Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [25800-25820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25048κλωσά[κλωσᾷ] κλω-σά ρ. (μτβ.) {κλώσ-ησε, -ήσει, -ώντας} & κλωσάει & (σπάν.) κλωσσά: (για πτηνό) κάθεται πάνω στα αβγά για να τα ζεστάνει, ώστε να βγουν οι νεοσσοί: Κότα/πουλί που ~ τα αβγά της/του (στο κοτέτσι/στη φωλιά του). Πβ. επωάζει. Βλ. εκκολάπτει. [< μεσν. κλωσσώ]
25049κλώσηκλώ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): γνέσιμο: μηχανές ~ης. Υφαντικές ίνες για ~. Βλ. λανάρισμα, νηματοποίηση. ΣΥΝ. κλώσιμο [< μτγν. κλῶσις]
25050κλώσημακλώ-ση-μα ουσ. (ουδ.) & κλώσσημα: επώαση (αβγών).
25051κλώσιμοκλώ-σι-μο ουσ. (ουδ.): γνέσιμο, κλώση.
25052κλώσμακλώ-σμα ουσ. (ουδ.) 1. κλωσμένο νήμα, κλωστή. 2. (μτφ.) στροφή, στριφογύρισμα. [< 1: μτγν. κλῶσμα]
25053κλωσόπουλοκλω-σό-που-λο ουσ. (ουδ.) & κλωσσόπουλο: κοτοπουλάκι. Βλ. νεοσσός, -όπουλο. [< μεσν. κλωσσόπουλον]
25054κλώσσαβλ. κλώσα
25055κλωσσάβλ. κλωσά
25056κλωστήκλω-στή ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο από υφαντουργικές ίνες ενωμένες με στρίψιμο, ώστε να δημιουργούν έναν μακρόστενο και λεπτό σχηματισμό· νήμα: άσπρη/βαμβακερή/μάλλινη/μεταξωτή (πβ. μπρισίμι)/νάιλον/συνθετική (πβ. ρεγιόν)/χοντρή/χρυσή/χρωματιστή/ψιλή ~. ~ές κεντήματος (= ~ές για κέντημα)/πλεξίματος/ραφής (= ~ές ραψίματος). Καρούλια ~ών. Δένω/κόβω/τυλίγω την ~. Περνώ την ~ στη βελόνα. Πβ. μίτος. Βλ. κουβάρι, στημόνι. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει το αντίστοιχο σχήμα και μορφή: Καθαρίζω τις ~ές (= ίνες) από τα φασολάκια. ● Υποκ.: κλωστίτσα, κλωστούλα (η) ● ΦΡ.: κρέμεται από/σε μια (λεπτή) κλωστή (μτφ.): βρίσκεται σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση: Η ζωή/το μέλλον τους ~ ~. Πβ. βαδίζω/βρίσκομαι/πατώ (πάνω) σε τεντωμένο σκοινί, στο χείλος του γκρεμού. ΣΥΝ. κρέμεται από μια τρίχα [< μεσν. κλωστή]
25057κλωστηρίδιοκλω-στη-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. γένος (Clostridium) αναερόβιων παθογόνων βακτηρίων που προκαλούν λοιμώξεις: το ~ της αλλαντίασης/του τετάνου. Εντερίτιδα από ~α. Βλ. βάκιλος, σαλμονέλα, σταφυλό-, στρεπτό-κοκκος, ψευδομονάδα. [< αγγλ. clostridium, γαλλ. clostridies, 1925 < αρχ. κλωστήρ ‘νήμα’]
25058κλωστήριοκλω-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): εργοστάσιο κατασκευής κλωστών. Βλ. -τήριο, κλωστο-βιομηχανία, -ϋφαντουργείο. ΣΥΝ. νηματουργείο [< πβ. μεσν. κλωστήριον 'νήμα', γαλλ. filature]
25059κλώστηςκλώ-στης ουσ. (αρσ.) (σπάν.) 1. (λαϊκό-παλαιότ.) αδράχτι. 2. εργάτης κλωστοβιομηχανίας. Βλ. κλώστρια. 3. (διαλεκτ.) πλάστης. [< μεσν. κλώστης]
25060κλωστικός, ή, ό κλω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κλώση: ~ή: κάνναβη/μηχανή. ~ό: λινάρι. Βλ. υφαντικός. ● Ουσ.: κλωστικά (τα): βελόνες, κεντήματα, μασούρια, νήματα, υφάσματα: είδη ραπτικής και ~., κλωστική (η): παραγωγή κλωστών (από ίνες). Βλ. πλεκτ-, ραπτ-, υφαντ-ική.
25061κλωστοβιομηχανίακλω-στο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία που παράγει κλωστές· η αντίστοιχη οργανωμένη μονάδα. Βλ. -βιομηχανία.
25062κλωστοϋφαντουργείο[κλωστοϋφαντουργεῖο] κλω-στο-ϋ-φα-ντουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): βιοτεχνία ή βιομηχανία παραγωγής κλωστών και υφασμάτων. Βλ. νηματουργείο.
25063κλωστοϋφαντουργίακλω-στο-ϋ-φα-ντουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανικός κλάδος ή οργανωμένη μονάδα παραγωγής κλωστών και υφασμάτων: ~ και ένδυση. Πβ. κλωστοϋφαντουργείο. [< γαλλ. industrie textile]
25064κλωστοϋφαντουργικός, ή, ό κλω-στο-ϋ-φα-ντουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κλωστοϋφαντουργία: ~ές: ίνες. ~ά: είδη/νήματα. [< γαλλ. textile]
25065κλωστοϋφαντουργόςκλω-στο-ϋ-φα-ντουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο που έχει ειδικευτεί στην κλωστοϋφαντουργία ή/και εργάζεται στον σχετικό κλάδο.
25066κλώστριακλώ-στρι-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κλώστρα 1. κλωστική μηχανή στην οποία το νήμα τυλίγεται γύρω από μασούρια. 2. εργάτρια σε κλωστοβιομηχανία· παλαιότ. γυναίκα που έκλωθε: ~ες και υφάντρες. Βλ. κλώστης. [< πβ. μεσν. κλώστρα 'μοίρα']
25067κνήμηκνή-μη ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. (για ανθρώπους και ζώα) το μέρος του ποδιού ανάμεσα στο γόνατο και στους αστραγάλους: αριστερή/δεξιά ~. Το οστό της ~ης (= αντικνήμιο, καλάμι). Το άνω/κάτω άκρο της ~ης. Πβ. γάμπα. Βλ. γαστροκνημία, επιγονατίδα, περόνη, ποδοκνημική, ταρσός. [< αρχ. κνήμη]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.