| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25164 | κοινοτάρχης | κοι-νο-τάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. θηλ. κοινοτάρχισσα} (παλαιότ.): πρόεδρος κοινότητας. Βλ. -άρχης. | |
| 25165 | κοινότητα | κοι-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {κοινοτήτ-ων} 1. οργανωμένο σύνολο ομοεθνών, ομοφύλων ή και ομοθρήσκων που ζουν σε ξένη χώρα· γενικότ. ομάδα ατόμων με κοινά ενδιαφέροντα, χαρακτηριστικά: ανθρώπινη/γλωσσική/εθνική (πβ. έθνος)/θρησκευτική/μειονοτική/χριστιανική ~. ~ες ιθαγενών/μεταναστών.|| Ακαδημαϊκή/διαδικτυακή/εκπαιδευτική/επιστημονική/ηλεκτρονική/μοναστική (πβ. μοναστήρι)/μουσική/πανεπιστημιακή/πολιτιστική/σχολική/ψηφιακή ~. ~ χωρών (πβ. ένωση). Βλ. κοινωνία.|| (κατ' επέκτ.) ~ ζώων/φυτών. Βλ. -ότητα, βιο~, οικο~. 2. (λόγ.) η ιδιότητα του κοινού, η ύπαρξη όμοιων στοιχείων, συμφωνία: ~ αντιλήψεων/απόψεων/ενδιαφερόντων/ιδεών/συμφερόντων. Πβ. ενότητα, σύμπτωση. 3. (παλαιότ.) η κατώτερη διοικητική υποδιαίρεση στην τοπική αυτοδιοίκηση του ελληνικού κράτους: τοπική ένωση δήμων και ~ων. ● ΣΥΜΠΛ.: Βουλή των Κοινοτήτων: το ένα από τα δύο νομοθετικά σώματα του αγγλικού κοινοβουλίου, τα μέλη του οποίου εκλέγονται για πέντε χρόνια με άμεση λαϊκή ψήφο και εκπροσωπούν τον λαό: Βουλή των Λόρδων και ~ ~. [< αγγλ. House of Commons] , δημοτική κοινότητα: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. κοινότητα που θεσπίστηκε με το σχέδιο "Καλλικράτης", η οποία έχει περισσότερους από 2.000 κατοίκους και εκλέγει συμβούλιο., διεθνής κοινότητα: το σύνολο των κρατών., θεραπευτική κοινότητα: κάθε ομάδα ατόμων που συγκροτείται για θεραπευτικούς σκοπούς, κυρ. για απεξάρτηση τοξικομανών: ένταξη σε ~ ~., μαθητική κοινότητα: το σύνολο των μαθητών μιας τάξης ή ενός τμήματος, σχολείου· κατ' επέκτ. όλοι οι μαθητές: Το πενταμελές συμβούλιο αποτελεί όργανο της ~ής ~ας., τοπική κοινότητα: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. αυτή που θεσπίστηκε με το σχέδιο "Καλλικράτης", η οποία έχει 300 έως 2.000 κατοίκους και εκπροσωπείται από έναν σύμβουλο: πρόεδρος ~ής ~ας., Ευρωπαϊκή Κοινότητα βλ. ευρωπαϊκός, Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα βλ. ευρωπαϊκός [< 2: αρχ. κοινότης ‘το να είναι κάτι κοινό ή σε γενική χρήση’ 1: γαλλ. communauté 3: γαλλ. commune] | |
| 25166 | κοινοτικός | , ή, ό κοι-νο-τι-κός επίθ. 1. (κ. με κεφαλ. Κ) που σχετίζεται με την Ευρωπαϊκή Ένωση: ~ός: έλεγχος. ~ή: αλληλεγγύη/ενίσχυση/νομοθεσία/πολιτική/πρωτοβουλία/χρηματοδότηση. ~ό: δίκαιο/δίπλωμα ευρεσιτεχνίας/πρόγραμμα. ~οί: μηχανισμοί/νόμοι/οργανισμοί/στόχοι. ~ές: πρωτοβουλίες. ~ά: κονδύλια/όργανα.|| (για πρόσ.) ~ός: δικαστής/επίτροπος. ~οί: εταίροι/παραγωγοί/υπάλληλοι. (ΑΘΛ.) ~οί: παίκτες. Βλ. αντι~, δια~, ενδο~, εξω~, εθν-, κρατ-ικός. 2. (παλαιότ.) που αναφέρεται στην κοινότητα: ~ός: ξενώνας/παιδικός σταθμός. ~ό: συμβούλιο. ~ά: γραφεία. