Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [25940-25960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
25205κοινωφελής, ής, ές κοι-νω-φε-λής επίθ. {κοινωφελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που αποσκοπεί στην κοινή, την κοινωνική ωφέλεια και όχι στο ίδιον όφελος: ~ής: σύλλογος. ~ής: επιχείρηση/υπηρεσία. ~ές Ίδρυμα (= ευαγές). ~ή: έργα/σωματεία. ~ μη κερδοσκοπικός οργανισμός. Κοινόχρηστοι και ~είς χώροι (πάρκα, πλατείες).|| ~ής: δράση/εργασία. Συγκέντρωση χρημάτων για ~ή σκοπό. [< μτγν. κοινωφελής]
25206κοίταγμακοί-ταγ-μα ουσ. (ουδ.) {κοιτάγμ-ατα} (προφ.) 1. η ενέργεια του κοιτάζω, ματιά, βλέμμα: βαθύ/διεισδυτικό/έντονο/επίμονο ~. ~ατα γεμάτα σημασία/όλο νόημα. Απλό/προσεκτικό ~ του κειμένου (= εξέταση). ~ στον καθρέφτη/στα μάτια (= ~ κατάματα). Βλ. αγριο~, λοξο~, στραβο~.|| (μτφ.) Θαρραλέο ~ της αλήθειας. 2. φροντίδα: ~ του μωρού. Βλ. έγνοια, μέλημα. [< μεσν. κοίταγμα]
25207κοιτάζωκοι-τά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κοίτα-ζα, -ξα, κοιτά-ξω, -χτηκα, -γμένος, κοιτάζ-οντας} & κοιτώ & κοιτάω {κοιτ-άς ... | -ιέται, -ώντας} 1. βλέπω, στρέφω τα μάτια μου προς κάποιον/κάτι ή σε συγκεκριμένη κατεύθυνση: ~ αλλού/γύρω μου/δεξιά κι αριστερά/δίπλα/έξω/κάτω/μπροστά/πάνω/πίσω μου/προς το μέρος (κάποιου)/ψηλά. ~ βιαστικά/έντονα/επίμονα/προσεκτικά/στραβά (= στραβο~· βλ. αγριο~)/σχολαστικά. ~ώντας με απορία/μίσος/περιέργεια/φόβο. ~ από την κλειδαρότρυπα/το παράθυρο. Πού/τι ~άς; Σταμάτα να με ~άς έτσι! Κοίτα τι βρήκαμε! Κοίτα ντύσιμο! ~ζε συνέχεια το κινητό/ρολόι του. Με ~ξε από την κορυφή ως τα νύχια (: από πάνω μέχρι κάτω). Ούτε που γύρισε να με ~ξει. Πβ. θωρώ. Βλ. αντικρίζω, ατενίζω, κρυφο~, λοξο~, ξανα~, παρακολουθώ, παρατηρώ.|| ~άει άλλες γυναίκες (: ερωτικά). Βλ. γλυκο~, ξενο~.|| Η μπροστινή πλευρά του κτιρίου ~άει (: έχει θέα) στη θάλασσα.|| (μεσοπαθ.) Όλη την ώρα ~ιέται (: ~ει τον εαυτό του/της) στον καθρέφτη.|| (μεσοπαθ. στον πληθ. με αλληλοπάθεια:) ~ιόμαστε και συνεννοούμαστε. ~ζονταν με αγάπη/στα μάτια. 2. προσέχω, φροντίζω ή μεριμνώ για κάποιον/κάτι: ~ το μωρό/σπίτι (πβ. κρατώ, φυλάω). ~ει το συμφέρον του. Πολλοί ~ουν μόνο την εξωτερική τους εμφάνιση. Σε κάθε παιχνίδι ~ουμε (= στοχεύουμε) να κερδίσουμε. Είναι καιρός να ~ξεις τον εαυτό/τη ζωή σου. Θα ~ξω (= προσπαθήσω) να το στείλω αύριο. Πβ. ενδιαφέρ-, νοιάζ-ομαι.|| (προφ.) Κοίτα να είσαι ευγενικός μαζί τους. 3. ελέγχω, εξετάζω: ~ουμε διάφορες λύσεις για το συγκεκριμένο πρόβλημα. ~ κατάματα (: αντιμετωπίζω με θάρρος) την πραγματικότητα. Πριν φύγεις, κοίταξε αν τα παράθυρα είναι κλειστά. ~ξα (= έψαξα) παντού. Πότε ~ξες για τελευταία φορά την μπαταρία του αυτοκινήτου; Θα το ~ξω προσεκτικά το θέμα σου. Κοίταξέ το με την ησυχία σου. ~ξα (σ)το λεξικό, αλλά δεν βρήκα τη λέξη. ~ξες καλά; Στην ιστοσελίδα που σου είπα ~ξες;|| (ειδικότ. για ασθενή) Να ~ξεις τη χοληστερίνη σου. ● ΦΡ.: (για) κοίτα/κοιτάξτε έναν ... & φάε/φάτε έναν ... (προφ.