Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25920-25940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25185κοινωνιοβιολογικός, ή, ό κοι-νω-νι-ο-βι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με την κοινωνιοβιολογία: ~ές: αρχές/θεωρίες. [< αγγλ. sociobiological, 1921, γαλλ. sociobiologique]
25186κοινωνιοβιολόγοςκοι-νω-νι-ο-βι-ο-λό-γος: ειδικός στην κοινωνιοβιολογία. [< αγγλ. sociobiologist, 1975, γαλλ. sociobiologiste]
25187κοινωνιογλωσσολογίακοι-νω-νι-ο-γλωσ-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Κ): ΓΛΩΣΣ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη της σχέσης και αλληλεπίδρασης μεταξύ γλώσσας και κοινωνίας και ειδικότ. την περιγραφή και ερμηνεία της λειτουργίας των γλωσσικών ποικιλιών, τη διγλωσσία και την πολυγλωσσία, καθώς και τη σχέση της γλώσσας με την ταυτότητα (φύλο, έθνος). [< αγγλ. sociolinguistics, 1938, γαλλ. sociolinguistique, περ. 1950]
25188κοινωνιογλωσσολογικός, ή, ό κοι-νω-νι-ο-γλωσ-σο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την κοινωνιογλωσσολογία: ~ή: προσέγγιση. [< αγγλ. sociolinguistic, 1949]
25189κοινωνιογλωσσολόγοςκοι-νω-νι-ο-γλωσ-σο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γλωσσολόγος με ειδίκευση στην κοινωνιογλωσσολογία. [< αγγλ. sociolinguist, 1960]
25190κοινωνιόγραμμακοι-νω-νι-ό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΨΥΧΟΛ. γραφική αναπαράσταση της θέσης του ατόμου μέσα στην ομάδα και των σχέσεων των ατόμων-μελών μεταξύ τους: ~ σχολικής τάξης. Βλ. κοινωνιομετρία. [< αγγλ. sociogram, 1933, γαλλ. sociogramme, περ. 1950]
25191κοινωνιόδραμακοι-νω-νι-ό-δρα-μα ουσ. (ουδ.): ΨΥΧΟΛ. μορφή ομαδικής ψυχοθεραπείας η οποία βασίζεται στην υπόδυση ρόλων σε θεατρικούς αυτοσχεδιασμούς: ~ και ψυχόδραμα. Βλ. κοινωνιοθεραπεία. [< γαλλ. sociodrame, 1950]
25192κοινωνιοθεραπείακοι-νω-νι-ο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. ψυχοθεραπεία που αποσκοπεί στην αρμονική ένταξη του ατόμου σε μια κοινωνική ομάδα ή τη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ των μελών μιας ομάδας. Βλ. -θεραπεία, κοινωνιόδραμα. [< γαλλ. sociothérapie, περ. 1950]
25193κοινωνιοκεντρικός, ή, ό κοι-νω-νι-ο-κε-ντρι-κός επίθ.: που έχει ως επίκεντρο την κοινωνία: ~ές: προτεραιότητες. Βλ. -κεντρικός.
25194κοινωνιόλεκτοςκοι-νω-νι-ό-λε-κτος ουσ. (θηλ.) & κοινωνιόλεκτο (το): ΓΛΩΣΣ. γλωσσική ποικιλία που χρησιμοποιείται από συγκεκριμένη κοινωνική (ή επαγγελματική) ομάδα· κοινωνική διάλεκτος. Πβ. αργκό, σλανγκ. Βλ. ιδιόλεκτος, ιδίωμα, συνθηματική γλώσσα. [< αγγλ. sociolect, 1972, γαλλ. sociolecte, 1974]
25195κοινωνιολογίακοι-νω-νι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Κ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τη συστηματική μελέτη της οργάνωσης, εξέλιξης και λειτουργίας των ανθρώπινων κοινωνιών, καθώς και την καταγραφή και ανάλυση των μεταβολών της κοινωνικής συμπεριφοράς και των αντίστοιχων σχέσεων· συνεκδ. το σχετικό μάθημα: αγροτική/αστική/εκλογική/εφαρμοσμένη/ιστορική/συγκριτική ~. ~ του Αθλητισμού/της Ανάπτυξης/της Γνώσης/του Δικαίου/του Εγκλήματος/της Εκπαίδευσης/της Επιστήμης/της Θρησκείας/της Μετανάστευσης/των ΜΜΕ/της Μουσικής/της Οικογένειας/του Πολιτισμού/της Τεχνολογίας/της Υγείας/του Χώρου. Πολιτική Επιστήμη και ~. ~ και Ανθρωπολογία. Βλ. -λογία, μακρο~, μικρο~, φυτο~, ψυχο~.|| Δίνω ~. Εξετάζομαι στην ~. ● ΣΥΜΠΛ.: βιομηχανική κοινωνιολογία: κλάδος με αντικείμενό του τη μελέτη της βιομηχανίας (δηλ. των εσωτερικών σχέσεων των επιχειρήσεων, των όρων εργασίας και της παραγωγικότητας) ως σύστημα και πλαίσιο διαμόρφωσης κοινωνικών σχέσεων. [< αγγλ. industrial sociology, 1948] [< γαλλ. sociologie]