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινοτικό διαβατήριο: (για αθλητές) που εξασφαλίζει στον κάτοχό του τη δυνατότητα να αγωνίζεται σε οποιαδήποτε χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να θεωρείται ξένος., Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (ακρ. ΚΠΣ) & (προφ.) Κοινοτικό Πλαίσιο: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. οικονομική ενίσχυση που λαμβάνει ένα κράτος-μέλος από την Ευρωπαϊκή Ένωση για συγκεκριμένη χρονική περίοδο με σκοπό την υλοποίηση αναπτυξιακών προγραμμάτων στο κέντρο και κυρ. την περιφέρειά του: Έργο που χρηματοδοτείται από το ~ ~. Βλ. ΕΣΠΑ. [< αγγλ. community support framework] , Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας βλ. δημοτικός, ευρωπαϊκό/κοινοτικό κεκτημένο βλ. κεκτημένο, κοινοτική οδηγία/οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης βλ. οδηγία, κοινοτικοί πόροι βλ. πόρος, κοινοτικός κανονισμός βλ. κανονισμός, κρατικός/δημόσιος/κοινοτικός προϋπολογισμός βλ. προϋπολογισμός, τοπικό διαμέρισμα βλ. διαμέρισμα [< 1: γαλλ. communautaire 2: γαλλ. communal] | |
| 25167 | κοινοτισμός | κοι-νο-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. πολιτική θεωρία η οποία στηρίζεται στις αξίες της συμμετοχής και αφοσίωσης στην εκάστοτε κοινότητα, καθώς και στην πρόταξη των συλλογικών αγαθών του πολιτισμού και της παράδοσης έναντι των αγαθών της ατομικής διεκδίκησης: ελευθεριακός ~. Βλ. -ισμός, κοινωνισμός. ΣΥΝ. κομμουναλισμός [< γαλλ. communalisme] | |
| 25168 | κοινοτιστής | κοι-νο-τι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του κοινοτισμού. | |
| 25169 | κοινοτοπία | κοι-νο-το-πί-α ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) κοινοτυπία: απόψεις που διατυπώνονται κατ' επανάληψη, με αποτέλεσμα να στερούνται πρωτοτυπίας: η ~ του θέματος/λόγου. Κλισέ και ~ες. Θέσεις που αποτελούν/συνιστούν ~. Βλ. πεζολογία, στερεοτυπία. ΣΥΝ. κοινός τόπος (1) [< γαλλ. lieu commun] | |
| 25170 | κοινότοπος | , η, ο κοι-νό-το-πος επίθ. , (εσφαλμ.) κοινότυπος: χωρίς πρωτοτυπία, συνηθισμένος: ~η: διαπίστωση. ~ο: ερώτημα/θέμα. ~ες: απαντήσεις/απόψεις. ~α και χιλιοειπωμένα πράγματα. Πβ. πεζός, στερεότυπος, τετριμμένος, τυποποιημένος.|| Ίσως γίνομαι ~/ακούγονται ~α αυτά που λέω, αλλά ...|| (ως ουσ.) Το ~ο μιας ιδέας.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~η γνώση (= βασισμένη σε κοινά αποδεκτές απόψεις). ΑΝΤ. πρωτότυπος | |
| 25171 | κοινόχρηστα | κοι-νό-χρη-στα ουσ. (ουδ.) (τα) {κοινοχρήστ-ων}: χρηματικό ποσό που καταβάλλουν κάθε μήνα οι ένοικοι ή/και ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων μιας πολυκατοικίας για την κάλυψη των κοινών εξόδων (καθαριότητα, συντήρηση ανελκυστήρα, πετρέλαιο, φυσικό αέριο) και συνεκδ. η απόδειξη που στέλνεται σε κάθε ένοικο με το ποσό που οφείλει: θέρμανση και ~. Διαχείριση/είσπραξη/έκδοση/καταβολή/κατανομή/υπολογισμός (των) ~ων. Βγήκαν/ήρθαν/πληρώνω τα ~. (για διαχειριστή:) Μαζεύω τα ~. | |
