδα. [< αγγλ. clostridium, γαλλ. clostridies, 1925 < αρχ. κλωστήρ ‘νήμα’] | |
| 25058 | κλωστήριο | κλω-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): εργοστάσιο κατασκευής κλωστών. Βλ. -τήριο, κλωστο-βιομηχανία, -ϋφαντουργείο. ΣΥΝ. νηματουργείο [< πβ. μεσν. κλωστήριον 'νήμα', γαλλ. filature] | |
| 25059 | κλώστης | κλώ-στης ουσ. (αρσ.) (σπάν.) 1. (λαϊκό-παλαιότ.) αδράχτι. 2. εργάτης κλωστοβιομηχανίας. Βλ. κλώστρια. 3. (διαλεκτ.) πλάστης. [< μεσν. κλώστης] | |
| 25060 | κλωστικός | , ή, ό κλω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κλώση: ~ή: κάνναβη/μηχανή. ~ό: λινάρι. Βλ. υφαντικός. ● Ουσ.: κλωστικά (τα): βελόνες, κεντήματα, μασούρια, νήματα, υφάσματα: είδη ραπτικής και ~., κλωστική (η): παραγωγή κλωστών (από ίνες). Βλ. πλεκτ-, ραπτ-, υφαντ-ική. | |
| 25061 | κλωστοβιομηχανία | κλω-στο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία που παράγει κλωστές· η αντίστοιχη οργανωμένη μονάδα. Βλ. -βιομηχανία. | |
| 25062 | κλωστοϋφαντουργείο | [κλωστοϋφαντουργεῖο] κλω-στο-ϋ-φα-ντουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): βιοτεχνία ή βιομηχανία παραγωγής κλωστών και υφασμάτων. Βλ. νηματουργείο. | |
| 25063 | κλωστοϋφαντουργία | κλω-στο-ϋ-φα-ντουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανικός κλάδος ή οργανωμένη μονάδα παραγωγής κλωστών και υφασμάτων: ~ και ένδυση. Πβ. κλωστοϋφαντουργείο. [< γαλλ. industrie textile] | |
| 25064 | κλωστοϋφαντουργικός | , ή, ό κλω-στο-ϋ-φα-ντουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κλωστοϋφαντουργία: ~ές: ίνες. ~ά: είδη/νήματα. [< γαλλ. textile] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