25196κοινωνιολογικός, ή, ό κοι-νω-νι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που σχετίζεται με την κοινωνιολογία: ~ή: ανάλυση/επιστήμη/έρευνα/προσέγγιση. ~οί: παράγοντες. ~ές: θεωρίες/παράμετροι/σπουδές. ~ά: θέματα/μοντέλα/φαινόμενα. Βλ. μακρο~, φυτο~, ψυχο~. ● επίρρ.: κοινωνιολογικά [< γαλλ. sociologique]
25197κοινωνιολογισμόςκοι-νω-νι-ο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεωρία η οποία επιχειρεί να ερμηνεύσει τον άνθρωπο και το περιβάλλον του μέσω της κοινωνικής πραγματικότητας και των κοινωνιολογικών μεθόδων. Βλ. επιστημον-, ψυχολογ-ισμός. [< γαλλ. sociologisme, 1907]
25198κοινωνιολόγοςκοι-νω-νι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στην κοινωνιολογία: ~-εγκληματολόγος. Εκπαιδευτικοί ~οι. Βλ. ανθρωπολόγος, -λόγος.
25199κοινωνιομετρίακοι-νω-νι-ο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. μελέτη, καταγραφή και ανάλυση των διαπροσωπικών σχέσεων μεταξύ των μελών μιας ομάδας, καθώς και της συχνότητας εμφάνισής τους. Βλ. κοινωνιόγραμμα, -μετρία. [< αγγλ. sociometry, 1900, γαλλ. sociométrie, 1946]
25200κοινωνιομετρικός, ή, ό κοι-νω-νι-ο-με-τρι-κός επίθ.: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που σχετίζεται με την κοινωνιομετρία: ~ή: μέθοδος. ~ό: τεστ. [< αγγλ. sociometric, 1933, γαλλ. sociométrique]
25201κοινωνισμόςκοι-νω-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. σοσιαλισμός· γενικότ. προσήλωση στην έννοια της κοινωνίας και της συλλογικότητας, της κοινωνικής συνείδησης, της συνύπαρξης και της αλληλεγγύης: χριστιανικός ~ (= χριστιανοδημοκρατία). Εθνικός ~ (= εθνικοσοσιαλισμός).|| ~ και ανθρωπισμός. Οι αξίες/οπαδοί του ~ού. ΑΝΤ. ατομ-ισμός, -ικισμός. Βλ. κοινοτ-, κολεκτιβ-ισμός. [< γαλλ. socialisme, communisme]
25202κοινωνιστήςκοι-νω-νι-στής ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): σοσιαλιστής: φιλελεύθερος ~. Χριστιανοί ~ές (= χριστιανοδημοκράτες). [< γαλλ. socialiste, communiste]
25203κοινωνόςκοι-νω-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): που (συμ)μετέχει σε αρνητική ή θετική κατάσταση την οποία και έχει αποδεχθεί: πολίτες ~οί των εξελίξεων/προβλημάτων. Έγινα ~ της αγωνίας/λύπης/χαράς του. Με έκανε/κατέστησε ~ό των απόψεών/ιδεών/του οράματός του. Έγιναν/είναι ~οί της παιδείας/του πολιτισμού. Πβ. (συμ)μέτοχος.|| Εταίρος ή ~ στο ...% των κερδών της εταιρείας. [< αρχ. κοινωνός]
25204κοινωνώ[κοινωνῶ] κοι-νω-νώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κοινων-είς κ. -άς ... | κοινών-ησα, -ήσω, -ώντας} & (λαϊκό) κοινωνάω 1. (για πιστό) λαμβάνω τη Θεία Κοινωνία, μεταλαβαίνω: ~ησε το σώμα και το αίμα του Κυρίου. (λόγ.) ~ησε των Aχράντων Μυστηρίων. Νηστεύω για να ~ήσω. 2. (για ιερέα) δίνω τη Θεία Κοινωνία: (για ετοιμοθάνατο ή θανατοποινίτη:) Ήρθε παπάς και τον ~ησε. [< μτγν. κοινωνῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.