| 25172 | κοινόχρηστος | , η, ο κοι-νό-χρη-στος επίθ. {-ου (λόγ.) -ήστου}: που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από όλα τα άτομα που μένουν ή εργάζονται σε ένα κτίριο ή σε μια περιοχή, που είναι κοινής και όχι ιδιωτικής χρήσης: ~ος: κήπος. ~η: βεράντα/κουζίνα/πισίνα/τουαλέτα. ~ο: τηλέφωνο. ~οι: εκτυπωτές/υπολογιστές/χώροι (πρασίνου, π.χ. πάρκα, πλατείες). ~ες: δαπάνες. Δωμάτια με ~ο μπάνιο. Πβ. δημόσιος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: φάκελος. ~η: σύνδεση (Ίντερνετ).|| Φάρμακα ~ης ονομασίας. Βλ. γενόσημα.|| (σε κινητό τηλέφωνο) ~η μνήμη (: η οποία χρησιμοποιείται από όλες τις λειτουργίες του κινητού). | |
| 25173 | κοινωνάω | βλ. κοινωνώ | |
| 25174 | κοινωνία | κοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.) {κοινωνιών} 1. σύνολο ανθρώπων που καταλαμβάνει μια σχετικά οριοθετημένη περιοχή και ζει κάτω από τις ίδιες περίπου πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες· γενικότ. κάθε ομάδα ατόμων με κοινά στοιχεία, ενδιαφέροντα και το είδος των σχέσεων που αναπτύσσονται μεταξύ τους: αγροτική/αναπτυσσόμενη/αρχαία/αστική/δημοκρατική/δυτική/εξελιγμένη/επαρχιακή/ευρωπαϊκή/θρησκευτική/καπιταλιστική/μητριαρχική/μυστική (βλ. μασονία)/πατριαρχική/πλουραλιστική/πολυπολιτισμική/προηγμένη/πρωτόγονη/σοσιαλιστική/συντηρητική/ταξική/τεχνολογική/τοπική (πβ. δήμος)/υπανάπτυκτη/φεουδαρχική/φιλελεύθερη ~. ~ της αγοράς/της γνώσης/του μέλλοντος/(των) δύο ταχυτήτων. Βουδιστικές/μουσουλμανικές/χριστιανικές ~ες. Ανοιχτές/κλειστές ~ες (: οι οποίες είναι ή δεν είναι, αντίστοιχα, ανεκτικές στη διαφορετικότητα). Διάρθρωση/εξέλιξη/μέλη/οργάνωση της ~ας. Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής ~ας (της Ακαδημίας Αθηνών). (προφ.) Τι θα πει η ~ (πβ. κόσμος); Βλ. κοινότητα.|| (υβριστ.) Απόβρασμα της ~ας. Βλ. παλιο~. 2. ΖΩΟΛ. ομάδα ζώων με χαρακτηριστική κοινωνική δομή, οργάνωση: η ~ των μελισσών/μυρμηγκιών. Πβ. αποικία.|| (ΟΙΚΟΛ.) Η ~ των φυτών (= φυτο~). ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Κοινωνία & Αγία Κοινωνία: ΕΚΚΛΗΣ. μυστήριο της Χριστιανικής Εκκλησίας κατά το οποίο ο πιστός μεταλαμβάνει το σώμα και το αίμα του Χριστού. ΣΥΝ. Θεία Ευχαριστία, Μετάληψη, κοινωνία (των) πολιτών: ΠΟΛΙΤ. σύνολο κινημάτων, οργανώσεων ή πολιτών, ανεξάρτητων από το κράτος, που έχουν ως σκοπό να μεταβάλουν, μέσω της συλλογικής δράσης, τις κοινωνικές, πολιτικές δομές ή νόρμες σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο. Βλ. ενεργοί πολίτες, κοινωνικό κεφάλαιο, μη κυβερνητική οργάνωση, συμμετοχικότητα., κοινωνία δικαιώματος: ΝΟΜ. η κατάσταση δύο ή περισσοτέρων προσώπων που