Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25860-25880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25126κοιλοδοκόςκοι-λο-δο-κός ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. κοίλη δοκός: σιδερένιο στέγαστρο απο ~ούς.
25127κοιλόπονοςκοι-λό-πο-νος ουσ. (αρσ.) (προφ.): πόνος στην κοιλιά: ~ και διάρροια/εμετοί. Πβ. γαστραλγία. Βλ. κολικός, -πονος. ΣΥΝ. πονόκοιλος [< πβ. μεσν. κοιλιόπονος]
25128κοιλοπονώ[κοιλοπονῶ] κοι-λο-πο-νώ ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ. κ. αορ.} (προφ.): (για ετοιμόγεννη) έχω πόνους τοκετού. [< μεσν. κοιλιοπονώ]
25129κοίλος, η, ο [κοῖλος] κοί-λος επίθ.: που η επιφάνειά του σχηματίζει καμπύλη, ημικύκλιο προς τα μέσα: ~ος: καθρέφτης/σωλήνας/φακός. ~η: διατομή/οθόνη. ~ο: γυαλί/κάτοπτρο. ~ες: διατομές/δοκοί (= κοιλοδοκοί)/ίνες. ~α: όργανα. Πβ. βαθουλωτός.|| (ΑΝΑΤ.) Άνω/κάτω ~η φλέβα.|| (ΜΑΘ.) ~ες: συναρτήσεις. ~α: σύνολα. ΑΝΤ. κυρτός (1) ● Ουσ.: κοίλο(ν) (το): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. τμήμα του αρχαίου θεάτρου, ημικυκλικά διαμορφωμένο, συνήθ. σε πλαγιά λόφου, με αλλεπάλληλες σειρές καθισμάτων (εδωλίων). Βλ. ορχήστρα, σκηνή. [< αρχ. κοῖλος]
25130κοιλότητακοι-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. εσοχή που δημιουργείται σε επιφάνεια: ~ της γης/του εδάφους. ~ σε κορμό δέντρου (= κουφάλα). ~ σε βράχο (= σπηλιά). Υπόγειες ~ες. Πβ. βαθούλωμα, κοίλωμα. 2. ΑΝΑΤ. κοίλο μέρος του σώματος: αμνιακή/ενδομήτρια/θωρακική/κοιλιακή/κρανιακή/περιτοναϊκή/πολφική/πυελική/ρινική/σπλαχνική/στοματική/υπεζωκοτική ~. Οδοντική ~ (= εξαιτίας τερηδόνας). Η ~ του ματιού/της μήτρας. Αεροφόρες ~ες (πβ. ιγμόρειο). Οι ~ες της καρδιάς. Πβ. κοίλωμα. Βλ. -ότητα. [< αρχ. κοιλότης, γαλλ. cavité, αγγλ. cavity]
25131κοίλωμακοί-λω-μα ουσ. (ουδ.) {κοιλώμ-ατος | -ατα}: κοίλος σχηματισμός σε επιφάνεια: (ΓΕΩΛ.) φυσικό ~. ~ του βράχου/του εδάφους (= σπήλαιο).|| ~ατα στην άσφαλτο/στους τοίχους. Δάπεδο με ~ατα. Πβ. βαθούλωμα. Βλ. τρύπα.|| (ΙΑΤΡ.) Το (εσωτερικό) ~ του αυτιού. Πβ. κοιλότητα. [< αρχ. κοίλωμα]