-ειρων.): ως έκφραση αποδοκιμασίας: ~ έναν μάγκα/πατριώτη!, δεν κοιτάς/κοίτα τα χάλια σου! (μειωτ.): δες τα δικά σου ελαττώματα και όχι των άλλων: Άσε την κριτική και κοίτα ~!, κοίτα με να σε κοιτώ να περνούμε τον καιρό: για οκνηρούς, τεμπέληδες ανθρώπους., κοίτα/δες/άκου ποιος μιλάει!: σε περιπτώσεις που κάποιος θεωρείται ακατάλληλος να πει κάτι: ~ ~ για σπατάλη, αυτός που έδωσε τόσα λεφτά για ένα παντελόνι!, κοιτάζω πίσω (μτφ., συνήθ. με άρνηση): αναλογίζομαι, αναπολώ το παρελθόν: Φύγε και μην ~ξεις ~., τον/την κοιτάει στα μάτια (μτφ.): του/της είναι αφοσιωμένη/ος., (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι βλ. μάτι, (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί βλ. βλέπω, (για) πρόσεξε/κοίταξε καλά! βλ. προσέχω, άκου(σε)/κοίτα(ξε) (να δεις) βλ. βλέπω, βλέπει/κοιτάζει τα ραδίκια/τα κυπαρίσσια ανάποδα βλ. ανάποδα, βλέπω/κοιτάζω την καμπούρα κάποιου βλ. καμπούρα, βλέπω/κοιτάζω/προχωρώ μπροστά βλ. μπροστά, κοίτα το πουλάκι! βλ. πουλάκι, κοιτάει (μόνο) την τσέπη του βλ. τσέπη, ο έρως/έρωτας χρόνια δεν κοιτά βλ. έρως, πρέπει να σε δει/να σε κοιτάξει γιατρός! βλ. βλέπω, σου χαρίζουν γάιδαρο και τον κοιτάς στα δόντια βλ. χαρίζω [< μεσν. κοιτάζω. Παλαιότ. ορθογρ. κυττάζω]
25208κοίτασμακοί-τα-σμα ουσ. (ουδ.) {κοιτάσμ-ατος | -ατα}: ΓΕΩΛ. μάζα ορυκτών υλών (σε στερεά, υγρή ή αέρια μορφή) που έχουν συγκεντρωθεί σε στρώματα του υπεδάφους και προσφέρονται για εκμετάλλευση από τον άνθρωπο: λιγνιτικά/πετρελαϊκά/χρυσοφόρα ~ατα. ~ υδρογονανθράκων/φυσικού αερίου. ~ βωξίτη/μαρμάρου/ουρανίου/χαλκού. Ανακάλυψη/ανεύρεση ~άτων. Πβ. φλέβα. [< πβ. μεσν. κοίτασμα 'κρεβάτι', γαλλ. gisement]
25209κοιτασματολογίακοι-τα-σμα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Κ): ΓΕΩΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τη μελέτη του τρόπου σχηματισμού των κοιτασμάτων· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα: Γενική/Ειδική/Οικονομική ~. ~ Βιομηχανικών Ορυκτών/Ενεργειακών Πρώτων Υλών/Λιγνίτη/Πετρελαίου. Βλ. -λογία. [< γαλλ. gîtologie, περ. 1960]
25210κοιτάωβλ. κοιτάζω
25211κοίτηκοί-τη ουσ. (θηλ.) 1. μακρόστενη φυσική κοιλότητα εδάφους, μέσα στην οποία ρέει υδάτινη μάζα: η ~ του ποταμού/χειμάρρου. (Ανα)διαμόρφωση/αποκατάσταση/διαπλάτυνση/εκτροπή της ~ης. Τα πρανή της ~ης. Βλ. αυλάκι, κανάλι. 2. (σπάν.-λόγ.) κλίνη. ● ΦΡ.: χωρισμός από τραπέζης και κοίτης (επίσ.): διακοπή της έγγαμης συμβίωσης: διαδικασία διαζυγίου ή ~ού ~. Υπήρξε ~ ~. [< αρχ. κοίτη]
25212κοιτίδακοι-τί-δα ουσ. (θηλ.): τόπος στον οποίο εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε για πρώτη φορά κάτι: ~ες πολιτισμού. Πβ. γενέτειρα, λίκνο. ΣΥΝ. πατρίδα (2) [< μτγν. κοιτίς, ‘καλαθάκι, κιβωτός’, γαλλ. berceau]
25213κοιτόστρωσηκοι-τό-στρω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τύπος άκαμπτης θεμελίωσης με σκυρόδεμα που έχει ως σκοπό την προστασία του κτιρίου από τις καθιζήσεις: γενική ~. Βλ. πεδιλοδοκός. [< γαλλ. radier]
25214κοιτώβλ. κοιτάζω
25215κοιτώναςκοι-τώ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): μεγάλος χώρος με κρεβάτια, για να κοιμούνται πολλά άτομα: ~ μοναχών. Μαθητικοί/φοιτητικοί ~ες. Οι ~ες της κατασκήνωσης/του οικοτροφείου/του στρατοπέδου. Πβ. υπνωτήριο. Βλ. ξενώνας, -ώνας. [< αρχ. κοιτών ‘κρεβατοκάμαρα’]
25216ΚΟΚ(ο): Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας.