μοιράζονται ένα δικαίωμα., κοινωνία των δύο τρίτων: που χαρακτηρίζεται από αδικίες και ανισότητες εις βάρος περ. του ενός τρίτου του πληθυσμού., Κοινωνία των Εθνών: διεθνής οργανισμός (1920-1946) που είχε ως στόχο την ανάπτυξη της συνεργασίας και τη διατήρηση της ειρήνης μεταξύ των λαών. Βλ. ΟΗΕ. [< αγγλ. League of Nations, 1917] , μαζική κοινωνία (αρνητ. συνυποδ.): τα μέλη της οποίας συμπεριφέρονται και αντιμετωπίζονται ως μάζα., η υψηλή/καλή κοινωνία: οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις, η κοινωνική ελίτ. Πβ. αριστοκρατία, χάι σοσάιτι. [< γαλλ. la haute/bonne société] , (κοινωνικό) περιθώριο/περιθώριο της κοινωνίας βλ. περιθώριο, αταξική κοινωνία βλ. αταξικός, βιομηχανική κοινωνία βλ. βιομηχανικός, καταναλωτική κοινωνία βλ. καταναλωτικός, κοινωνία κληρονόμων βλ. κληρονόμος, κοινωνία της αφθονίας βλ. αφθονία, Κοινωνία της Πληροφορίας βλ. πληροφορία, κοινωνία του θεάματος βλ. θέαμα, παραδοσιακή κοινωνία βλ. παραδοσιακός ● ΦΡ.: άτιμη/κακούργα κοινωνία! (λαϊκό-συνήθ. ως επιφών.): όταν επιρρίπτονται αόριστα ευθύνες σε άλλους ή ως έκφραση αγανάκτησης., με τι μούτρα/δεν έχω μούτρα να βγω στην κοινωνία: για κάποιον που ντρέπεται πολύ για κάτι, που νιώθει προσβεβλημένος, κυρ. από τη συμπεριφορά άλλου., έρχομαι εις γάμου κοινωνία(ν) βλ. γάμος [< αρχ. κοινωνία, γαλλ. société] | |
| 25175 | κοινωνικό(ν) | κοι-νω-νι-κό(ν) ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. ύμνος που ψάλλεται κατά τη διάρκεια της Θείας Κοινωνίας: ~ Θεοφανείων. ~ εις ήχον ... Βλ. χερουβικό. [< μεσν. κοινωνικόν] | |
| 25176 | κοινωνικοπαιδαγωγικός | , ή, ό κοι-νω-νι-κο-παι-δα-φω-γι-κός επίθ.: ΠΑΙΔΑΓ. κοινωνικός και παιδαγωγικός: ~ός: ρόλος του δασκάλου/του σχολείου. ~ή: προσέγγιση. ~ές: δράσεις. | |
| 25177 | κοινωνικοποίηση | κοι-νω-νι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. διαδικασία κατά την οποία το άτομο εντάσσεται και προσαρμόζεται στους κανόνες, τις αρχές και αξίες ενός κοινωνικού συνόλου, με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του: πολιτική ~. ~ του νέου/παιδιού. Αγωγή και ~. Φορείς ~ης (: κυρ. η οικογένεια και το σχολείο). Προγράμματα ~ης. 2. ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. (στη σοσιαλιστική θεωρία) μετατροπή των ιδιωτικών και κρατικών μέσων παραγωγής σε κτήμα όλης της κοινωνίας, των οποίων τη διεύθυνση αναλαμβάνουν οι άμεσοι παραγωγοί: ~ήσεις βιομηχανιών. Βλ. εθνικο-, κολεκτιβο-, κρατικο-ποίηση. [< γαλλ. socialisation] | |
| 25178 | κοινωνικοποιητικός | , ή, ό κοι-νω-νι-κο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που κοινωνικοποιεί: ~ός: θεσμός/μηχανισμός. ~ή: διαδικασία/λειτουργία. Ο ~ ρόλος του παιχνιδιού. Βλ. -ποιητικός. | |