25132κοιμάμαι[κοιμᾶμαι] κοι-μά-μαι ρ. (αμτβ.) {κοιμ-ήθηκε (λόγ. εκοιμήθη), -ηθεί, (λόγ. μτχ.) -ώμενος, -ισμένος, (λόγ.) ~ηθείς} 1. & (σπάν.-λογοτ.) κοιμούμαι: βρίσκομαι σε κατάσταση ύπνου: ~ βαριά/δύσκολα/ελαφρά (πβ. λαγο~, μισο~, ψιλο~)/εύκολα/καλά/λίγο/μπρούμυτα/στο πλάι/πολύ/σαν μωρό (: ήρεμα, χωρίς έγνοιες). Κάθε μεσημέρι ~άται καμιά ωρίτσα (βλ. σιέστα). ~άται με αναμμένο φως/το στόμα ανοιχτό. Έκανα ότι ~. Έγειρα στο μαξιλάρι και ~ήθηκα αμέσως (πβ. αποκοιμιέμαι, αφήνομαι/παραδίδομαι στην αγκαλιά/στις αγκάλες του Μορφέα). Δεν ~ήθηκα καθόλου/όλη νύχτα (: είμαι άυπνος, δεν έκλεισα μάτι). ~ούνται στο ίδιο δωμάτιο/σε ξεχωριστά κρεβάτια/χώρια. ~ήθηκα στον καναπέ (: πήρα έναν υπνάκο). ~άται σε παγκάκια/στο πάρκο (: δεν έχει πού να μείνει· βλ. άστεγος). Πβ. ξαπλώνω. Βλ. ξανα~, στραβο~.|| (ειδικότ., πέφτω για ύπνο:) ~ αργά/νηστικός/νωρίς.|| (μτφ.) Η πόλη ~άται (: επικρατεί σιωπή). ΑΝΤ. αγρυπνώ (1), ξενυχτώ (1) 2. (μτφ.) αδρανώ ή αδιαφορώ: Οι εξελίξεις τρέχουν κι αυτός ~άται. Οι αρμόδιοι ~ούνται. Πβ. σταυρώνω τα χέρια. 3. (μτφ.-προφ.) κάνω έρωτα: Έχει ~ηθεί μαζί του/της. Πβ. συνουσιάζομαι. Βλ. ξενο~. ΣΥΝ. πλαγιάζω (2) 4. (κυρ. για Αγίους, ιερωμένους) πεθαίνω: Εκοιμήθη ο μητροπολίτης ... Ο Όσιος ... ~ήθηκε εν ειρήνη. ~άται τον αιώνιο ύπνο (: έχει πεθάνει). Πβ. αναπαύομαι. ● ΦΡ.: κοιμάμαι ήσυχος/ήσυχα (προφ.): δεν ανησυχώ: Μπορείτε να ~άστε ~. [< γαλλ. dormir tranquille] , κοιμάμαι κι ονειρεύομαι (μτφ.-προφ.): ελπίζω ότι θα πραγματοποιηθεί κάτι σχεδόν ακατόρθωτο: ~άται κι ~εται ταξίδια μακρινά.|| (για κάτι ανέλπιστα καλό) Μα τι γίνεται; Μήπως ~ ~ (: βλέπουν καλά τα μάτια μου);, κοιμάμαι όρθιος (προφ.) 1. (μτφ.) για κάποιον που δεν ξέρει τι του γίνεται, που δεν είναι έξυπνος ή δραστήριος: Δεν πήρες πρέφα, αφού ~σαι ~. ΣΥΝ. κοιμάμαι με τα τσαρούχια 2. νυστάζω πάρα πολύ. [< γαλλ. dormir debout] , κοιμάμαι σαν πουλάκι/αρνάκι (προφ.): ήσυχα και ελαφριά., κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει (μτφ.-προφ.): ευνοείται από την τύχη, χωρίς να καταβάλλει καμία προσπάθεια., κοιμάται του καλού καιρού (προφ.) 1. κοιμάται βαθιά. 2. (μτφ.) δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει: Ο κόσμος διαμαρτύρεται κι αυτοί ~ούνται ~., κοιμήθηκε ο θεός (νεαν. αργκό): (για ομάδα ή αθλητή) που με πολλή τύχη πετυχαίνει κάτι δύσκολο κι απρόσμενο: ~ ~ και πήρε το κύπελλο. Βλ. κατορθώνει το ακατόρθωτο., μ' αυτό το πλευρό να κοιμάσαι! (προφ.