| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25106 | κόθρος | κό-θρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. ΜΑΓΕΙΡ. το διπλωμένο φύλλο στα τοιχώματα του ταψιού που σχηματίζει τις γωνίες, τις άκρες της πίτας. Βλ. κόρα. 2. (σπάν.) σιδερένιο περίβλημα (στεφάνη) ταψιού. [< μεσν. κόθρος 'γύρος ταψιού'] | |
| 25107 | κοιλ1- | βλ. κοιλο1- | |
| 25108 | κοιλ2- | βλ. κοιλο2- | |
| 25109 | κοιλάδα | κοι-λά-δα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. κοίλωμα μεταξύ οροσειρών ή λόφων, που διασχίζεται συνήθ. από ποτάμι: βαθιά/εύφορη/(κατα)πράσινη/στενή ~. Βλ. πεδιάδα, φαράγγι.|| (κατ' επέκτ.) Οι ~ες και χαράδρες του βυθού. ● ΦΡ.: κοιλάδα των δακρύων βλ. δάκρυ [< αρχ. κοιλάς] | |
| 25110 | κοιλαδογέφυρα | κοι-λα-δο-γέ-φυ-ρα ουσ. (θηλ.): γέφυρα πάνω από κοιλάδα, κατασκευασμένη με σκοπό την ένωση δύο ορεινών τμημάτων ή τη συνέχιση οδικού ή σιδηροδρομικού δικτύου. Βλ. οδογέφυρα. | |
| 25111 | κοιλαίνω | κοι-λαί-νω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (λόγ.): κάνω κάτι κοίλο. Πβ. βαθουλώνω. Βλ. κυρτώνω. [< αρχ. κοιλαίνω] | |
| 25112 | κοίλανση | κοί-λαν-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαμόρφωση επίπεδης συνήθ. μεταλλικής επιφάνειας σε κοίλη: ~ ελασμάτων. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. ύπαρξη ή δημιουργία κοιλότητας: ~ της οπτικής θηλής. [< μτγν. κοίλανσις ‘βαθούλωμα, κοιλότητα’] | |
| 25113 | κοιλαράς | κοι-λα-ράς ουσ. (αρσ.) (μεγεθ.-μειωτ.): αυτός που έχει μεγάλη κοιλιά. Πβ. προγάστωρ. Βλ. -αράς. | |
| 25114 | κοιλεντερωτά | κοι-λε-ντε-ρω-τά ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. ομοταξία υδρόβιων ασπόνδυλων ζώων με μία μόνο κοιλότητα, μαλακό σώμα και κεραίες, που περιλαμβάνει τις μέδουσες, τις θαλάσσιες ανεμώνες, τα κοράλλια και τα σφουγγάρια. Βλ. υδρόζωα. [< αγγλ. Coelenterata, γαλλ. coelentérés] | |
| 25115 | κοιλία | κοι-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. κοιλότητα της καρδιάς ή του εγκεφάλου: αριστερή/δεξιά ~ (: που προωθεί το αίμα στα αγγεία). Βλ. αορτή, κόλπος.|| Οι πλάγιες ~ες (ενν. του εγκεφάλου). 2. ΙΑΤΡ. (λόγ.) κοιλιά: οξεία (χειρουργική) ~ (= πάθηση που απαιτεί συνήθ. χειρουργική επέμβαση). Αξονική τομογραφία/πλαστική (= κοιλιοπλαστική)υπερηχογράφημα ~ας. Βλ. θώρακας, πύελος. ● ΣΥΜΠΛ.: κρεμάμενη κοιλία βλ. κρεμάμενος [< αρχ. κοιλία, γαλλ. ventricule, αγγλ. coelia] | |
| 25116 | κοιλιά | κοι-λιά ουσ. (θηλ.): το τμήμα του ανθρώπινου κορμού μεταξύ θώρακα και λεκάνης που περιέχει τα σπλάχνα· η εξωτερική επιφάνειά του· η αντίστοιχη περιοχή του σώματος των ζώων (ειδικότ. αυτή που είναι στραμμένη προς το έδαφος ή τον βυθό): διογκωμένη/επίπεδη/πρησμένη ~. Τα τοιχώματα της ~ιάς. Πόνος στην ~ (= κοιλόπονος, πονόκοιλος). Ρουφάει την ~ του (για να δείχνει πιο αδύνατος).|| (προφ.) Με άδεια/γεμάτη την ~. Κοιτάζουν να γεμίσουν την ~ τους (: να χορτάσουν). Η ~ μου γουργουρίζει (: πεινώ). Πβ. στομάχι.|| (για έγκυο) Μ' ένα μωρό στην ~ (= μήτρα). Φουσκωμένη ~.|| (προφ.-μειωτ.) Τι ~ είναι αυτή (ενν. χοντρή· πβ. μπάκα, προκοίλι);|| Πλαστική (= κοιλιοπλαστική)/ραγάδες/χαλάρωση της ~ιάς. Ξαπλώστε με την ~ στο πάτωμα (: μπρούμυτα). Το κάτω μέρος της ~ιάς κοντά στον αφαλό. Πβ. κοιλία.|| (ΖΩΟΛ.) Η ~ του αρνιού/της μέλισσας (σε αντιδιαστολή με την κεφαλή και τον θώρακα). Το φίδι σέρνεται με την ~ (βλ. ράχη). Η ~ των ψαριών.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Χοιρινές ~ιές (= εντόσθια).