| 25179 | κοινωνικοποιώ | [κοινωνικοποιῶ] κοι-νω-νι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κοινωνικοποι-εί ... | κοινωνικοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. καθιστώ νεαρό άτομο ικανό να ενταχθεί στην κοινωνία και να αναπτύξει την προσωπικότητά του: Οι παράγοντες που ~ούν τον άνθρωπο/το παιδί (: κυρ. η οικογένεια, το σχολείο, τα ΜΜΕ). Μαθητές που ~ούνται μέσα από την ομαδική εργασία. Βλ. διαπαιδαγωγώ.|| Πλήρως/σωστά ~ημένα άτομα.|| ~ημένοι (και εκπαιδευμένοι) σκύλοι (: που έχουν μάθει να συμβιώνουν με τους ανθρώπους, τους άλλους σκύλους και το περιβάλλον τους). 2. ΠΟΛΙΤ. (στη σοσιαλιστική θεωρία) μετατρέπω τα ιδιωτικά και κρατικά μέσα παραγωγής σε κτήμα όλης της κοινωνίας, μεταβιβάζοντας τη διαχείρισή τους στους άμεσους παραγωγούς: ~ημένος: τομέας. ~ημένες: επιχειρήσεις (του ιδιωτικού τομέα). Βλ. εθνικο-, κρατικο-ποιώ.|| (ειρων.) Ζημίες/χρέη που έχουν ~ηθεί (= πληρωθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό). [< γαλλ. socialiser] | |
| 25180 | κοινωνικοπολιτικός | , ή, ό κοι-νω-νι-κο-πο-λι-τι-κός επίθ.: κοινωνικός και πολιτικός: ~ός: ρόλος. ~ή: ιστορία/κρίση/οργάνωση. ~ό: καθεστώς/πλαίσιο/σύστημα. ~οί: παράγοντες. ~ές: αλλαγές/συνθήκες. ~ά και οικονομικά ζητήματα. ● επίρρ.: κοινωνικοπολιτικά [< γαλλ. sociopolitique] | |
| 25181 | κοινωνικός | , ή, ό κοι-νω-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κοινωνία και τα μέλη της: ~ός: θεσμός/πολιτισμός/ρατσισμός/τομέας/φορέας/χαρακτήρας. ~ή: αλλαγή/αλληλεπίδραση/ανάπτυξη/άνοδος/βελτίωση/διαστρωμάτωση/διαφοροποίηση/ειρήνη/ελίτ/ευημερία/ζωή/ιεραρχία/καταξίωση/κρίση/μειονότητα/οργάνωση/παθογένεια/πραγματικότητα/πρόοδος/προσαρμογή/συμπεριφορά. ~ό: αγαθό/ζήτημα/θέμα/σύνολο/σύστημα. ~οί: δεσμοί/παράγοντες. ~ές: αντιθέσεις/δεξιότητες/εντάσεις/εξελίξεις/συγκρούσεις/συμβάσεις/σχέσεις/υποθέσεις. ~ά: δεδομένα/στρώματα/φαινόμενα. Βλ. ατομικός, ψυχο~.|| Ο άνθρωπος αποτελεί ~ό όν (: έχει την τάση να δημιουργεί κοινωνίες και να ζει σε αυτές). ~ά: έντομα (π.χ. οι μέλισσες). 2. που αναφέρεται ή στοχεύει στη βελτίωση της ζωής σε μια κοινωνία: ~ός: εθελοντισμός/σχεδιασμός/φιλελευθερισμός/χάρτης (: που περιέχει τα θεμελιώδη ~ά δικαιώματα των εργαζομένων). ~ή: απασχόληση/ατζέντα/βοήθεια/δράση/έρευνα/ευαισθητοποίηση/μέριμνα/νομοθεσία/προσφορά/συνεισφορά/υγεία/φροντίδα. ~ό: έργο/ίδρυμα/κίνημα/πρόγραμμα. ~οί: αγώνες. ~ές: κατακτήσεις/παροχές/υπηρεσίες/υποδομές. ~ά: μέτρα. Δίκτυο ~ής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών. Ευρωπαϊκό ~ό Ταμείο (ακρ. ΕΚΤ). Τμήμα ~ής Διοίκησης/Εργασίας. Ο ~ ρόλος της επιστήμης και της Ανώτατης Εκπαίδευσης.|| (για τη στήριξη ευπαθών ομάδων) ~ό: ιατρείο/παντοπωλείο/φαρμακείο. 