Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25880-25900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25146κοινόβιοκοι-νό-βι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. τύπος οργάνωσης της ζωής των μοναχών σε μοναστήρι με αρχηγό τον ηγούμενο και βασική αρχή την κοινοκτημοσύνη: ανδρικό/γυναικείο ~. Ιερό/μοναστικό ~. Η Αδελφότητα/Γεροντία του ~ου. Βλ. ασκητισμός, ιδιόρρυθμος. 2. (συνήθ. παλαιότ.) κοινότητα η οποία λειτουργεί στα πλαίσια της ομαδικής συμβίωσης και της συλλογικότητας και έχει δημιουργηθεί κυρ. από άτομα με κοινή ιδεολογία που βασίζεται στην κομμουνιστική-σοσιαλιστική θεωρία: φοιτητικό/χίπικο ~ (: στην Αμερική τη δεκαετία '60). Αγροτικά ~α (βλ. κιμπούτς, κολχόζ).|| (ΑΘΛ.) Προπονητικά ~α. ~α εθνικών ομάδων. [< μτγν. κοινόβιον]
25147κοινόβιος, ος/α, ο κοι-νό-βι-ος επίθ.: που αναφέρεται στο κοινόβιο: ~ο: μοναστήρι. Βλ. -βιος. ΣΥΝ. κοινοβιακός [< μτγν. κοινόβιος]
25148κοινοβουλευτικός, ή, ό κοι-νο-βου-λευ-τι-κός επίθ. (κ. με κεφαλ. Κ): ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με το Κοινοβούλιο: ~ός: συντάκτης (εφημερίδας)/υπουργός. ~ή: δραστηριότητα/περίοδος. (Μικτή) ~ή αντιπροσωπεία. ~ό: Δίκαιο/έργο/Συμβούλιο/σύστημα. ~οί: θεσμοί. ~ές: εκλογές. ~ά: έδρανα/μέλη/όργανα (της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Δηλώσεις του ~ού Εκπροσώπου (του κόμματος). Συνεδρίαση της ~ής Ομάδας του κόμματος. Βλ. αντι~, δια~, εξω~. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινοβουλευτικός έλεγχος: ΠΟΛΙΤ. που ασκείται κυρ. από την αντιπολίτευση στην κυβέρνηση για να ελεγχθεί η πολιτική της σε ορισμένο τομέα: μέσα ~ού ~ου (: πρόταση μομφής/δυσπιστίας, αναφορές, επερωτήσεις, επίκαιρες ερωτήσεις, αιτήσεις κατάθεσης εγγράφων, συζητήσεις με πρωτοβουλία βουλευτών, σύσταση εξεταστικών επιτροπών, έλεγχος της Βουλής επί των ανεξαρτήτων Αρχών)., κοινοβουλευτική δημοκρατία βλ. δημοκρατία, κοινοβουλευτική επιτροπή βλ. επιτροπή [< μτγν. κοινοβουλευτικός, γαλλ. parlementaire]
25149κοινοβουλευτισμόςκοι-νο-βου-λευ-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. Κ): ΠΟΛΙΤ. κοινοβουλευτικό σύστημα, κοινοβουλευτική δημοκρατία: ελληνικός/ευρωπαϊκός ~. Βλ. αντι~, -ισμός, μοναρχία. [< γαλλ. parlementarisme]
25150κοινοβούλιοκοι-νο-βού-λι-ο ουσ. (ουδ.) {κοινοβουλί-ου} (συνήθ. με κεφαλ. Κ): η βουλή: Το Ελληνικό ~ (= η Βουλή των Ελλήνων). Τα Εθνικά ~α (της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Συνεδρίασε το ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βλ. ευρωπαϊκός [< μτγν. κοινοβούλιον 'σύσκεψη', γαλλ. parlement]
25151κοινοκτημοσύνηκοι-νο-κτη-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) 1. κοινή ιδιοκτησία και χρήση των αγαθών, συνήθ. υλικών, από όλα τα μέλη μιας ομάδας: η ~ των πρώτων χριστιανών. ~ των παραγωγικών μέσων (: σύμφωνα με τον κομμουνισμό). Ισότητα/συλλογικότητα και ~. Βλ. κιμπούτς, κοινόβιο, κολεκτιβισμός, κολχόζ.|| (κατ' επέκτ.) ~ της γνώσης/της τεχνολογίας. 2. ΝΟΜ. από κοινού (δηλ. και από τους δύο συζύγους) κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων: ~ ή οικονομική αυτοτέλεια. Σύστημα της ~ης. Βλ -οσύνη. [< γερμ. Gütergemeinschaft]
25512κοινοκτημοσυνη