-ειρων.): όσα λες δεν ισχύουν ή δεν θα πραγματοποιηθούν., με στραβό αν κοιμηθείς, το πρωί θ' αλληθωρίζεις (παροιμ.): για τις επιπτώσεις που έχουν οι κακές κυρ. συναναστροφές. Πβ. μ' όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις., κοιμάμαι με τα τσαρούχια βλ. τσαρούχι, κοιμάμαι/ξυπνώ με τις κότες βλ. κότα, κοιμάται τον ύπνο του δικαίου βλ. ύπνος, όπως έστρωσε(ς)/στρώσει(ς), θα κοιμηθεί(ς)/θα πλαγιάσει(ς) βλ. στρώνω ● βλ. κεκοιμημένος [< μεσν. κοιμάμαι, κοιμούμαι 3: αγγλ. sleep]
25133κοίμησηκοί-μη-ση ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Κ): ΕΚΚΛΗΣ. θάνατος Αγίου, κληρικού ή μοναχού: η ~ του γέροντα/οσίου ... Πβ. αποδημία εις Κύριον, εκδημία.|| (κυρ.) Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (: στις 15 Αυγούστου· ο Δεκαπενταύγουστος). Βλ. ανάληψη, μετάσταση. [< μτγν. κοίμησις]
25134κοιμήσηςκοι-μή-σης ουσ. (αρσ.) (προφ.): τεμπέλης, νωθρός. Πβ. νυστ-, υπν-αλέος.
25135κοιμήσικος, η, ο κοι-μή-σι-κος επίθ. (προφ.): νωχελικός και κατ' επέκτ. βαρετός: ~α: τραγούδια.
25136κοιμητηριακός, ή, ό κοι-μη-τη-ρι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το κοιμητήριο: ~ός: ναός. ~ή: βασιλική/εκκλησία. ~ό: παρεκκλήσι.
25137κοιμητήριοκοι-μη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {κοιμητηρί-ου} (συνήθ. με κεφαλ. Κ) & (λαϊκό) κοιμητήρι: νεκροταφείο: δημοτικό/κοινοτικό ~. Ο ναός/το εκκλησάκι του ~ου. Βλ. -τήριο. [< μτγν. κοιμητήριον, γαλλ. cimetiѐre, αγγλ. cemetery]
25138κοιμίζωκοι-μί-ζω ρ. (μτβ.) {κοίμι-σα, -σμένος, κοιμίζ-οντας} 1. κάνω κάποιον να αποκοιμηθεί: ~ το μωρό με νανούρισμα/παραμύθια/στην αγκαλιά μου/στην κούνια. Κάνει τον ~σμένο. ΑΝΤ. ξυπνώ (1) 2. προξενώ τάση για βαθύ ύπνο ή/και απώλεια των αισθήσεων σε κάποιον· ναρκώνω: Τον ~σαν με αέριο/αναισθητικό/υπνωτικό. 3. κάνω κάποιον να βαρεθεί, του προκαλώ υπνηλία: Τραγούδι που σε ~ει. Με ~σε με τις αναλύσεις του. Πβ. απο~, υπνωτίζω. 4. (μτφ.) συντελώ ώστε κάποιος να περιέλθει σε κατάσταση εφησυχασμού ή παθητικότητας: Πολιτικοί που ~ουν τον λαό με ψεύτικες υποσχέσεις. Βλ. αποβλακώνω, αποχαυνώνω. 5. παρέχω τη δυνατότητα σε κάποιον να φιλοξενηθεί και να διανυκτερεύσει σε έναν χώρο: (συνήθ. για ενοικιαζόμενα:) Διαμέρισμα/δωμάτιο που ~ει (μέχρι) τέσσερα άτομα. [< αρχ. κοιμίζω ‘βάζω κάποιον να κοιμηθεί, καταπραΰνομαι’]
25139κοίμισμακοί-μι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κοιμίζω: τάισμα και ~ του μωρού.|| (μτφ.) ~ της κοινής γνώμης. [< μεσν. κοίμισμα]