3. (για πρόσ.) που έχει πολλές (κοινωνικές) συναναστροφές ή που χαρακτηρίζεται από τάση και επιθυμία για γνωριμία με άλλους ανθρώπους: ~ός: τύπος/χαρακτήρας. Είναι πολύ ~, κάνει πολύ εύκολα φίλους. Πβ. κοσμικός. ΣΥΝ. εξωστρεφής ΑΝΤ. ακοινώνητος (1), αντικοινωνικός (2), απόμακρος (2), μονόχνοτος 4. που αναφέρεται σε κοινωνικά θέματα ή/και προβλήματα: ~ή: (τηλεοπτική) σειρά/ταινία. ~ό: μυθιστόρημα/σίριαλ. Μήνυμα ~ού περιεχομένου. ● Ουσ.: κοινωνικά (τα): (στον έντυπο ή ηλεκτρονικό Τύπο) στήλη με αγγελίες γεννήσεων, γάμων, θανάτων ή άλλων κοινωνικών γεγονότων. ● επίρρ.: κοινωνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ αποδεκτός/αποκλεισμένος/απομονωμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικά δίκτυα/μέσα & μέσα κοινωνικής δικτύωσης & κοινωνική δικτύωση & σόσιαλ μίντια: ΔΙΑΔΙΚΤ. τρόπος διαδραστικότητας που επιτρέπει στους χρήστες να επικοινωνούν εικονικά, να δημιουργούν περιεχόμενο στο διαδίκτυο και να το μοιράζονται με άλλους χρήστες: ιστότοποι/κοινότητες/μέσα/πλατφόρμες/υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης. Προφίλ σε κοινωνικά δίκτυα/μέσα (βλ. ίνσταγκραμ, τουίτερ, φέισμπουκ). Βλ. ιμέιλ, τσατ. [< αγγλ. social networking, 1998, social media, 2004] κοινωνικές επιστήμες: που έχουν ως αντικείμενο τους θεσμούς, τη δομή και τη λειτουργία των (ανθρώπινων) κοινωνιών καθώς και τις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των μελών τους. Βλ. ανθρωπο-, κοινωνιο-, ψυχο-λογία., κοινωνική δικαιοσύνη: ισότητα μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας (στην οικονομία, τη μόρφωση)· ειδικότ. η κατανομή των υλικών αμοιβών με βάση ηθικές και κοινώς αποδεκτές αρχές: αγώνας για ~ ~. Πολιτική ~ής ~ης, κοινωνική δομή: η μορφή της εσωτερικής οργάνωσης μιας κοινωνίας (με θεσμούς, οικονομικά συστήματα, κοινωνικές τάξεις): η ~ ~ μιας αρχαιοελληνικής πόλης/της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας/ενός ευρωπαϊκού κράτους., κοινωνική εργασία 1. εφαρμοσμένη επιστήμη που έχει ως αντικείμενο την αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων και αναγκών με στόχο την κοινωνική ευημερία· συνεκδ. το επάγγελμα του κοινωνικού λειτουργού: Τμήμα ~ής ~ας. 2. υπηρεσία που προσφέρουν οι αντιρρησίες συνείδησης στα πλαίσια της εναλλακτικής θητείας και γενικότ. κάθε εθελοντική εργασία που παρέχεται συνήθ. σε νοσοκομεία, κοινωφελή ιδρύματα και φυλακές., κοινωνική θέση: η θέση ενός ατόμου ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας με βάση τον κοινωνικό ρόλο που έχει ή σύμφωνα με κοινώς αποδεκτά κριτήρια (π.χ. οικονομική κατάσταση, επάγγελμα, μόρφωση): υψηλή/χαμηλή ~ ~. Η ~ ~ της γυναίκας σήμερα., κοινωνική κινητικότητα: η μεταβολή της κοινωνικής θέσης ενός ατόμου κατά τη διάρκεια της ζωής του (π.