κομ-μου-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & κομουνισμός & (προφ.) κουμ(μ)ουνισμός: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. πολιτικοοικονομική θεωρία ή σύστημα που βασίζεται στη συλλογική ιδιοκτησία (κοινοκτημοσύνη) σε μια αταξική κοινωνία, όπου τα μέσα παραγωγής ανήκουν στην κοινότητα: κινεζικός/(παλαιότ.) σοβιετικός ~. Αναρχικός ~ (= αναρχο~). Σοσιαλισμός και ~. Πρωτόγονος ~ (: που αναφέρεται στις πρωτόγονες κοινωνίες, όπου δεν υπήρχε ατομική ιδιοκτησία ούτε οργανωμένο σύστημα παραγωγής). Βλ. κολεκτιβ-, κρατ-, λενιν-, μαρξ-, σοβιετ-, σταλιν-ισμός, υπαρκτός σοσιαλισμός.|| Κατάρρευση/πτώση του ~ού (: των αντίστοιχων καθεστώτων). Βλ. αντι~, ευρω~, μετα~, καπιταλ-, φασ-, φιλελευθερ-ισμός. [< γαλλ. communisme, 1840]

25152κοινολόγησηκοι-νο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κοινολογώ: ~ πληροφοριών. Πβ. δημοσιο-, κοινο-ποίηση. [< γαλλ. communication]
25153κοινολογώ[κοινολογῶ] κοι-νο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {κοινολογ-είς ...| κοινολόγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} (επίσ.): γνωστοποιώ, διαδίδω στο ευρύ κοινό στοιχεία συνήθ. εμπιστευτικού ή προσωπικού χαρακτήρα: Δεν επιθυμεί να ~ήσει το περιεχόμενο του εγγράφου/τις προθέσεις του. Απόρρητες πληροφορίες που ~ήθηκαν από υπάλληλο της υπηρεσίας. Πβ. ανακοινώνω, διαλαλώ, κοινοποιώ. ΑΝΤ. αποκρύπτω, αποσιωπώ, συγκαλύπτω. Βλ. -λογώ. [< αρχ. κοινολογοῦμαι 'συνομιλώ', γαλλ. communiquer]
25154κοινόνκοι-νόν ουσ. (ουδ.): ΑΡΧ. ομοσπονδία πόλεων-κρατών στην αρχαία Ελλάδα. Πβ. συμπολιτεία. Βλ. αμφικτιονία. [< αρχ. κοινόν]
25155κοινοποίησηκοι-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κοινοποιώ: γραπτή/επίσημη ~. ~ διατάξεων/εκθέσεων/μέτρων. ~ προσωπικών πληροφοριών (πβ. κοινολόγηση). ~ προς τους/στους πολίτες. Επίδοση και ~ πράξεων. ~ και δημοσίευση αποφάσεων. Έγγραφο/ημερομηνία ~ης. Υποχρέωση ~ης. ~ήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για/σχετικά με μη ασφαλή προϊόντα. Πβ. ανακοίνωση. Βλ. ανα~, διακοίνωση, -ποίηση. [< μεσν. κοινοποίησις, γαλλ. notification]
25156κοινοποιήσιμος, η, ο κοι-νο-ποι-ή-σι-μος επίθ. (επίσ.): που μπορεί να κοινοποιηθεί: ~ες: πληροφορίες. Η διεύθυνση ιμέιλ είναι μη ~η.
25157κοινοποιώ[κοινοποιῶ] κοι-νο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κοινοποι-είς ... | κοινοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: γνωστοποιώ επίσημα και συνήθ. εγγράφως: Η Επιτροπή ~ησε (στην Κυβέρνηση) την απόφασή της. Προσωπικά δεδομένα που απαγορεύονται να ~ούνται σε τρίτους (= να κοινολογούνται). ~ήθηκε η εγκύκλιος/η λίστα των υποψηφίων/το μέτρο/η παραίτησή του/το σχέδιο (νόμου). Δεν έχει ~ηθεί ακόμα καμία πληροφορία. Πβ. ανακοινώνω. Βλ. διακοινώνω.|| ~ημένος: οργανισμός/φορέας (: αρμόδιος κατόπιν κοινοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης· πβ. αναγνωρισμένος). [< μτγν. κοινοποιῶ, γαλλ. notifier]
25158κοινοπολιτείακοι-νο-πο-λι-τεί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Κ): ένωση και συνεργασία σε διάφορα επίπεδα (οικονομικό, πολιτικό) ανεξάρτητων κρατών ή πολιτειών: η ~ της Αυστραλίας. Η Βρετανική ~ (: που περιελάμβανε τις βρετανικές αποικίες). Βλ. ομοσπονδία. [< πβ. μτγν. κοινοπολιτεία ‘ισότητα δικαιωμάτων των πολιτών’, αγγλ. commonwealth]
25159κοινοπολιτειακός, ή, ό κοι-νο-πο-λι-τει-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κοινοπολιτεία: ~ή: βουλή/κυβέρνηση. ~ές: εκλογές. Βλ. ομοσπονδιακός.