|| (μτφ.) Προσγείωση αεροσκάφους με την ~. ● Υποκ.: κοιλίτσα (η) ● Μεγεθ.: κοιλάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: χορός της κοιλιάς: ανατολίτικος γυναικείος χορός με χαρακτηριστικό αισθησιακό και αργό ή γρήγορο λίκνισμα της γυμνής κοιλιάς της χορεύτριας. Πβ. χορός οριεντάλ. ● ΦΡ.: κάνει/έκανε κοιλιά (προφ.) 1. {μόνο στον αόρ.} για άτομο που έχει παχύνει στην περιοχή της κοιλιάς. 2. (μτφ.) για έργο που έχει ελλείψεις στη δομή, συνοχή του· για κάποιον ή κάτι που παρουσιάζει κάμψη: Σενάριο/ταινία που κάνει ~. Πβ. πλατειάζω.|| Η ομάδα έκανε ~ στο τρίτο σετ (: έπεσε η απόδοσή της). Η καριέρα του ~ ~. 3. (μτφ.) για κύρτωμα επιφάνειας ή για καμπύλη που προκαλείται από χαλάρωση: Χρειάζονται γεροί αρμοί, ώστε να μην κάνει ~ η κατασκευή.|| Η τέντα είχε κάνει ~ (: είχε ξεχειλώσει)., κρατώ την κοιλιά μου/πονάει η κοιλιά μου από τα γέλια & (σπάν.) πιάνω/βαστώ την κοιλιά μου από τα γέλια: ξεκαρδίζομαι. ΣΥΝ. λύνομαι/χτυπιέμαι στο γέλιο/στα γέλια, με την κοιλιά στο στόμα (μτφ.-προφ.): για ετοιμόγεννη., από την κοιλιά/από το βυζί της μάνας του βλ. μάνα, με κόβει η κοιλιά μου βλ. κόβω, φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο βλ. τρώω [< μεσν. κοιλιά, γαλλ. ventre] | |
| 25117 | κοιλιακός1 | , ή, ό κοι-λι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κοιλιά: ~ή: παχυσαρκία/χώρα. ~ό: λίπος/τοίχωμα/τραύμα. ~οί: πόνοι. Ορθός ~ μυς. (ΙΑΤΡ.) Οξύ ~ό άλγος. Βλ. ενδο~. ● Ουσ.: κοιλιακοί (οι): μύες της κοιλιάς και κατ' επέκτ. η άσκηση για την ενδυνάμωσή τους: άνω/κάτω/πλάγιοι ~. ~ και ραχιαίοι. Γράμμωση/εκγύμναση/προπόνηση ~ών. Έχει καλοσχηματισμένους/σμιλεμένους ~ούς (πβ. φέτες). Φτιάχνω/χτίζω ~ούς. Βλ. δικέφαλοι.|| Όργανα/ρόδα ~ών. Κάνω ~ούς. [< μτγν. κοιλιακός, γαλλ. coeliaque, αγγλ. coeliac] | |
| 25118 | κοιλιακός2 | , ή, ό κοι-λι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τις κοιλίες της καρδιάς: ~ή: αρτηρία/ταχυκαρδία. ~ό: μυοκάρδιο. ~ές: αρρυθμίες. Ανεύρυσμα ~ής αορτής. Έκτακτες ~ές συστολές. Βλ. κολπικός, μεσο~. ● ΣΥΜΠΛ.: κοιλιακή μαρμαρυγή βλ. μαρμαρυγή [< μτγν. κοιλιακός] | |
| 25119 | κοιλιο- & κοιλιό- & κοιλι- | (λόγ.): το ουσιαστικό κοιλία ως α' συνθετικό λέξεων: κοιλιό-δουλος.|| (κυρ. ΙΑΤΡ.) Κοιλιο-κάκη/~κήλη/~πλαστική. Βλ. κοιλο2-. | |
| 25120 | κοιλιόδουλος | , η, ο κοι-λι-ό-δου-λος επίθ./ουσ.: άτομο που καταναλώνει μεγάλες ποσότητες φαγητού. Πβ. λαίμαργος, φαγάς. [< μεσν. κοιλιόδουλος] | |
| 25121 | κοιλιοκάκη | κοι-λι-ο-κά-κη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια εντεροπάθεια που οφείλεται σε δυσανεξία του οργανισμού στη γλουτένη. [< γαλλ. maladie coeliaque, αγγλ. coeliac disease, 1911] | |
| 25122 | κοιλιοκήλη | κοι-λι-ο-κή-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κήλη στην κοιλιακή χώρα: μετεγχειρητική ~. Βλ. -κήλη. [< γαλλ. hernie abdominale] | |
| 25123 | κοιλιοπλαστική | κοι-λι-ο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επέμβαση κυρ. σε άτομα με χαλάρωση του κοιλιακού τοιχώματος, με σκοπό την αφαίρεση της περίσσειας δέρματος και λίπους από την περιοχή της κοιλιάς και τη σύσφιγξη των κοιλιακών μυών: μερική/μίνι/πλήρης ~. Βλ. κρεμάμενη κοιλία, -πλαστική. | |
| 25124 | κοιλο1- & κοιλό- & κοιλ- | : α' συνθετικό ουσιαστικών με τη σημασία του κοίλου: κοιλ-εντερωτά. | |
| 25125 | κοιλο2- & κοιλό- & κοιλ- | : α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στην κοιλιά: κοιλό-πονος. Βλ. κοιλιο-. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