25140κοιμούμαιβλ. κοιμάμαι
25141κοινάκοι-νά ουσ. (ουδ.) (τα): θέματα που αφορούν τον δημόσιο βίο σε πολιτικό κυρ. επίπεδο: ανάμειξη των πολιτών στα ~. Ενασχόληση με τα ~. Πβ. δημόσια πράγματα. [< αρχ. κοινά]
25142κοινόκοι-νό ουσ. (ουδ.) 1. πλήθος ατόμων, κόσμος· ειδικότ. σύνολο ανθρώπων, συνήθ. με κοινά χαρακτηριστικά ή ενδιαφέροντα, που παρακολουθεί ή μετέχει σε κάποια δραστηριότητα, εκδήλωση: εξυπηρέτηση/ώρες υποδοχής του ~ού. Τηλέφωνο/υπηρεσίες για το ~.|| Απαιτητικό/δύσκολο/εκλεκτό/ενημερωμένο/ενθουσιώδες/εξειδικευμένο/μυημένο/νεανικό/νοήμον/παιδικό ~. Ανταπόκριση/αποδοχή/ευαισθητοποίηση του ~ού. Έχει μεγάλο ~. Το έργο αποδοκιμάστηκε από το ~. Είναι ο αγαπημένος του ~ού. Η είσοδος είναι ελεύθερη για το ~. Απευθύνθηκε στο ~. Ντρεπόταν να εμφανιστεί μπροστά στο ~ (: δημοσίως).|| Το αγοραστικό/επενδυτικό/θεατρόφιλο/φίλαθλο ~. Το ~ ενός καναλιού (= θεατές)/ραδιοφωνικού σταθμού (= ακροατές). Η σχέση του καλλιτέχνη με το ~ (: τους θαυμαστές) του. Το ~ τον υποδέχτηκε με θερμά χειροκροτήματα. 2. καθετί που χαρακτηρίζει συγχρόνως δύο ή περισσότερους ανθρώπους, καταστάσεις: Τι ~ έχουν αυτοί οι δύο; Δεν έχουμε τίποτα ~. Αν και είστε αδέλφια, δεν έχετε πολλά ~ά. 3. ΑΡΧ. κοινόν. ● ΣΥΜΠΛ.: ευρύ κοινό: το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού: Η διαφήμιση/εταιρεία/το προϊόν στοχεύει στο ~ ~. Η έκθεση δεν απευθύνεται στους ειδικούς, αλλά στο ευρύτερο ~. Πβ. ο πολύς (ο) κόσμος. Βλ. κοινή γνώμη., αναγνωστικό κοινό βλ. αναγνωστικός, επιβατικό κοινό βλ. επιβατικός, καταναλωτικό κοινό βλ. καταναλωτικός, φιλοθεάμον/φιλοθέαμον κοινό βλ. φιλοθεάμων [< αρχ. τό κοινόν, γαλλ. public]
25143κοινο- & κοινό-: το επίθετο κοινός ως α' συνθετικό λέξεων: κοινο-πραξία. Κοινό-τυπος/~χρηστος.|| Κοινό-βιο.|| Κοινο-λογώ/~ποιώ.
25144κοινοβιακός, ή, ό κοι-νο-βι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το κοινόβιο: ~ός: μοναχισμός. ~ή: ζωή/Μονή/οργάνωση. ~ό: πνεύμα/σύστημα. Βλ. ασκητικός.|| Αγροτική κοινωνία ~ού χαρακτήρα (βλ. κιμπούτς, κολχόζ). ΣΥΝ. κοινόβιος ● επίρρ.: κοινοβιακά [< μτγν. κοινοβιακός]
25145κοινοβιάρχηςκοι-νο-βι-άρ-χης ουσ. (αρσ.): ηγούμενος κοινοβιακής Μονής. Βλ. -άρχης. [< μτγν. κοινοβιάρχης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.