25218κοκ1ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. στερεό καύσιμο, προϊόν της πυρόλυσης ανθρακούχων υλικών· οπτάνθρακας: άνθρακας/κάρβουνο και ~. [< γαλλ.-αγγλ. coke]
25219κοκ2ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. γλυκό με δύο στρογγυλά κομμάτια παντεσπάνι που έχουν κρέμα ανάμεσά τους και είναι περιχυμένα με σοκολάτα. Βλ. εκλέρ, μακαρόν, σου, τρούφα. ● Υποκ.: κοκάκι (το)
25220κόκακό-κα ουσ. (θηλ.): δενδρύλλιο (επιστ. ονομασ. Erythroxylum coca) από τα φύλλα του οποίου λαμβάνεται η κοκαΐνη· (κυρ. συνεκδ.-προφ.) η ίδια η κοκαΐνη: Παίρνω/ρουφάω/σνιφάρω/τραβάω ~. Πβ. κοκό. Βλ. ηρωίνη, κάνναβη, κρακ, μαριχουάνα, πρέζα, χασίς. [< αγγλ.-γαλλ. coca]
25224κόκα-κόλακό-κα κό-λα ουσ. (θηλ.) {πληθ. κόκα-κόλες} & κοκακόλα & (προφ.) κόκα: αεριούχο αναψυκτικό με εκχυλίσματα κόκας, απο την οποία έχει αφαιρεθεί η κοκαΐνη, και κόλας, που έχει σκούρο χρώμα και περιέχει συνήθ. ζάχαρη· συνεκδ. η συσκευασία (κουτάκι ή μπουκάλι) ή το ποτήρι με το συγκεκριμένο αναψυκτικό. Βλ. πέπσι-κόλα. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Coca-Cola, 1886, γαλλ. ~, περ. 1945]
25221κοκαΐνηκο-κα-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ναρκωτικό με τη μορφή άοσμης λευκής κρυσταλλικής σκόνης (σύμβ. C17H21NO4), χαμηλής τοξικότητας, εξαγόμενο από τα φύλλα του φυτού κόκα: αλκαλοειδής/υδροχλωρική ~. Ενέσεις/μικρογραμμάρια/σκόνη ~ης. Διακίνηση/εργαστήριο/καλλιέργεια/κύκλωμα/χρήστης ~ης. Ανίχνευση ~ης στα ούρα. Εθισμένος στην ~ (= κόκα, κοκό). Εντοπίστηκε ποσότητα ~ης. Βλ. ελ ες ντι, κάνναβη, κρακ, μαριχουάνα, πρέζα, χασίς. [< γαλλ. cocaïne, 1856, cocaine, 1860]
25222κοκαϊνομανήςκο-κα-ϊ-νο-μα-νής ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): πρόσωπο εθισμένο στην κοκαΐνη. Βλ. ηρωινο-, τοξικο-μανής. ΣΥΝ. κοκάκιας [< γαλλ. cocaïnomane]
25223κοκάκιαςκο-κά-κιας ουσ. (αρσ.) (αργκό): κοκαϊνομανής. Βλ. -άκιας.
25225κοκάλακο-κά-λα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λαϊκό): μεγάλο κόκαλο, συνήθ. ζώου: χοντρές ~ες.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.