25160κοινοπρακτεί[κοινοπρακτεῖ] κοι-νο-πρα-κτεί ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ.}: (για επιχείρηση) μετέχει σε κοινοπραξία. [< μτγν. κοινοπραγῶ]
25161κοινοπρακτικός, ή, ό κοι-νο-πρα-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κοινοπραξία: ~ή: έκδοση (ομολόγου)/εταιρεία. ~ό: δάνειο/σύμφωνο.
25162κοινοπραξίακοι-νο-πρα-ξί-α ουσ. (θηλ.): συμβατικός διακανονισμός με τον οποίο δύο ή περισσότερα μέρη αναλαμβάνουν μια οικονομική δραστηριότητα που υπόκειται σε από κοινού έλεγχο: ναυτιλιακή ~. ~ τεχνικού έργου/τηλεπικοινωνιών. ~ Παγκόσμιου Ιστού. Μέλος ~ας (= εταίρος). ~ες αγροτικών συνεταιρισμών/βιβλιοθηκών/επιχειρήσεων. Εργολαβίες/συμπράξεις και ~ες. Εταιρεία που συμμετέχει σε ~. Πβ. κονσόρτσιουμ. Βλ. ένωση, οργανισμός. [< μεσν. κοινοπραξία, αγγλ. consortium]
25163κοινός, ή, ό κοι-νός επίθ. 1. που χαρακτηρίζει, αφορά ένα σύνολο ανθρώπων ή στοιχείων ή συμβαίνει συγχρόνως από πολλούς μαζί: ~ός: αγώνας/κώδικας (επικοινωνίας)/προβληματισμός/προσανατολισμός/σκοπός/στόχος/τρόπος (σκέψης)/φόβος. ~ή: αντίληψη/βούληση/διαπίστωση/επιθυμία/επιτροπή/ιστορία/καταγωγή/μοίρα/παράδοση/πολιτική/πορεία/προοπτική/στρατηγική/συνείδηση/συνισταμένη/ταυτότητα/υπηρεσία. ~ό: ανακοινωθέν/γνώρισμα/μέλλον/νόμισμα/όραμα/πρόγραμμα/σύστημα. ~οί: κανόνες/όροι/παράγοντες. ~ές: αγωνίες/απόψεις/αρχές/επιλογές/θέσεις/ιδιότητες/προθέσεις. ~ά: αιτήματα/δικαιώματα/έθιμα/ενδιαφέροντα/ήθη/σημεία/συμφέροντα/χαρακτηριστικά. Πρόσωπο ~ής αποδοχής. Αδικήματα του ~ού Ποινικού Δικαίου. Αποτελεί/είναι/συνιστά ~ή πεποίθηση ότι ... Αγωνίζεται για το ~ό καλό (: το κοινωνικού συνόλου). Πβ. ίδιος, όμοιος, συλλογικός. 2. αυτός τον οποίο μοιράζονται, έχουν στην κατοχή τους ή χρησιμοποιούν πολλά άτομα μαζί: ~ός: λογαριασμός (ΑΝΤ. χωριστός). ~ή: γλώσσα/εταιρεία (βλ. συνεταιρισμός)/ιδιοκτησία. ~ό: κτήμα/σπίτι/ταμείο. ~ές: αναμνήσεις/εμπειρίες/καταβολές/συνήθειες/ρίζες. ~οί: μετοχικοί τίτλοι. ~ά: αγαθά/βιώματα/οφέλη. ~ υποψήφιος και για τα δύο κόμματα. Έχουμε ~ούς φίλους. Δωμάτια με ~ή (= κοινόχρηστη) κουζίνα/τουαλέτα. Η ~ή ζωή ενός ζευγαριού (πβ. συμβίωση).|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: καρωτίδα. 3. που δεν παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, μέτριος, συνηθισμένος: ο ~ αναγνώστης/καταναλωτής (= μέσος). ~ός: πολίτης (= ιδιώτης)/τύπος (δέρματος). ~οί: χαρακτηρισμοί. Αποδείχτηκε/δεν είναι παρά ένας ~ απατεώνας. Του συμπεριφέρθηκαν σαν να ήταν ένας ~ κακοποιός. Διώξη ~ού εγκλήματος. Το έργο του τον διαφοροποιεί/ξεχωρίζει από τους ~ούς ανθρώπους. Ξεπέρασε το ~ό μέτρο (πβ. μέσος όρος). ΑΝΤ. εξαιρετικός, ξεχωριστός.|| ~ό: χαρτί (: φτηνό, όχι υψηλής ποιότητας).|| (ΒΟΤ.) Θύμος ο ~ (: το θυμάρι). Πόα η ~ή.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: νόσος. ● επίρρ.: κοινώς/κοινά [κοινῶς]: από πολλούς ανθρώπους: Είναι ~ (απο/παρα)δεκτό ότι ... || (όπως λέγεται από τους περισσότερους ανθρώπους, σύμφωνα με την καθομιλουμένη:) Οίδημα, κοινώς/κατά το κοινώς λεγόμενον, πρήξιμο. ● ΣΥΜΠΛ.: (Αλεξανδρινή/Ελληνιστική) Κοινή: ΓΛΩΣΣ. η ελληνική γλώσσα όπως διαμορφώθηκε από τον 3ο αι. π.