Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25800-25820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25065κλωστοϋφαντουργόςκλω-στο-ϋ-φα-ντουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο που έχει ειδικευτεί στην κλωστοϋφαντουργία ή/και εργάζεται στον σχετικό κλάδο.
25066κλώστριακλώ-στρι-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κλώστρα 1. κλωστική μηχανή στην οποία το νήμα τυλίγεται γύρω από μασούρια. 2. εργάτρια σε κλωστοβιομηχανία· παλαιότ. γυναίκα που έκλωθε: ~ες και υφάντρες. Βλ. κλώστης. [< πβ. μεσν. κλώστρα 'μοίρα']
25067κνήμηκνή-μη ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. (για ανθρώπους και ζώα) το μέρος του ποδιού ανάμεσα στο γόνατο και στους αστραγάλους: αριστερή/δεξιά ~. Το οστό της ~ης (= αντικνήμιο, καλάμι). Το άνω/κάτω άκρο της ~ης. Πβ. γάμπα. Βλ. γαστροκνημία, επιγονατίδα, περόνη, ποδοκνημική, ταρσός. [< αρχ. κνήμη]
25068κνημιαίος, α, ο [κνημιαῖος] κνη-μι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με την κνήμη: ~ος: κόνδυλος/τένοντας. ~ο: νεύρο. Το μηριαίο, το ~ο οστό και η περόνη (= το πόδι). Βλ. γαστροκνήμιος, περονιαίος, -ιαίος. ● Ουσ.: κνημιαίος (ο): ενν. μυς: οπίσθιος/πρόσθιος ~. [< αρχ. κνημιαῖος]
25069κνημίδακνη-μί-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΙΣΤ. περικνημίδα. [< αρχ. κνημίς]
25070κνησμόςκνη-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. φαγούρα: δερματικός/ουραιμικός/ρινικός ~. Εξάνθημα με ~ό. Βλ. καύσος, κνήφη. [< αρχ. κνησμός]
25071κνησμώδης, ης, ες κνη-σμώ-δης επίθ. {κνησμώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που προκαλεί κνησμό ή τον έχει ως σύμπτωμα: ~ης: δερματοπάθεια. ~ες: εξάνθημα. ~εις: βλατίδες/φλύκταινες. Βλ. -ώδης. [< αρχ. κνησμώδης]
25072κνήφηκνή-φη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξάνθημα με τη μορφή κνησμωδών βλατίδων: εαρινή/θερινή ~. Οζώδης/παρασιτική ~. Βλ. φθειρίαση, ψώρα. [< μτγν. κνήφη 'ψωρίαση', γαλλ.-αγγλ. prurigo]
25073κνίδηκνί-δη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΒΟΤ. τσουκνίδα. [< αρχ. κνίδη]
25074κνίδωσηκνί-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αλλεργική πάθηση που εκδηλώνεται με δερματικά εξανθήματα, συνοδεύεται από κνησμό και προκαλείται από διάφορα αίτια (π.χ. τσίμπημα εντόμων, τρόφιμα, φάρμακα, στρες, εντερικά παράσιτα): οξεία/χρόνια ~. Ηλιακή/ιδιοπαθής/μελαγχρωματική (βλ. μαστοκυττάρωση)/χολινεργική ~. Ανοσολογική ~ εξ επαφής. ~ από θερμότητα/πίεση/ψύχος. Βλ. αγγειοοίδημα. [< αρχ. κνίδωσις]
25075κνιδωτικός, ή, ό κνι-δω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κνίδωση: ~ή: αγγειίτιδα. ~ό: εξάνθημα.
25076κνίσα[κνῖσα] κνί-σα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): τσίκνα: (στην αρχαιότητα) ~ από θυσιαζόμενα ζώα. [< αρχ. κνῖσα]
25077κνούτο[κνοῦτο] κνού-το ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) μορφή πίεσης, καταναγκασμού. Πβ. βούρδουλας. 2. ΙΣΤ. δερμάτινο μαστίγιο με λωρίδες και μικρές μεταλλικές σφαίρες δεμένες στην άκρη τους, το οποίο χρησιμοποιήθηκε κυρ. από το τσαρικό καθεστώς. Πβ. φραγγέλιο. [< ρωσ. knut]
25078κνώδαλοκνώ-δα-λο ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.-μειωτ.): ελεεινό, τιποτένιο άτομο. Πβ. αχρείος. [< αρχ. κνώδαλον 'κτήνος, τέρας']
25079ΚΟ(η) 1. Κοινοβουλευτική Ομάδα. 2. Κομματική Οργάνωση.
25080ΚΟΑ1. (η) Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. 2. (οι) Κοινές Οργανώσεις Αγορών (στην Ευρωπαϊκή Ένωση).
25081κοάζεικο-ά-ζει ρ. (αμτβ.) {κοάζ-οντας}: (για βάτραχο) βγάζει τη χαρακτηριστική του φωνή (κουάξ κουάξ). Βλ. βελάζει, γαβγ-, γκαρ-, νιαουρ-, χλιμιντρ-ίζει. [< μτγν. κοάζω, γαλλ. coasser]
25082κοάλακο-ά-λα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. αυστραλιανό δενδρόβιο μαρσιποφόρο θηλαστικό χωρίς ουρά, που μοιάζει με μικρή αρκούδα (επιστ. ονομασ. Phascolarctos cinereus), έχει κοφτερά νύχια, είναι βραδυκίνητο και τρέφεται με φύλλα ευκαλύπτου. [< αγγλ. koala, 1802 < coola, koolah, < γλ. Αβορίγινων gula]
25083κόασμακό-α-σμα ουσ. (ουδ.): η χαρακτηριστική φωνή του βατράχου. Πβ. κουάξ κουάξ. Βλ. βέλασμα, γάβγ-, γκάρ-, νιαούρ-, χλιμίντρ-ισμα. [< γαλλ. coassement]
25084κοβαλαμίνηβλ. κυανοκοβαλαμίνη

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.