χ. ένας φτωχός που γίνεται πλούσιος και αντίστροφα). [< αγγλ. social mobility, 1927] , κοινωνική συνείδηση: το ενδιαφέρον για τα προβλήματα της κοινωνίας και των μελών της, που συχνά συνοδεύεται από ανάληψη δράσης για την αντιμετώπισή τους., κοινωνική ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. ψυχοκοινωνιολογία. Βλ. δυναμική της ομάδας. [< αγγλ. social psychology] , κοινωνικοί εταίροι : ΠΟΛΙΤ. (κυρ. για συλλογικές διαπραγματεύσεις) οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι ή συχνότ. οι εκπρόσωποί τους: εθνικοί/Ευρωπαίοι ~ ~. Οικονομικοί και ~ ~. Διάλογος με ~ούς ~ους. Βλ. συνομιλητής., κοινωνικοί κανόνες: που περιέχουν πρότυπα αποδεκτής από την κοινωνία συμπεριφοράς και δράσης: άγραφοι ~ ~., κοινωνικός διάλογος: που γίνεται μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων για την επίλυση εργασιακών ζητημάτων: ~ ~ για την προώθηση της απασχόλησης., κοινωνικός τουρισμός: κρατικός θεσμός με τον οποίο παρέχονται φτηνές ή δωρεάν διακοπές σε ορισμένες κατηγορίες ατόμων (οικονομικά ασθενείς, άτομα με ειδικές ανάγκες): εσωτερικός/ευρωπαϊκός ~ ~. Δελτίο/εισιτήρια/πρόγραμμα ~ού ~ού. ~ ~ για αγρότες/για την τρίτη ηλικία., (κοινωνικό) περιθώριο/περιθώριο της κοινωνίας βλ. περιθώριο, αγωγή του πολίτη βλ. αγωγή, εναλλακτική (κοινωνική) θητεία βλ. θητεία, εταιρική κοινωνική ευθύνη βλ. ευθύνη, κοινωνικές υπηρεσίες βλ. υπηρεσία, κοινωνικές υποχρεώσεις βλ. υποχρέωση, κοινωνική αλληλεγγύη βλ. αλληλεγγύη, κοινωνική ανθρωπολογία βλ. ανθρωπολογία, κοινωνική ανισότητα βλ. ανισότητα, κοινωνική αντίληψη βλ. αντίληψη, κοινωνική ασφάλεια βλ. ασφάλεια, κοινωνική ασφάλιση βλ. ασφάλιση, κοινωνική ένταξη βλ. ένταξη, κοινωνική μητέρα βλ. μητέρα, κοινωνική οικονομία βλ. οικονομία, κοινωνική ομάδα βλ. ομάδα, κοινωνική πολιτική βλ. πολιτική, κοινωνική πρόνοια βλ. πρόνοια, κοινωνική προστασία βλ. προστασία, κοινωνική συνοχή βλ. συνοχή, κοινωνική τάξη βλ. τάξη, κοινωνικό κεφάλαιο βλ. κεφάλαιο, κοινωνικό κράτος βλ. κράτος, κοινωνικό ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1, κοινωνικό περιβάλλον βλ. περιβάλλον, κοινωνικό συμβόλαιο βλ. συμβόλαιο, κοινωνικό φύλο βλ. φύλο, κοινωνικός αποκλεισμός βλ. αποκλεισμός, κοινωνικός αυτοματισμός βλ. αυτοματισμός, κοινωνικός δαρβινισμός βλ. δαρβινισμός, κοινωνικός έλεγχος βλ. έλεγχος, κοινωνικός ιστός βλ. ιστός, κοινωνικός λειτουργός βλ. λειτουργός, κοινωνικός/έμμεσος μισθός βλ. μισθός, λαϊκή/κοινωνική συναίνεση βλ. συναίνεση [< αρχ. κοινωνικός, γαλλ. social, sociable] | |
| 25182 | κοινωνικότητα | κοι-νω-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): έμφυτη τάση συμβίωσης και δημιουργίας κοινωνικών σχέσεων: η ~ του παιδιού. ~ και επικοινωνία. Έλλειψη ~ας (= αντι~). Άτομο με ανεπτυγμένη/μεγάλη ~ (= πολύ κοινωνικό).|| (στον πληθ., προφ.) Δεν έχω καμιά διάθεση για παρέες και ~ες! Βλ. κοινωνικοποίηση, -ότητα. [< γαλλ. sociabilité] | |
| 25183 | κοινωνιο- & κοινωνιό- | : α' συνθετικό επιστημονικών κυρ. όρων που αναφέρονται στην κοινωνία ή την κοινωνιολογία: κοινωνιο-γλωσσολογία/~μετρία. Κοινωνιό-γραμμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