Χ. μέχρι τον 6ο αι. μ.Χ., η κοινή γνώμη: η στάση του κόσμου απέναντι σε κάποιο θέμα και συνεκδ. το κοινωνικό σύνολο: η διεθνής/ελληνική/ευρωπαϊκή/παγκόσμια ~ ~. Αποπροσανατολισμός/διαμόρφωση/ενημέρωση/επιρροή/ευαισθητοποίηση/κινητοποίηση/παραπλάνηση/πληροφόρηση/χειραγώγηση της ~ής ~ης. Υποθέσεις που συγκλόνισαν την ~ ~. Δημοσκόπηση για τη σφυγμομέτρηση της ~ής ~ης. [< γαλλ. opinion publique] ,κοινή αγορά: συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών η οποία επιτρέπει την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και εργασίας καθώς επίσης αγαθών και υπηρεσιών· (παλαιότ. με κεφαλ. Κ,Α) η Ευρωπαϊκή Ένωση: ~ ~ ενέργειας/ηλεκτρισμού. ~ές ~ές πετρελαίου/πρώτων υλών/φυσικού αερίου. [< αγγλ. common market, 1954, γαλλ. Marché Commun, 1957] , Κοινή Νεοελληνική/Κοινή Νέα Ελληνική: ΓΛΩΣΣ. η σύγχρονη μορφή της ελληνικής γλώσσας, η οποία προήλθε από την ανάμειξη της δημοτικής με στοιχεία της καθαρεύουσας., κοινό κρυολόγημα: η πιο συχνή μορφή λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος που εκδηλώνεται με ρινική καταρροή, φτέρνισμα, πονοκέφαλο, πονόλαιμο, ξηρό βήχα και χαμηλό πυρετό. Βλ. γρίπη., κοινό μυστικό: για καθετί που, ενώ θεωρείται μυστικό, το γνωρίζουν πολλοί: Είναι ~ ~ στους δημοσιογραφικούς κύκλους ότι ..., κοινός τόπος (μτφ.) 1. γενικώς αποδεκτή αντίληψη, κοινοτοπία: Είναι ~ ~ ότι ... Βλ. πρωτοτυπία. 2. κοινό σημείο: ~ ~ μεταξύ των δύο πλευρών., ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο βλ. ελάχιστος, κοινή (/χριστιανική/παρούσα) εποχή βλ. εποχή, κοινή γυναίκα βλ. γυναίκα, κοινή δράση βλ. δράση, κοινή λογική βλ. λογική, κοινή μετοχή βλ. μετοχή, κοινής ωφελείας βλ. ωφέλεια, Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς (για τις γλώσσες) βλ. πλαίσιο, κοινό όνομα βλ. όνομα, κοινός θνητός βλ. θνητός, κοινός νους βλ. νους, κοινός παρονομαστής βλ. παρονομαστής, μέγιστος κοινός διαιρέτης βλ. διαιρέτης, το κοινό/το δημόσιο αίσθημα βλ. αίσθημα ● ΦΡ.: από κοινού: μαζί, συνεργαζόμενοι: ~ ~ ανάληψη της ευθύνης/αντιμετώπιση του προβλήματος/εμφάνιση/προσπάθεια/χρήση. Αποφάσισαν/εργάστηκαν ~ ~ (πβ. ομού)., βρίσκω κοινό έδαφος (με κάποιον) (μτφ.): βρίσκω σημείο σύγκλισης, συμφωνίας με κάποιον, το οποίο αποτελεί την αφετηρία για ευρύτερη συνεννόηση: Τα δύο κόμματα βρήκαν ~ ~ επικοινωνίας/συνεννόησης., διατάραξη (της) κοινής ησυχίας βλ. διατάραξη, κατά γενική/κοινή ομολογία βλ. ομολογία, κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατο βλ. τύχη, κοινή συναινέσει βλ. συναίνεση, σε κοινή/σε δημόσια θέα βλ. θέα, ώρες κοινής ησυχίας βλ. ησυχία [< αρχ. κοινός, γαλλ. commun, αγγλ. common]
25164κοινοτάρχηςκοι-νο-τάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. θηλ. κοινοτάρχισσα} (παλαιότ.): πρόεδρος κοινότητας. Βλ. -άρχης.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.