Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [25840-25860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25088κογιονάρωκο-γιο-νά-ρω ρ. (μτβ.) (λαϊκό): κοροϊδεύω, εμπαίζω. [< βεν. cogionar]
25089κογιότκο-γιότ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. σαρκοβόρο θηλαστικό της Βόρειας Αμερικής (επιστ. ονομασ. Canis Latrans), συγγενές με τον λύκο και το τσακάλι. [< γαλλ. coyote]
25090κογκλάβιοβλ. κονκλάβιο
25091κογκρέσοκο-γκρέ-σο ουσ. (ουδ.) & κονγκρέσο (συνήθ. με κεφαλ. Κ) 1. το νομοθετικό σώμα των ΗΠΑ, το οποίο αποτελείται από τη Γερουσία και τη Βουλή των Αντιπροσώπων: τα μέλη του ~ου. Το ~ ενέκρινε το νομοσχέδιο για ... 2. το εκτελεστικό (ή νομοθετικό) σώμα μερικών χωρών: το Εθνικό Λαϊκό ~ (της Κίνας). 3. όνομα πολιτικών κομμάτων διαφόρων χωρών: το Αφρικανικό Εθνικό ~ (= της Νοτίου Αφρικής). 4. επίσημη συνάντηση αντιπροσώπων (χωρών) με σκοπό τη συζήτηση θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος. [< αγγλ. congress, ιταλ. congresso]
25092κόγχηκόγ-χη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΙΤ. το τμήμα του χριστιανικού ναού που συνήθ. προεξέχει προς την Ανατολή και στο οποίο βρίσκεται η Αγία Τράπεζα και καθένα από τα μικρότερα πλαϊνά μέρη του ιερού· γενικότ. εσοχή, κοίλωμα, κυρ. σε αρχαία ή παλαιά κτίσματα, για διακοσμητικούς συνήθ. λόγους: (ΕΚΚΛΗΣ.) αψιδωτή/ημικυκλική/κεντρική/ορθογώνια ~. Η ~ του Ιερού (Βήματος). Ναός με τρεις ~ες (= τρίκογχος· βλ. διακονικό, πρόθεση).|| Ταφικές ~ες. 2. ΑΝΑΤ. οστέινη συνήθ. κοιλότητα: οφθαλμική ~ (= οφθαλμικός κόγχος). (Άνω/κάτω/μέση) ρινική ~.|| (μτφ.-προφ.) Του βγήκαν τα μάτια από τις ~ες με αυτά που είδε (= εξεπλάγη δυσάρεστα). 3. ΓΕΩΜΟΡΦ. φυσικό κοίλωμα: ~ες σπηλιάς. [< μτγν. κόγχη, αρχ. ~ 'κοχύλι']
25094κόγχοςκόγ-χος ουσ. (αρσ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: οφθαλμικός κόγχος βλ. οφθαλμικός [< μτγν. κόγχος ‘κόγχη του ματιού’]
25095κοδεΐνηβλ. κωδεΐνη
25096ΚΟΕ(η): Κολυμβητική Ομοσπονδία Ελλάδας.
25097ΚΟΕΜ(η): Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής.
25098Κόζα ΝόστραΚό-ζα Νό-στρα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: η αμερικανική κυρ. μαφία: νονός της ~. Δολοφονική επίθεση/ξεκαθάρισμα λογαριασμών της ~. Βλ. ομερτά. [< ιταλ. Cosa Nostra ‘το δικό μας πράγμα’, κωδική ονομασία της σικελικής μαφίας, αμερικ. ~, 1963]
25099κοζάκικος, η, ο κο-ζά-κι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους Κοζάκους. ● Ουσ.: Κοζάκικα (τα): η γλώσσα των Κοζάκων.
25100Κοζανίτης, ΚοζανίτισσαΚο-ζα-νί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Κοζάνη.
25101κοζανίτικος, η, ο κο-ζα-νί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την Κοζάνη ή/και τους Κοζανίτες. Βλ. -ίτικος.
25102κοζάρωκο-ζά-ρω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (προφ.): κοιτάζω προσεκτικά κάποιον ή κάτι που με ενδιαφέρει. Πβ. μπανίζω.
32511κοζάρω

μπα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {μπάνι-σα} (λαϊκό) 1. κοιτάζω κάποιον ή κάτι, συνήθ. από μακριά: Έχω ~σει ένα ωραίο μπλουζάκι και θα πάω να το πάρω. Πβ. κόβω (κάποιον). 2. βλέπω κάποιον κρυφά και με πόθο: Την/τον έχει ~σει από καιρό. Πβ. κοζάρω, κρυφοκοιτάζω, παίρνω/κάνω μάτι.

25103κόζικό-ζι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (σε χαρτοπαίγνιο) ισχυρό φύλλο, ατού. 2. υψηλή κοινωνική θέση: Έχει τα ~ια και τα φράγκα. ● ΦΡ.: άλλαξαν τα κόζια: μεταβλήθηκε η πρότερη καλή κατάσταση, συνήθ. προς όφελος άλλου: ~ ~ και τώρα έχουν αυτοί το πάνω χέρι! [< τουρκ. koz]
25104ΚΟΘ(η): Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης.
25105κόθορνοςκό-θορ-νος ουσ. (αρσ.) {κοθόρν-ου | συνήθ. στον πληθ.}: ΑΡΧ. είδος υποδήματος με ψηλές σόλες, κατάλληλο και για τα δύο πόδια, το οποίο φορούσαν κυρ. οι υποκριτές του αρχαίου δράματος: ~οι και προσωπεία. Βλ. σανδάλι.|| (κατ' επέκτ.-προφ.) Φορούσε παπούτσια που μοιάζαν με ~ους (: ακαλαίσθητα και ογκώδη). [< αρχ. κόθορνος]
25106κόθροςκό-θρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. ΜΑΓΕΙΡ. το διπλωμένο φύλλο στα τοιχώματα του ταψιού που σχηματίζει τις γωνίες, τις άκρες της πίτας. Βλ. κόρα. 2. (σπάν.) σιδερένιο περίβλημα (στεφάνη) ταψιού. [< μεσν. κόθρος 'γύρος ταψιού']
25107κοιλ1-βλ. κοιλο1-

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.